07/09/14 21:30 - Πού βρίσκονται σήμερα οι θρυλικοί Έλληνες δεξιοτέχνες του μπουζουκιού; (1)

 

Πού βρίσκονται σήμερα οι θρυλικοί Έλληνες δεξιοτέχνες του μπουζουκιού; (1)

Πολλοί μιλούν για το τέλος ενός θρυλικού λαϊκού οργάνου, όπως είναι το μπουζούκι. Μάλλον κάποιο λάθος κάνουν. Και τούτο διότι το μπουζούκι, που δεινοπάθησε κι αυτό μαζί με τους οργανοπαίκτες του καθ’ όλη τη διάρκεια του Μεσοπολέμου μέχρι την δικτατορία του Μεταξά, «ζει και βασιλεύει»! Ακόμη κι αν στο μέλλον αποτελέσει είδος λαϊκού φολκλόρ, κάποιοι θα το νοσταλγούν, όπως νοσταλγούμε σήμερα τους μεγάλους δημιουργούς του λαϊκού τραγουδιού, που έφυγαν αφήνοντας πίσω τους μια ολόκληρη πολιτισμική δημιουργία!..

ΠΡΩΤΑ-πρώτα ας δούμε τι είναι το περίφημο λαϊκό όργανο, όπως είναι το μπουζούκι (1). Και πράγματι. Πρόκειται για ένα έγχορδο λαϊκό μουσικό όργανο της οικογένειας των λαουτοειδών. Αποτελείται από ένα ηχείο (όμοιο με αυτό του μαντολίνου) και μακρύ μάνικο. Έχει τρία ζευγάρια χορδών (λα οξύ, ρε, λα βαρύτερο). Στο πρώτο από αυτά (λα οξύ) παίζεται η μελωδία και στα άλλα δύο η συνοδεία της.

Το μπουζούκι ήταν γνωστό σε όλους τους αρχαίους λαούς της Ασίας, της Αφρικής και της Ευρώπης. Αναπαραστάσεις του βρίσκουμε σε ανάγλυφα ή μνημεία των Ασσυρίων, των αρχαίων Αιγυπτίων κ.ά. Οργανολογικά ανήκει στην οικογένεια των ταμπουράδων, των οποίων είναι ένας από τους γνωστότερους τύπους. Χρησιμοποιείται από τον ελληνικό λαό εδώ και αιώνες και αναφέρεται στα δημοτικά τραγούδια (2).

Το όνομα του οργάνου (που παλιά κατασκευαζόταν από τους ίδιους τους οργανοπαίχτες) προέρχεται από το τουρκικό «βοζούκ». Αυτό υποδηλώνει και την ανατολίτικη προέλευσή του. 

Η οικογένεια των μπουζουκιών αποτελείται από τέσσερα μεγέθη: τον μπαγλαμά (το μικρότερο), τον τζουρά, το κυρίως μπουζούκι και τη μπουζουκομάνα. Παλιότερα το μπουζούκι είχε δύο χορδές, αργότερα πρόσθεσαν την τρίτη. Με την εξάπλωση του ρεμπέτικου τραγουδιού, την αύξηση των δυσκολιών των συνθέσεων και τη δημιουργία συγκροτημάτων, το τελειοποίησαν, προσθέτοντάς του μια τέταρτη χορδή και μεγαλώνοντας το ηχείο του.

Το μπουζούκι χρησιμοποιήθηκε πλατιά στον ελλαδικό χώρο μετά τη μικρασιατική καταστροφή (1922) και ταυτίστηκε με την εμφάνιση και την ανάπτυξη του ρεμπέτικου τραγουδιού. Αργότερα ο μεγάλος δεξιοτέχνης του οργάνου Μ. Χιώτης πρόσθεσε άλλο ένα ζευγάρι χορδές για να αυξήσει τις εκφραστικές δυνατότητες του μπουζουκιού.

Οι μεγάλοι δεξιοτέχνες του μπουζουκιού

Σήμερα, όπως είναι ευνόητο, θ’ αρχίσουμε με έναν μεγάλο μουσικοσυνθέτη και δεξιοτέχνη του μπουζουκιού, που δεν είναι άλλος από τον Μανόλη Χιώτη.

