07/04/15 18:17 - Τι θρυλείται γύρω από το όνομα της Κασσιανής;

 

Τι θρυλείται γύρω από το όνομα της Κασσιανής;

Λίγα λόγια για την φωτισμένη αυτή γυναίκα του Βυζαντίου, όπως ήταν η Κασσιανή, αλλά και πώς απέδωσαν το Τροπάριό της οι μεγάλες μορφές του Νεότερου Ελληνισμού, όπως ο Φώτης Κόντογλου και ο Κωστής Παλαμάς!..

ΓΙΑ την Κασσιανή ή Κασσία, ή Εικασία, που έζησε μεταξύ των ετών 805 και 810 – μέχρι περίπου το 865 μ.Χ.) γράφτηκα, γράφονται και θα γράφονται πολλά.
Είναι γνωστό ότι ήταν μία βυζαντινή ηγουμένη, ποιήτρια, συνθέτρια, και υμνογράφος στην οποία κα αποδίδεται το ψαλλόμενο την Μεγάλη Τρίτη τροπάριο που αρχίζει με τις λέξεις: "Κύριε η εν παλλαίς αμαρτίαις περιπεσούσα γυνή..".
Λένε πως ο πρώτος βυζαντινός χρονογράφος που παρέχει στοιχεία περί της ζωής της Κασσιανής είναι ο Συμεών ο Μάγιστρος, τον οποίο και ακολουθούν πολλοί άλλοι μεταξύ δε αυτών ο Λέων ο Γραμματικός, ο Ιωάννης ο Ζωναράς κ.ά. Η Κασσιανή είναι μία από τους πρώτους μεσαιωνικούς συνθέτες τα έργα των οποίων σώζονται αλλά και μπορούν να ερμηνευτούν από σύγχρονους ειδικούς και μουσικούς.
Περίπου 50 από τους ύμνους έχουν διασωθεί και 23 από αυτούς περιλαμβάνονται στα λειτουργικά βιβλία της Ορθόδοξης Εκκλησίας. Ο ακριβής αριθμός τους είναι εξαιρετικά δυσχερής να προσδιοριστεί, καθώς πολλοί ύμνοι αποδίδονται σε διαφορετικά πρόσωπα σε διάφορα χειρόγραφα, ενώ συχνά δεν σώζεται το όνομα του υμνογράφου.
Επιπλέον, σώζονται 789 μη λειτουργικοί της στίχοι. Πρόκειται κυρίως για «γνωμικά», όπως για παράδειγμα το παρακάτω:
«Απεχθάνομαι τον πλούσιο άντρα που γκρινιάζει σαν να ήταν φτωχός.»

Η οσία Κασσιανή, μια παρεξηγημένη οσία

Αξίζει τον κόπο να διαβάσουμε και μια συνοπτική, αλλά περισπούδαστη μελέτη γύρω από το πρόσωπο της Κασσιανής:

«Κάθε χρόνο θέλω να γράψω κάτι για τη μεγάλη βυζαντινή ποιήτρια, που η ζωή της μοιάζει σαν παραμύθι, και πάντα δημιουργείται κάποιο εμπόδιο. Ελπίζω φέτος να τα καταφέρω να δώσω λίγα στοιχεία για τη μεγάλη αυτή βυζαντινή φυσιογνωμία, την οσία Κασσιανή. Το όνομά της είναι άρρηκτα συνδεδεμένο με τροπάριο που ακούγεται τη Μ. Τρίτη σε όλους τους χριστιανικούς ναούς. Είναι ένα συγκλονιστικό τροπάριο που έγραψε και μελοποίησε η Κασσιανή αυτή η σοφή υμνωδός και αφορά την αμαρτωλή του Ευαγγελίου που την γλίτωσε ο Χριστός από το λιθοβολισμό και που δυστυχώς πολλοί αυθαίρετα ταύτισαν την οσία με το περιεχόμενο αυτού του ύμνου. Πολλές μυθιστορικές και φανταστικές ιστορίες υφάνθηκαν γύρω από το όνομά της εξ αιτίας αυτού του τροπαρίου που όμως δε βασίζονται στην ιστορική αλήθεια. Σύμφωνα με τα βιογραφικά της στοιχεία που αναφέρουν οι βυζαντινοί χρονογράφοι όπως ο Γεώργιος ο Αμαρτωλός, ο Συμεών, ο Μάγιστρος και κάποιοι άλλοι, η Κασσιανή ήταν ωραιοτάτη σεμνή και από αρχοντική καταγωγή και την ενδιέφεραν πολύ τα γράμματα. Άλλωστε για όλες αυτές τις χάρες της διαλέχθηκε από τη μητέρα του Θεόφιλου ανάμεσα σε άλλες εκλεκτές βυζαντινές κόρες, για υποψήφια νύμφη του Θεόφιλου. Σίγουρα ήταν η επικρατέστερη. Όμως το σχέδιο του Θεού την προόριζε για πολύ ανώτερο ρόλο από εκείνον της αυτοκράτειρας. Έτσι όταν έχασε το θρόνο υπερασπιζόμενη ουσιαστικά την Παναγία, πήγε σε μοναστήρι και αφοσιώθηκε στο Χριστό. Η Κασσιανή γεννήθηκε γύρω στο 805 μ.Χ. Για την προσωπικότητά της γράφει ο Κρουμβάχερ, ο οποίος θεωρείται ως πατέρας της Ιστορίας της βυζαντινής λογοτεχνίας, τα ακόλουθα: «Η Κασσιανή υπήρξε η μόνη αξιομνημόνευτη βυζαντινή ποιήτρια. Προσωπικότητα ενδιαφέρουσα και σαν άτομο και σαν λογοτέχνης. Παρουσιάζεται στη ζωή της με απλότητα, αξιοπρέπεια και θάρρος στο να διατυπώνει τις απόψεις της. Ήταν άλλωστε πολύ μορφωμένη. Βυζαντινός χρονογράφος την παρουσιάζει ως «ωραίαν, αγνήν, σοφήν, παρθένον, φιλοσοφούσαν και τω θεώ μένον ζώσαν». Τη συναντούμε δε μέσα από χειρόγραφα εκκλησιαστικών ύμνων και ποιητικών ανθολογιών του ένατου αιώνα. Στο μοναχικό βίο της, στο μοναστήρι που η ίδια ίδρυσε, της δόθηκε η ευκαιρία να καλλιεργήσει το θείο ποιητικό της ταλέντο και να φιλοτεχνήσει θαυμάσιους εκκλησιαστικούς ύμνους. Αναδείχθηκε με την πίστη της, με την ασκητική της ζωή και το Θείον Χάρισμα της ποίησης, αθάνατη υμνωδός της εκκλησίας. Κατά τις ώρες της προσευχής της και της κατάνυξης εμπνεύστηκε θαυμάσιους εκκλησιαστικούς ύμνους, τροπάρια ιδιόμελα και ειρμούς.
Το πιο γνωστό ανάμεσά τους είναι το τροπάριο για την ανώνυμη αμαρτωλή του Ευαγγελίου, που έμεινε με το όνομα «Τροπάριο της Κασσιανής». Η αμαρτωλή εκείνη γυναίκα που αφού την έσωσε από το λιθοβολισμό ο Χριστός της είπε: «πορεύου και από του νυν μηκέτι αμάρτανε» συνάντησε το Χριστό στη Βηθανία στο σπίτι του Σίμωνα του Φαρισαίου. Είναι πια σεμνή και ηθική και πλησιάζει το Χριστό μ’ ευγνωμοσύνη, πλένει τα πόδια του με μύρο και με δάκρυα και τα σκουπίζει με τα ξέμπλεκα μαλλιά της, κλαίγοντας και ζητώντας το θεϊκό έλεος. Αυτό το κομμάτι του ευαγγελίου, αυτή η απλή και συγχρόνως πολύπλευρα βαθιά περιγραφή, συγκλόνισε την Κασσιανή και ξεχύθηκε από μέσα της αυτό το αριστούργημα που ψάλλεται κάθε χρόνο κατανυχτικά στις εκκλησίες μας, λίγο πριν τη Σταύρωση του Χριστού. Η μεγάλη αυτή ποιήτρια, υμνογράφος και μελωδός της εκκλησίας μας, η Αγία Κασσιανή, ταξίδεψε στην Ιταλία και την Κρήτη και κατέληξε στην Κάσο όπου το 890 μ.Χ. ετελείωσε η επίγεια ζωή της.» (Tης ANNAΣ MAPΔA – KAPOYΣOY, Εφημερίδα: Η Αλήθεια η Ημερήσια Χιακή Δημοκρατική Εφημερίδα, 19/04/2006)

Σαν παραμύθι...

