17/09/14 20:55 - Ελλάς και Ευρώπη!.. (29)

 

Ελλάς και Ευρώπη!.. (29)

Μια σειρά δεκάδων άρθρων, τα οποία εγράφησαν για τις σχέσεις των Ελλήνων με όλους τους λαούς της Ευρωπαϊκής Ένωσης!.. Μη λησμονούμε ότι η Ελλάδα εδώ και χρόνια είναι μέλος μιας Ενωμένης Ευρώπης, αλλά είναι η πρώτη που έθεσε τις βάσεις για μια συνένωση κοινοτήτων, όπως στην αρχαιότητα με τον Θησέα!.. Συνεχίζουμε, λοιπόν, με την Αγγλία (Βρετανία), όπου οι αναγνώστες θα έχουν την δυνατότητα να διαβάσουν συγκλονιστικά ιστορικά και αρχαιολογικά στοιχεία!..

Συνέχεια από το προηγούμενο…

Οι Βρετανοί, ο Θουκυδίδης, ο Πυθαγόρας και τα «Μνημεία του Παρθενώνα»

Ένα δημοσίευμα της εφημερίδας «Η Καθημερινή» της 22ας Οκτωβρίου 2006 αποκαλύπτει μία άλλη πτυχή που έχουν οι Άγγλοι σε σχέση με τον αρχαίο Έλληνα ιστορικό και λέει , μεταξύ άλλων, τα εξής:

«Ο Θουκυδίδης είναι ένας από τους συγχρόνους μας» υποστηρί­ζει ο Peter Zagorin στο βιβλίο του «Thucydides: an introduction for the common reader» (Princeton University Press, 15,95 λίρες). Και χαράσσει κατό­πιν μια σειρά παραλληλισμών ανάμεσα στον Πελοποννησιακό Πόλεμο του 431-404 π.Χ. και την ιστορία της μεταγενέ­στερης εποχής. Το πολεμικό μένος που εμφανίζεται έτσι στις αρχές του Πελο­ποννησιακού Πολέμου παρομοιάζεται με την πολεμική επιθετικότητα που ανα­πτύσσεται στη νεότερη ευρωπαϊκή ιστο­ρία του 1870 ή του 1914. Η απόφαση των αρχαίων Αθηνών να επιτεθούν στις Συρακούσες το 415 π.Χ. παραλληλίζε­ται με την απόφαση των Ναζί να κηρύ­ξουν τον πόλεμο στη Σοβιετική Ένωση. Και οι λεκτικές καταχρήσεις της περιό­δου των εμφύλιων αιματοχυσιών παρο­μοιάζονται με τις λεκτικές διαστροφές όπως τις έχει καταγράψει το «1984» του Τζορτζ Όργουελ. Παρά το ενδιαφέ­ρον που παρουσιάζει το κείμενο του Peter Zagorin, η προσέγγιση αυτή εί­ναι, σύμφωνα με τον κριτικογράφο του Times Literary Supplement (TLS), Christopher Pelling, ιδιαίτερα απλοποιητική. Διότι όπως έχει υποστηρίξει η δια­κεκριμένη Γαλλίδα αρχαιοελληνίστρια Nicole Loraux: «Ο Θουκυδίδης δεν εί­ναι συνάδελφος μας». Καθιστά έτσι σα­φές ότι η εύκολη προσφυγή στον Θου­κυδίδη ωσάν να πρόκειται για ιστορικό που εργάζεται στο παράπλευρο Τμήμα Σύγχρονης Ιστορίας ή Πολιτικών Επιστημών αποτελεί λανθασμένη επιλογή αν θέλουμε να κατανοήσουμε το έργο του κλασικού Έλληνα ιστορικού.

