25/02/15 19:59 - Τα ανέκδοτα του Διογένη!..

 

Τα ανέκδοτα του Διογένη!..

Σαν παράδειγμα: Κάποτε που υπήρχε κίνδυνος να εισβάλουν εχθροί στην Κόρινθο, κι όλοι προετοίμαζαν με ζήλο την άμυνα της πόλης, ο Διογένης, που δεν είχε όπλα γιατί ήταν δούλος, κυλούσε με μεγάλη δραστηριότητα και θόρυβο το πιθάρι του από τη μια άκρη της πλατείας στην άλλη. Όταν τον ρώτησαν τι κάνει, απάντησε: «Ντρέπομαι ν' αδρανώ ενώ όλοι εργάζονται τόσο πολύ»!.. Διαβάστε το άρθρο που ακολουθεί!..

ΕΙΝΑΙ αλήθεια, ότι ο Διογένης ο Κυνικός (404-323 π.Χ.) ήταν ο πιο φημισμένος από τους κυνικούς φιλοσόφους. Γεννήθηκε στη Σινώπη του Εύξεινου Πόντου, αλλά νέος ήρθε στην Αθήνα, γιατί διώχτηκε από την πατρίδα του ως παραχαράκτης, ενώ μερικοί υποστηρίζουν ότι ο πατέρας του Ικεσίας ήταν ο παραχαράκτης και αναγκάστηκε και ο γιος να εκπατριστεί. Ήταν μαθητής του ιδρυτή της Κυνικής σχολής Αντισθένη, τον οποίο όμως επισκίασε. Κάποτε πηγαίνοντας στην Αίγινα πιάστηκε από πειρατές, που τον πήγαν στην Κρήτη να τον πουλήσουν ως δούλο. Αυτή την ατυχία την αντιμετώπισε με γενναιότητα και, χωρίς να χάσει το θάρρος του, όταν ρωτήθηκε από τους πειρατές τι δουλειά μπορεί να κάνει, απάντησε: «ανθρώπων άρχειν». Και υπέδειξε σε ποιον ήθελε να πουληθεί δούλος. Τον αγόρασε ο Κορίνθιος άρχοντας Ξενιάδης και του ανέθεσε τη διαπαιδαγώγηση των παιδιών του. Έτσι ζούσε το χειμώνα στην Αθήνα και το καλοκαίρι στην Κόρινθο, όπου τον συνάντησε κάποτε και ο Μ. Αλέξανδρος. Σύμφωνα με τις πηγές, ο Διογένης βρισκόταν μέσα στο πιθάρι του και όταν ο Αλέξανδρος προθυμοποιήθηκε να το δώσει ό,τι ήθελε, αυτός απάντησε: «μη μου κρύβεις τον ήλιο». Πέθανε πολύ γέρος στην Κόρινθο. Οι Κορίνθιοι τον τίμησαν μετά το θάνατό του και έστησαν προς τιμή του άγαλμα σκύλου, ενώ οι κάτοικοι της Σινώπης τον τίμησαν με χάλκινες εικόνες και με θαυμάσιο επίγραμμα, χαρακτηριστικό της γνώμης και της εκτίμησης που έτρεφαν γι' αυτόν.
Ο Διογένης πίστευε ότι η ευτυχία βρίσκεται στη φυσιολογική ζωή και επιτυγχάνεται με την άσκηση και την αυτάρκεια. Ήταν παράξενος και ζούσε εκκεντρικά. Γυρνούσε ξυπόλυτος, κοιμόταν μέσα σ' ένα πιθάρι και τρεφόταν λιτότατα. Πίστευε ότι στάλθηκε στη γη για να αναθεωρήσει όλες τις αξίες και ότι ήταν ένας «Σωκράτης μαινόμενος», ένας Σωκράτης που τρελάθηκε. Είναι ήρωας πολλών ανεκδότων, με γνωστότερο, ίσως, το ότι κάποτε γύριζε με ένα φανάρι και όταν κάποιος τον ρώτησε τι έψαχνε, ο Διογένης του απάντησε ότι έψαχνε να βρει «άνθρωπο» . Αναφέρεται ότι έγραψε διαλόγους και τραγωδίες, όμως δε σώθηκε τίποτε από τα έργα του. (Εγκυκλοπαίδεια: «Μαλλιάρης-παιδεία»).
Από τα πάμπολλα ανέκδοτα σχετικά με τον Διογένη, που παραθέτουν ο Διογένης ο Λαέρτιος και άλλοι, γνωστότερα είναι τα ακόλουθα:

Άναψε ένα φανάρι μέρα μεσημέρι και γύριζε στην πόλη, σαν να ζητούσε κάποιον. Όταν τον ρώτησαν τι κάνει, απάντησε: Άνθρωπον ζητώ.

Τον ρώτησαν κάποτε πότε πρέπει κανείς να γευματίζει, και απάντησε: «Οι πλούσιοι, όποτε θέλουν. Οι φτωχοί, όποτε μπορούν».