Για το Τροπάριο της Κασσιανής λέγονται και θρυλούνται πολλά. Διαβάστε ένα μικρό χρονικό, έτσι όπως το αλιεύουμε μέσα από το Διαδίκτυο:
«Το βράδυ της Μεγάλης Τρίτης ψάλλεται στις εκκλησίες ο όρθρος της Μεγάλης Τετάρτης. Το τελευταίο τροπάριο στην ακολουθία είναι της ευσεβούς και λογίας ποιήτριας του Βυζαντίου Κασσιανής. “Κύριε, η εν πολλαίς αμαρτίαις περιπεσούσα γυνή, την σην αισθομένη θεότητα, μυροφόρου αναλαβούσα τάξιν, οδυρομένη, μύρα σοι προ του ενταφιασμού κομίζει…”.
Η μοναχή Κασσιανή, ή Κασσία, ή Ικασία, γεννήθηκε περίπου στα 810 μ.Χ και συμμετείχε στην αντίσταση κατά των εικονομάχων. Η πένα της, που ήταν απαράμιλλη, συνέτεινε στο να επισκιαστούν οι σύγχρονές της υμνογράφοι- μελωδοί. Θεωρείται η πλέον επιφανής γυναίκα μελωδός στο Βυζάντιο.
Η Κασσιανή πριν γίνει μοναχή, ήταν ανάμεσα στις παρθένες ευγενικής καταγωγής που συνάντησε ο Θεόφιλος για να επιλέξει ανάμεσά τους την μέλλουσα σύζυγό του. «Εκ γυναικός ερρύη τα φαύλα» (από τη γυναίκα πηγάζουν τα κακά) της είπε ο αυτοκράτορας, έχοντας υπόψη του την Εύα. Εκείνη είχε άποψη και την είπε: «αλλ’ ως εκ γυναικός πηγάζει τα κρείτω» του απάντησε (αλλά και από τη γυναίκα πηγάζουν τα καλά) έχοντας στο νου της την Παναγία.
Αυτή όμως η πράγματι έξυπνη απάντηση χαρακτηρίσθηκε από τον Θεόφιλο ότι περιείχε και κάποια προπέτεια και επιπολαιότητα, οπότε έδωσε το μήλο στην επίσης ωραία, αλλά και σεμνή Θεοδώρα.
Η Κασσιανή απογοητεύθηκε από την αποτυχία της και πήρε την απόφαση να αποτραβηχτεί από τον κόσμο και να μονάσει. Έκτισε με δικά της χρήματα ένα μοναστήρι, που πήρε αργότερα το όνομά της, ντύθηκε το μοναχικό σχήμα και αφιερώθηκε στη λατρεία του Χριστού και στην ποίηση, συνδυάζοντας έτσι τη βαθειά ευσέβεια και την κλίση της στα γράμματα. Λέγεται μάλιστα ότι μετά την αποτυχία της είπε: «Επειδή δεν έγινα βασίλισσα του προσκαίρου τούτου κόσμου, θα γίνω υπήκοος της αιωνίας Βασιλείας του Χριστού».
Λέγεται ότι ο έρωτας του Θεόφιλου με την Κασσιανή δεν έσβησε ποτέ και υπάρχει ένας θρύλος σχετικός με το Τροπάριο: εκείνη ήταν στη μονή και το έγραφε, οπότε έμαθε ότι έρχεται ο βασιλιάς. Όταν άκουσε τα βήματά του, έφυγε, αφήνοντάς το μισοτελειωμένο.
Τότε εκείνος πήρε το φτερό, το βούτηξε στη μελάνη και έγραψε επάνω στο αναλόγιό της, συμπληρώνοντας το ποίημα: «ων εν τω παραδείσω Εύα το δειλινόν, κρότον τοις ωσίν ηχηθείσα, τω φόβω εκρύβη» (ενώ ήταν στον Παράδεισο η Εύα το δειλινό, άκουσε κρότο και κρύφτηκε από φόβο).
Εκείνη δεν διέγραψε τη φράση, αντίθετα συνέχισε και ολοκλήρωσε το έργο της. Κατά τον Βυζαντινολόγο Κρουμβάχερ: «H Κασσιανή ήταν μία εξαίρετη μορφή και ότι το έργο της το διακρίνει ισχυρά πρωτοβουλία, βαθεία μόρφωσις, αυτοπεποίθησις και παρρησία. Πολύ συναίσθημα και βαθεία θεοσέβεια». Και ο Σωφρόνιος Ευστρατιάδης αναφερόμενος στο έργο της είπε : «Το χαρακτηρίζει γλυκύτης μέλους ακορέστου». ( Βλέπε ηλεκτρονική διεύθυνση: www.omogeneia.ana-mpa.gr)

Το Τροπάριο της Κασσιανής

Ας διαβάσουμε τώρα το Τροπάριο της Κασσιανής:

«Κύριε, η εν πολλαίς αμαρτίαις περιπεσούσα γυνή, την σήν αισθομένη Θεότητα μυροφόρου αναλαβούσα τάξιν, οδυρομένη μύρα σοι προ του ενταφιασμού κομίζει.
Οίμοι! λέγουσα, οτι νύξ μοι υπάρχει, οίστρος ακολασίας, ζοφώδης τε και ασέληνος ερως της αμαρτίας.
Δέξαι μου τας πηγάς των δακρύων, ο νεφέλαις διεξάγων της θαλάσσης το ύδωρ κάμφθητί μοι προς τους στεναγμούς της καρδίας, ο κλίνας τους ουρανούς τη αφάτω σου κενώσει.
Καταφιλήσω τους αχράντους σου πόδας, αποσμήξω τούτους δε πάλιν τοις της κεφαλής μου βοστρύχοις ων εν τω Παραδείσω Εύα το δειλινόν κρότον τοις ώσιν ηχηθείσα, τω φόβω εκρύβη.
Αμαρτιών μου τα πλήθη και κριμάτων σου αβύσσους τις εξιχνιάσει, ψυχοσώστα Σωτήρ μου; Μη με την σήν δούλην παρίδης, Ο αμέτρητον έχων το έλεος.»


Απόδοση από τον Φώτη Κόντογλου:

«Κύριε, η γυναίκα που έπεσε σε πολλές αμαρτίες, σαν ένοιωσε τη θεότητά σου, γίνηκε μυροφόρα και σε άλειψε με μυρουδικά πριν από τον ενταφιασμό σου κι έλεγε οδυρόμενη:
Αλλοίμονο σε μένα, γιατί μέσα μου είναι νύχτα κατασκότεινη και δίχως φεγγάρι, η μανία της ασωτείας κι ο έρωτας της αμαρτίας.
Δέξου από μένα τις πηγές των δακρύων, εσύ που μεταλλάζεις με τα σύννεφα το νερό της θάλασσας. Λύγισε στ' αναστενάγματα της καρδιάς μου, εσύ που έγειρες τον ουρανό και κατέβηκες στη γης.
Θα καταφιλήσω τα άχραντα ποδάρια σου, και θα τα σφουγγίσω πάλι με τα πλοκάμια της κεφαλής μου• αυτά τα ποδάρια, που σαν η Εύα κατά το δειλινό, τ' άκουσε να περπατάνε, από το φόβο της κρύφτηκε.
Των αμαρτιών μου τα πλήθη και των κριμάτων σου την άβυσσο, ποιος μπορεί να τα εξιχνιάση, ψυχοσώστη Σωτήρα μου; Μην καταφρονέσης τη δούλη σου, εσύ που έχεις τ' αμέτρητο έλεος.»

Απόδοση από τον Κωστή Παλαμά:

«Κύριε, γυναίκα αμαρτωλή, πολλά,
πολλά, θολά, βαριά τα κρίματά μου.
Μα, ω Κύριε, πώς η θεότης Σου μιλά
μέσ΄ στην καρδιά μου!
Κύριε, προτού Σε κρύψ΄ η εντάφια γη
από τη δροσαυγή λουλούδια πήρα
κι απ΄ της λατρείας την τρίσβαθη πηγή
Σου φέρνω μύρα.
Οίστρος με σέρνει ακολασίας... Νυχτιά,
σκοτάδι αφέγγαρο, άναστρο με ζώνει,
το σκοτάδι της αμαρτίας φωτιά
με καίει, με λιώνει.
Εσύ που από τα πέλαα τα νερά
τα υψώνεις νέφη, πάρε τα, Έρωτά μου,
κυλάνε, είναι ποτάμια φλογερά
τα δάκρυά μου.
Γύρε σ΄ εμέ. Η ψυχή πώς πονεί!
Δέξου με Εσύ που δέχτηκες και γείραν
άφραστα ως εδώ κάτου οι ουρανοί.
και σάρκα επήραν.
Στ΄ άχραντά Σου τα πόδια, βασιλιά
μου Εσύ θα πέσω και θα στα φιλήσω,
και με της κεφαλής μου τα μαλλιά
θα στα σφουγγίσω.
Τ΄ άκουσεν η Εύα μέσ΄ στο αποσπερνό
της παράδεισος φως ν΄ αντιχτυπάνε,
κι αλαφιασμένη κρύφτηκε... Πονώ,
σώσε, έλεος κάνε.
Ψυχοσώστ΄, οι αμαρτίες μου λαός,
Τα αξεδιάλυτα ποιος θα ξεδιαλύση;
Αμέτρητό Σου το έλεος, ο Θεός!
'Αβυσσο η κρίση.»