Ο αρχαιοελληνιστής καθηγητής της Οξφόρδης Oliver Taplin υιοθετεί πάντως πλήρως τη διεισδυτική πρόβλε­ψη του Θουκυδίδη ότι «βλέποντας τα ερείπια της Σπάρτης, οι γενιές του μέλλο­ντος δεν θα μπορούν να μαντέψουν πόσο ισχυρή υπήρξε η πόλη αυτή, ενώ κρί­νοντας από τα ερείπιά της, θα υποθέ­τουν ότι η Αθήνα υπήρξε δύο φορές ι­σχυρότερη από όσο πράγματι υπήρξε». Παρουσιάζοντας στο TLS το βιβλίο «The Parthenon. From antiquity to the present» σε επιμέλεια Jenifer Neils (Cambridge University Press, σελ. 448) υποστηρίζει ότι χαράσσοντας μια ιδιο­φυή «πολιτισμική στρατηγική», η αρχαία Αθήνα πέτυχε να πιστώσει στον δικό της λογαριασμό τα περισ­σότερα από τα επι­τεύγματα του αρχαιοελληνικού κόσμου, με αποτέλεσμα αρχαία Ελλάδα και Αθήνα να ταυτίζονται σχεδόν πλήρως. Το βι­βλίο, συνεχίζει ο Oliver Ταρlίn, περιέχει έντεκα κεφάλαια διαφορετικών συγγρα­φέων πάνω στα βασικότερα θέματα που αφορούν την οικοδόμηση του αρχαίου ναού και τον καλλωπισμό του στις δεκα­ετίες του 440 και 430 π.Χ. καθώς και την τύχη του έκτοτε. Με δεδομένο το κε­νό που υφίσταται για την περίοδο από το 400 π.Χ. ώς το 250 μ.Χ., το βιβλίο θέ­τει εκ νέου τα ερωτήματα: Επρόκειτο για ναό ή θησαυροφυλάκιο ή μήπως το κτίσμα κάλυπτε και τις δύο λειτουργίες; Ποιο ήταν το θέμα που απεικονίζεται στη βόρειο μετόπη; Γιατί υπάρχουν τό­σα πολλά άλογα στη ζωφόρο; Και γιατί προσωπικότητες όπως ο Λε Κορμπυζιέ θαύμαζαν τον Παρθενώνα απεριόριστα; Κανένα από τα κείμενα του τόμου ο οποίος απευθύνεται σε εξειδικευμένους αναγνώστες δεν κάνει ωστόσο μνεία, ό­πως παρατηρεί ο κριτικογράφος, στο ζή­τημα του κατά πόσον το Βρετανικό Μουσείο κατέχει νομίμως τα ελγίνεια μάρμαρα. (Το ίδιο άλλωστε συμβαίνει και με το παλαιότερο, αφιερωμένο στον Παρθενώνα έργο «The Parthenon» (2002) της Mary Beard). Αποδεχόμενος ότι ο φιλελληνισμός του ξεπερνά τον (ή­δη μεγάλο) θαυμασμό του για το Βρετα­νικό Μουσείο, ο Άγγλος ακαδημαϊκός εικάζει ότι η απουσία οποιασδήποτε σχετικής νύξης εκ μέρους των συνεργα­τών των δύο βιβλίων, ενδεχομένως ο­φείλεται στο ότι οι εμπειρογνώμονες φοβούνται μήπως προσβάλλουν τον πα­ντοδύναμο βρετανικό θεσμό.

