09/10/14 23:46 - Ελλάς και Ευρώπη!... (35)

 

Ελλάς και Ευρώπη!... (35)

Συνεχίζουμε, λοιπόν, την μεγάλη ιστορική, αρχαιολογική, εθνολογική και δημοσιογραφική έρευνά μας, με την κατηγορία «Ελλάς και Ευρώπη», όπου μιλάμε για τις σχέσεις της Χώρας μας με τους άλλους λαούς της Ευρωπαϊκής Ένωσης στο χώρο και στον χρόνο. Δεύτερη χώρα μετά την Αγγλία, η Αυστρία, η οποία έχει πολλούς πολιτιστικούς ή πολιτισμικούς δεσμούς με την Ελλάδα. Είναι η χώρα του Βόλφγκανγκ Αμαντέους Μότσαρτ, του Φραντς Σούμπερτ, του Σίγκμουντ Φρόυντ, του Λούντβιχ Βιτγκενστάιν, του Γκούσταβ Κλιμτ και τόσων άλλων μεγάλων ανδρών, πολλοί των οποίων είχαν φιλελληνικά αισθήματα!...

Συνέχεια από το προηγούμενο…

Μπορούμε, αλήθεια, να βρούμε και κάποιους άλλους Έλληνες διανοούμενους που γεννήθηκαν στην Βιέννη;

Διαβάζουμε:

 Παναγιώτης Τριανταφυλλίδης (1810-1863). Εθνικός ευεργέτης. Από τις εμπορικές επιχειρήσεις του στη Βλαχία απέκτησε μεγάλη περιουσία, την οποία κληροδότησε στο ελληνικό δημόσιο. Ένα μέρος της περιουσίας αυτής διατέθηκε για την ίδρυση των «Γεωργικών σχολείων» που φέρουν το όνομά του.

 Αναστάσιος Χρηστομάνος (1841-1906). Έλληνας βιοχημικός. Γεννήθηκε στη Βιέννη. Σπούδασε χημεία στη Βιέννη και στην Καρλσρούη. Στη συνέχεια ήρθε στην Ελλάδα, όπου έγινε το 1862 υφηγητής, το 1866 καθηγητής και το 1897 πρύτανης στο πανεπιστήμιο Αθηνών. Το 1883 ίδρυσε το Εθνικό Χημείο. Θεωρείται ο πρώτος που οργάνωσε συστηματικά τις χημικές σπουδές στην Ελλάδα. Εξέδωσε τα συγγράμματα «Αναλυτικοί πίνακες», «Εισαγωγή εις την Χημείαν» κ.ά.

Παρά ταύτα, υπήρξε ένας Έλληνας, ο Γεώργιος Καραγιάννης, που ενώ ξεκίνησε ως φτωχός μετανάστης απ’ την Κοζάνη, έγινε ένας από τους πλουσιότερους βιομήχανους της Βιέννης.

Διαβάζουμε:

«ΣΤΗΝ ΚΟΖΑΝΗ ΤΟ 1743 ΓΕΝΝΗΘΗΚΕ ο Γεώργιος Καραγιάννης, που έφυγε μετανάστης νέος 17 ε­τών για τη Βιέννη. Δούλεψε υπηρέτης στην αρχή, ά­νοιξε δικό του εμπορικό κατάστημα σε λίγα χρόνια, και σε ηλικία 24 ετών ήταν ήδη εργοστασιάρχης, που έγινε «Φον» με τον τιμητικό τίτλο που του απένειμε η Αυστριακή κυβέρνηση, εκτιμώντας το δαιμόνιο επιχει­ρηματικό του πνεύμα.

Ήταν εκείνα τα χρόνια η Κοζάνη μια πόλη της Δυτικής Μακεδονίας με πληθυσμό όχι μεγάλο, αλλά ολοζώντανο, δραστήριο, διακρινόμενο από ένα πνεύμα προοδευτικό, που οδηγούσε σε εμπορικές και επιχειρη­ματικές δραστηριότητες. Έτσι πολλοί Κοζανίτες με­τανάστευαν προς τις χώρες της Ευρώπης, όπως και οι άλλοι Μακεδόνες, που κυρίως έφευγαν εκείνα τα χρό­νια για την Βιέννη, ένα κέντρο, που λειτουργούσε σαν μαγνήτης για τους έχοντες την επιθυμία να προοδεύ­σουν κυρίως στο εμπόριο.