Κάποτε που ο Μέγας Αλέξανδρος έστειλε, με κάποιον που λεγόταν Αθλίας, επιστολή προς τον Αντίπατρο, στην Αθήνα, ο Διογένης είπε: Αθλίας παρ' αθλίου, δι' αθλίου προς άθλιον.

Σε κάποιον που του είπε: «Οι Σινωπείς σε καταδίκασαν να φύγεις», απάντησε: «Κι εγώ τους καταδίκασα να μείνουν εκεί».

Όταν τον ρώτησαν ποια θηρία δαγκώνουν περισσότερο, απάντησε: «Από τα άγρια, ο συκοφάντης, από τα ήμερα, ο κόλαξ».

Κάποτε που είδε δυο Κένταυρους άσχημα ζωγραφισμένους, ρώτησε: Πότερος τούτων χείρων εστί; (λογοπαίγνιο με τον Κένταυρον Χείρωνα).

Επειδή η πόλη Μίνδος τού φάνηκε πολύ μικρή σε σύγκριση με τα μεγάλα τείχη της, είπε: «Άνδρες Μύνδιοι, φροντίζετε να κλείνετε καλά τις πύλες, μήπως φύγει η πόλη σας!».

Στο γιατρό Διδύμωνα, που είχε τη φήμη μοιχού και θεράπευε το μάτι μιας παρθένου, είπε: «Πρόσεξε μήπως θεραπεύων τον οφθαλμόν φθείρεις την κόρη!» (λογοπαίγνιο με την κόρη του ματιού).

Όταν ένας Αθηναίος τού ζήτησε ένα επανωφόρι που του είχε δανείσει προ καιρού, απάντησε: «Αν μου το χάρισες, το έχω. Αν μου το δάνεισες, το χρειάζομαι ακόμη».

Στο γιο μιας εταίρας που λιθοβολούσε προς το πλήθος, είπε: «Πρόσεξε, παιδί μου. Θα λιθοβολήσεις τον πατέρα σου».

Όταν τον ρώτησαν ποιο κρασί τού αρέσει, απάντησε: «Το ξένο».

Βλέποντας έναν αδέξιο τοξότη, πήγε και στάθηκε στο στόχο λέγοντας: «Εδώ, δεν υπάρχει κίνδυνος να χτυπηθώ».

Όταν τον ρώτησαν γιατί οι άνθρωποι βοηθούν τους τυφλούς ή τους επαίτες, αλλά όχι τους φιλοσόφους, είπε: «Όλοι φοβούνται μήπως γίνουν κάποτε τυφλοί ή επαίτες, όχι όμως και φιλόσοφοι».

Συχνά στεκόταν μπροστά στις μαρμάρινες στήλες του Ερμή και τις παρακαλούσε να του δώσουν κάτι, λέγοντας ότι γυμναζόταν στην τέχνη να παρακαλά χωρίς να εισακούεται.

Κάποτε που υπήρχε κίνδυνος να εισβάλουν εχθροί στην Κόρινθο, κι όλοι προετοίμαζαν με ζήλο την άμυνα της πόλης, ο Διογένης, που δεν είχε όπλα γιατί ήταν δούλος, κυλούσε με μεγάλη δραστηριότητα και θόρυβο το πιθάρι του από τη μια άκρη της πλατείας στην άλλη. Όταν τον ρώτησαν τι κάνει, απάντησε: «Ντρέπομαι ν' αδρανώ ενώ όλοι εργάζονται τόσο πολύ».

Στην πόρτα ενός μοχθηρού ευνούχου, είδε την επιγραφή: Μηδέν εισίτω κακόν (ας μην μπει κανένα κακό). Ρώτησε τότε: «Κι ο οικοδεσπότης, από πού θα μπει;».

Όταν άκουσε τον ορισμό του ανθρώπου από τον Πλάτωνα (ον δίπουν άπτερον), μάδησε έναν πετεινό και δείχνοντάς τον στην Ακαδημία, είπε: «Ιδού ο άνθρωπος του Πλάτωνος!». Αυτό ανάγκασε τον Πλάτωνα να συμπληρώσει τον ορισμό του, προσθέτοντας τις λέξεις και πλατυώνυχον.

Τον ρώτησαν κάποτε πότε πρέπει κανείς να νυμφεύεται, και απάντησε: «Οι μεν νέοι ουδέποτε, οι δε πρεσβύτεροι ουδεπώποτε».

Τέλος, ο Διονύσιος ο Στωικός αναφέρει ότι, μετά τη μάχη της Χαιρωνείας, οδήγησαν τον αιχμάλωτο Διογένη στον Φίλιππο Β', που τον ρώτησε ποιος είναι. «Κατάσκοπος της απληστίας σου», απάντησε ο Διογένης, και ο Φίλιππος τον θαύμασε και τον άφησε ελεύθερο