Η Ένασχόληση του Πυθαγόρα με τους αριθμούς, την αρμονία και την κοσμολογία, καθώς και η δημιουρ­γία μιας κοινότητας που δεσμεύονταν α­πό την αρχή της μυστικότητας τού εξασφάλισαν τη μετά θάνατον μακροβιότη­τα, από τον 5ο π.Χ. αιώνα ως τις μέρες μας. Η φύση ωστόσο των αρχαίων πη­γών, υποστηρίζει η Christiane L. Joost-Gaugier στο βιβλίο της «Measuring heaven. Pythagoras and his influence on thought and art in Antiquity and the Middle ages» (Cornell University Press, σελ. 359), μας δυσκολεύουν να κατανοή­σουμε με κάποια ασφάλεια τι ακριβώς πίστευε και δίδασκε ο Πυθαγόρας. Διότι όσο πιο πλήρεις και φερέγγυες εμφανί­ζονται οι πηγές, τόσο πιο απομακρυσμέ­νες είναι από την εποχή στην οποία έζη­σε ο αρχαίος σοφός. Η ιστορία επομέ­νως της μεταγενέστερης επιρροής του Πυθαγόρα, εξηγεί ο κριτικογράφος του TLS, Michael Trapp, οφείλει να είναι η ι­στορία της επίδρασης του τι στις διάφο­ρες φάσεις της μεταγενέστερης ιστορίας επιστεύετο ότι ήταν ο Πυθαγόρας, και κατά πόσον οι σχετικές ανασυστάσεις α­νταποκρίνονταν προς την, πλέον οριστικά απολεσθείσα, ιστορική πραγματικότητα.» («Η Καθημερινή» της Κυριακής 22 Οκτωβρίου 2006, δια χειρός Ελισάβετ Κοτζιά).

Δράττομαι αυτής της ευκαιρίας να πω ότι το θέμα των λεγομένων «Μαρμάρων του Παρθενώνος» (το πιο σωστό είναι «Τα Μνημεία του Παρθενώνος», ο πρώτος που έθεσε θέμα επαναπατρισμού τους ήταν ο Κωνσταντίνος Καβάφης!
Ο μεγάλος ΄Έλληνας ποιητής είχε γράψει ένα άρθρο στην Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου, για τα «Ελγίνεια Μάρμαρα», που έφερε ημερομηνία 27 Μαρτίου 1891, και το οποίο αξίζει τον κόπο να διαβάσουμε:

« Σπουδαίον περιοδικόν της Αγγλίας «Ο 19ος Αιών» εδημοσίευσε την 1ην Μαρτίου άρθρον επιγραφόμενον «Ο Αστεϊσμός περί των Ελγινείων Μαρμάρων».
Οι φιλόμουσοι και φιλάρχαιοι αναγνώσται θα ενθυμώνται το κίνημα όπερ εγένετο τελευταίως εν Αγγλία ίνα αποδοθώσιν εις την Ελλάδα αι αρχαιότητες ας προ 80 ετών ο λόρδος Έλγιν, πρέσβυς της Αγγλίας παρά τη Υ(ψηλή). Πύλη, ήρπασεν – ίνα τας προφυλάξη δήθεν – εκ της Ακροπόλεως.
Ο λόγιος κ Φρειδερίκος Χάρισσον θερμώς υπεστήριξε το κίνημα, έγραψε δε εν τω «19ω Αιώνι» το περίφημόν του άρθρον «Απόδοτε τα Ελγίνεια Μάρμαρα».
Την απάντησιν εις το άρθρον αυτό γράφει ο Διευθυντής του Περιοδικού ισχυριζόμενος ότι ο κ. Χάρισσον πραγματευθείς περί της επιστροφής των Ελγινείων μαρμάρων ηστεΐζετο απλώς, και κατέγινε περί το δοκιμάσαι την διορατικότητα του πνεύματος των συμπολιτών του – εάν τάχα θα είναι αρκετά έξυπνοι να εννοήσουν την ειρωνείαν του. Άλλως ηθέλησεν επίσης να περιπαίξη την συνήθειαν διαφόρων συγχρόνων ρητόρων οίτινες επινοούσι θέματα της ευφραδείας των ζητούσι να αποδείξωσι παραδοξολογίας και χιμαίρας.
Ούτω κρίνει ο κ. Τζαίημς Νώουλς, διευθυντής του Περιοδικού ο «19ος Αιών». Μοι φαίνεται όμως ότι ο παραδοξολογών είναι μάλλον αυτός ή ο κ. Χάρισον.
Το άρθρον του ουδέ λογικόν είναι, ουδέ γενναίον. Είναι τόσον ξηρόν κατά το ύφος, έχει τοιαύτην πληθώραν πτωχής ή μάλλλον, ανόστου ευρωνείαν, ώστε πιστεύω ότι μόνον οι ΄Έλληνες, τους οποίους αφορά αμέσως το ζήτημα, θα έχωσι την υπομονήν να το αναγνώσωσιν ίνα σωθώσιν αι αμαρτίαι των.
Εν τη εξάψει του ο κ. Νώουλς τι δεν λέγει! Εκθειάζει του ΄Ελγιν την αρπαγήν. Μυκτηρίζει τον Βύρωνα. Σχετίζει την εντελή υπεξαίρεσιν των μαρμάρων προς τα ένδοξα τρόπαια του Νέλσωνος. Φρονεί ότι εάν επιστραφώσιν αι αρχαιότητες αύται , πρέπει ν’ αποδοθώσιν επίσης η Γιβραλτάρη, η Μελίτη, η Κύπρος, η Ινδική – λησμονών ότι η κατοχή των χωρών εκείνων λογίζεται αναγκαία εις το Αγγλικόν εμπόριον ως εις την ασφάλειαν ή ύπαρξιν του Αγγλικού κράτους, ενώ τα Ελγίνεια μάρμαρα εις ουδέν χρησιμεύουσιν άλλο ή εις τον ωραϊσμόν και πλουτισμόν του και άνευ αυτών ωραιοτάτου και πλουσιωτάτου Βρετανικού Μουσείου. Ψέγει του κ. Χάρισον την ορθοτάτην παρατήρησιν ότι το κλίμα του Λονδίνου φθείρει τας γλυφάς των μαρμάρων και εκφράζει τον φόβον μη εάν μετακομισθώσιν εις Αθήνας καταστραφώσιν εν ενδεχομένη αναφλέξει του ανατολικού ζητήματος – λησμονών ότι ο φρόνιμος άνθρωπος οφείλει να διορθώνη το ενεστός κακόν πριν φροντίση περί του μέλλοντος.
Δεν φαίνεται να δίδη πολλήν σπουδαιότητα εις τα δικαιώματα άτινα έχει επί των μαρμάρων «ο αναμεμειγμένος μικρός πληθυσμός όστις σήμερον κατοικεί επί των ερειπίων της αρχαίας Ελλάδος», και υποθέτω ευρίσκει τα δικαιώματα του λόρδου ΄Ελγιν και εαυτού μεγαλύτερα. Παρατηρεί ότι αν ηκολουθείτο η συμβουλή του κ. Χάρισον και απεδίδοντο αι περί ου ο λόγος αρχαιότητες εις την Ελλάδα, τις οίδεν εάν καμμία εκ των ολιγοβίων κυβερνήσεών της δεν θα τας επώλει αντί εκατομμυρίου λ(ιρών) στ(ερλινών) εις την Γερμανίαν, ή αντί δύο εις την Αμερικήν, ή χειρότερα, εάν δεν θα τας επώλει λιανικώς, εις ένα έκαστον ολίγας. Ταύτα είναι ύβρις αδικαιολόγητος και εμφαίνουσα πολλήν ελαφρότητα εις την οποίαν η αρμόζουσα απάντησις θα ήτο – Είμεθα Κύριοι να διαθέσωμεν ως θέλομεν τα ημέτερα.
Αλλ’ ας διαφωτισθή η άγνοια του ανδρός και ας μάθη ότι μέχρι τούδε αι ελληνικαί κυβερνήσεις, ολιγόβιοι ή μακρόβιοι, επεδείξαντο πολλήν ευλάβειαν και φροντίδα προς τα αρχαία μνημεία, ότι διάφορα μουσεία συνεστάθησαν εν Ελλάδι, ως η διοίκησις είναι αξιόλογος και ότι εν Αθήναις τα Ελγίνεια μάρμαρα θα τύχωσι της αυτής πιστής διαφυλάξεως και περιποιήσεως οίας και εν Αγγλία. Είναι δε νόστιμος ο κ. Νώουλς όταν μας αφίνη να ίδωμεν και την χρηματικήν άποψιν της υποθέσεως. Εις εν μέρος του άρθρου του λέγει, ότι η σημερινή αξία των μαρμάρων υπολογίζεται εις εκατομμύρια, και εις άλλο πάλιν μέρος ομολογεί ότι δια να τα αποκτήση ο λόρδος ΄Ελγιν εξώδευσε 14,000 λ(ίρες). Τι καλή δουλειά!
Δεν αναγράφω περισσοτέρας εκ των παρατηρήσεων του κ. Νώουλς. Είναι της αυτής ποιότητος και αι επίλοιποι. Εξ άλλου δεν νομίζω πρέπον να τον θεωρήση τις υπεύθυνον δι’ όλα όσα γράφει. Ο ανήρ εις άλλας περιστάσεις απέδειξεν ότι δεν αμοιρεί παιδείας , ορθής κρίσεως, και άλλων φιλολογικών προσόντων. Όθεν τείνω να πιστεύσω ότι πρέπει να αποδοθή το άτακτον της συνθέσεως και των κρίσεών του περί των Ελγινείων μαρμάρων εις την πνευματικήν σύγχυσιν ην τω επήνεγκεν η σκέψις ότι αι πολύτιμοι αύται αρχαιότητες – οι περικαλλείς αδάμαντες της Αττικής – ηδύναντο να ξεφύγουν από το Βλούμσβουρύ του . Το μισολέγει ο ίδιος μετά βουκολικής απλότητος εν μια περιόδω του άρθρου του – Τι ιδέα (δεν ενθυμούμαι αν είναι ακριβώς αυταί αι λέξεις του) ενώ έχωμεν τας ωραίας αυτάς αρχαιότητας εδώ και ημπορεί ο λαός μας να πηγαίνη να τας θαυμάζη όποτε θέλει, τι ιδέα να τας στείλωμεν εις την άλλην άκραν της Ευρώπης! ».(Ίδε βιβλίο μας: «Ο Πακόσμιος Έλλην», Θεσσαλονίκη 2004).