Ο Μανόλης Χιώτης, (1920-1970), αναντίρρητα ήταν ένας δημοφιλέστατος μουσικός, τραγουδοποιός και τραγουδιστής στο χώρο του λαϊκού τραγουδιού. Γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη, όπου πέρασε τα πρώτα χρόνια της ζωής του και πήρε τα πρώτα μαθήματα κιθάρας και μπουζουκιού.

Ύστερα από μια σύντομη παραμονή στο Ναύπλιο, που ήταν και ο τόπος καταγωγής του, έφτασε το 1936 στην Αθήνα. Την ίδια χρονιά άρχισε τις εμφανίσεις σε κέντρα και υπέγραψε, με τη μεσολάβηση του Στράτου Παγιουμτζή, το πρώτο του συμβόλαιο με δισκογραφική εταιρεία. Λίγο αργότερα ηχογράφησε το πρώτο δικό του τραγούδι, «Το χρήμα δεν το λογαριάζω».

Ο Μανόλης Χιώτης έδωσε στο ελληνικό τραγούδι τη μεγάλη προσωπική του συμβολή και ως συνθέτης και ως εκτελεστής. Συνέθεσε δεκάδες τραγούδια που έγιναν μεγάλες επιτυχίες, όπως τα «Απότομα», «Απόψε φίλα με», «Δε θέλω πια να ξαναρθείς», «Ηλιοβασιλέματα», «Περασμένες μου αγάπες» κ.ά.

Ως εκτελεστής, μαζί με τη γυναίκα του και τραγουδίστρια Μαίρη Λίντα, άφησε εποχή με το εντελώς προσωπικό του ύφος στο μπουζούκι, καθώς και για τις μετατροπές που έκανε στο ίδιο το όργανο (προσθήκη τέταρτης χορδής κ.ά.) για να αυξήσει τις εκφραστικές δυνατότητές του.

Η μεγάλη του τέχνη στο μπουζούκι εκτιμήθηκε και χρησιμοποιήθηκε επανειλημμένα από νεότερους συνθέτες, όπως ο Μ. Θεοδωράκης («Επιτάφιος», «Λιποτάκτες»), ο Μ. Χατζιδάκις («Το πέλαγο είναι βαθύ») κ.ά.

Στο επόμενο η συνέχεια…

==================

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ:

(1) μπουζούκι το [buzúki] : 1α. λαϊκό μουσικό όργανο με ημισφαιρικό ηχείο, μακρύ βραχίονα και τρεις ή τέσσερις χορδές: Παίζω μπουζούκι. || η μουσική του μπουζουκιού: Aκούω μπουζούκι. Tου αρέσει το μπουζούκι. β. (πληθ.) κέντρο διασκέδασης με λαϊκή ορχήστρα• μπουζουξίδικο: Ξοδεύει τα λεφτά του πηγαίνοντας κάθε βράδυ στα μπουζούκια. || (σπάν.) η λαϊκή ορχήστρα. γ. για άνθρωπο που παίζει μπουζούκι: Είναι το πρώτο στην Ελλάδα. 2. (οικ. για πρόσ.) βλάκας, ανόητος• μπουζουκοκέφαλος: Tέτοιο μπουζούκι που είσαι, πού να καταλάβεις. μπουζουκάκι το YΠΟKΟΡ στη σημ. 1α.
[1: τουρκ. bozuk (το μουσικό όργανο) -ι ( [o > u] από επίδρ. του χειλ. [b] )• 2: τουρκ. bozuk κατεστραμμένος, που δε διορθώνεται΄ με παρετυμ. μπουζούκι1 (σύγκρ. μπαγλαμάς)] [Πηγή: Πύλη για την Ελληνική Γλώσσα]

(2)Το μπουζούκι έχει μικρό ηχείο σε σχήμα αχλαδιού, με φουσκωτή πλάτη. Το μήκος του κυμαίνεται από 70 εκ. έως ένα μέτρο. Παίζεται με πένα. Έχει τρεις διπλές χορδές (ρε, λα, ρε). Οι δύο πρώτες κουρδίζονται σε ταυτοφωνία. Η τρίτη έχει τη δεύτερη χορδή μια οκτάβα πιο χαμηλή. Ηχεί κατά μια οκτάβα πιο χαμηλά από το βιολί ή το μαντολίνο.