Στις αρχές του 17ου αιώνα οι οικογένειες που κατοικούσαν στην Κοζάνη δεν ήταν περισσότερες από 400, αλλά με το πέρασμα του χρόνου γίνονταν όλο και περισσότερες, αφού από τα μέσα του αιώνα έγιναν δυο μεγάλες μετοικεσίες Ηπειρωτών από το Χόρμοβο και τα Ακροκεραύνεια και άλλων οικογενειών από το Κτένι του Αλιάκμονα. Το εμπόριο και η χειροτεχνία αναπτύσ­σονταν με γοργό ρυθμό και η αύξηση της παραγωγής ήταν εκείνη που οδήγησε σε αναζήτηση άλλων αγο­ρών στα Βαλκάνια και στην Κεντρική Ευρώπη.

Ο Γεώργιος Καραγιάννης έφυγε απ' την Κοζάνη το 1760 για τη Βιέννη. Στην Αυστριακή πρωτεύουσα βρήκε εύκολα δουλειά σ' ένα εμπορικό κατάστημα που τον προσέλαβε ως υπηρέτη κι εκείνος άρχισε να μα­θαίνει τη γλώσσα, να μαθαίνει τα μυστικά του εμπο­ρίου, να κατατοπίζεται σε θέματα που θα του ήταν χρήσιμα στην πορεία του, ανάμεσα από πολλές αντι­ξοότητες και δυσκολίες, γιατί ποτέ ο δρόμος ενός με­τανάστη δεν είναι στρωμένος με ρόδα. Αισιόδοξος και θαρραλέος, εργατικός και δραστήριος, με φιλοδοξίες, αλλά και ταλέντο στο εμπόριο, έφυγε γρήγορα απ' το κατάστημα που εργαζόταν, για ν' ανοίξει μια δική του επιχείρηση και να γίνει οικονομικά ανεξάρτητος. Από νέος παρακολουθούσε άλλους εμπόρους στην Κοζάνη, που είχαν σχέσεις με το βαμβάκι και μπόρεσε με τις γνώσεις που απέκτησε, ν' ασχοληθεί με την ει­σαγωγή βαμβακιού απ' την Ελλάδα στην Αυστρία. Η βιομηχανία ήταν στη Βιέννη και σε άλλες αυστριακές πόλεις αρκετά ανεπτυγμένη εκείνα τα χρόνια. Η ει­σαγωγή πρώτων υλών, όπως του βαμβακιού, για τη νηματουργία ήταν επίσης μια δουλειά επικερδής. Χωρίς δυσκολίες βρήκε λοιπόν τις διασυνδέσεις που χρειάζονταν και κατόρθωσε να γίνει εισαγωγέας, έ­χοντας για πελάτες μεγάλες και γνωστές βιομηχα­νίες της Αυστρίας.

Το ανήσυχο πνεύμα του όμως δεν τον άφηνε. Ήθε­λε να δημιουργήσει και μια δική του βιομηχανία. Tα χρήματα που είχε ήδη συγκεντρώσει του επέτρεπαν να κάνει ένα νέο άλμα και γι' αυτό δεν δίστασε να εγκα­τασταθεί στην πόλη Σέμνιτς της Αυστρίας και να ι­δρύσει εκεί ένα μεγάλο νηματουργείο. Είχε τόσο καλά μελετήσει το εργοστάσιο και τη λειτουργία του, ώστε σε σύντομο χρονικό διάστημα φάνηκε η δυνατότητα να ιδρύσει κι αλλά εργοστάσια, παρόμοια με το πρώτο, που του έδωσε τα φτερά για να πετάξει στα ύψη της επιτυχίας και να γίνει εκείνα τα χρόνια ένας απ' τους πιο αξιόλογους βιομηχάνους της Αυστρίας…» (Γιάννης Καιροφύλλας: «Η Μικρή Ιστορία Μεγάλων Ελλήνων», Εκδόσεις Φιλιππότη, Αθήνα 1995, σελ.157-159)

Συνεχίζεται…