Κι όπως γράφουν «Τα Νέα»:

«Τα Γλυπτά κινδυνεύουν γιατί τα έχουν ξύσει». Αν η αιγυπτιακή συλλογή του Βρετανικού Μουσείου - που δέχε­ται τουλάχιστον το 90% των 6.000.000 επισκεπτών του - δεινο­παθεί, δεν κινδυνεύουν και τα Γλυπτά του Παρθενώνα; «Τα πράγματα είναι πιο αυστηρά, οι φύλακες περισσότεροι και οι επισκέπτες όχι τόσοι πολλοί», λέει στα «ΝΕΑ» ο πρόεδρος της επιτροπής για την επιστροφή των Γλυπτών του Παρθενώνα, καθηγητής Άντονι Σνόντγκραβ, χωρίς να ξεχνά τις δεξιώσεις που δίνο­νταν πριν από λίγα χρόνια στην αίθουσα. Αν όμως το ανθρώπινο χέρι θωπεύει για μεγάλο διάστημα τα Γλυπτά, «ο κίνδυνος είναι μεγάλος για τα χρώματα και την επιφάνειά τους, καθώς η αρχαία πατίνα που τα προστάτευε αφαιρέθηκε το 1937-8, κατά τη διάρ­κεια καθαρισμού τους. ΟΙ επισκέπτες θα μπορούν να αγγίζουν μόνο εκείνα τα εκθέματα που φέρουν την ειδική ένδειξη πως επι­τρέπεται να τα ακουμπήσουν και θα έχουν επιλεγεί λόγω της ταπεινότερης σημασίας τους. Ποτέ τα σπουδαία μνημεία!». («Τα Νέα» 20 Οκτωβρίου 2006).

Η συνέχεια και το τέλος, για το θέμα της Αγγλίας, στο επόμενο…