24/04/15 17:56 - Ο Ηράκλειτος ήταν διαφορετικός από τους Μιλήσιους σοφούς;

Ο Ηράκλειτος ήταν διαφορετικός από τους Μιλήσιους σοφούς;

Ο Ηράκλειτος –λένε- ήταν διαφορετικός από τους Μιλήσιους σοφούς. Εξέφραζε τις θεωρίες του με παραδοξολογίες και θεωρούσε τον εαυτό του μυστικιστική προσωπικότητα που αποκάλυπτε τις βαθύτερες αλήθειες σε όσους αδυνατούσαν να τις κατανοήσουν. Το πραγματολογικό υπό­βαθρο δεν τον άγγιζε. Στην Έφεσο, η θρησκεία διαδραμάτιζε σημαντικό ρόλο. Σε σύγκριση με τη Μίλητο, ήταν λιγότερο κοσμοπολίτικη και δεχόταν μεγαλύτερη επιρροή από την ανατο­λή!.. Διαβάστε το κείμενο που ακολουθεί!..

ΠΡΩΤΑ-πρώτα, ας δούμε ποιος ήταν ο Ηράκλειτος. Λένε πως ο άνθρωπος αυτός ήταν ένας μεγάλος Έλληνας φιλόσοφος, από την Έφεσο. Ονομάστηκε «σκοτεινός» για το δύσκολο ύφος του και «κλαίων» για το χαρακτήρα του.
Οι αρχαίες πηγές πληροφορούν πως η γενιά του Ηράκλειτου καταγόταν από τον Κόδρο, το βασιλιά της Αθήνας, του οποίου ο γιος Άνδροκλος ίδρυσε την Έφεσο. Για το λόγο αυτόν οι απόγονοι του Άνδροκλου ονομάζονταν βασιλιάδες και τους τιμούσαν ιδιαίτερα στην Έφεσο. Ο Ηράκλειτος παραχώρησε όλα τα δικαιώματα από την αριστοκρατική καταγωγή του στον αδελφό του και δεν ασχολήθηκε ποτέ με την πολιτική. Αποσύρθηκε στο ναό της Άρτεμης και άρχισε να συγγράφει. Τους συμπολίτες του τους βοηθούσε με τη διδασκαλία και το παράδειγμά του. Ο Διογένης Λαέρτιος διηγείται πως «μισανθρωπήσας... εν τοις όρεσι διητάτο, πόας σιτούμενος και βοτάνας», γεγονός που δείχνει την αδυναμία του να συμπολιτευτεί με το δήμο. Σύμφωνα με την ίδια πηγή πέθανε 60 χρονών. Έγραψε σύγγραμμα που επιγραφόταν πιθανόν «Περί φύσεως», από το οποίο σώθηκαν αποσπάσματα.
Ο Ηράκλειτος θεωρεί ως πρώτη ουσία του κόσμου τη φωτιά, αντίθετα από το Θαλή που θεωρεί το νερό και τον Αναξιμένη που θεωρεί τον αέρα. Ο κόσμος, λέει, είναι ένας στην ολότητά του, δε δημιουργήθηκε από κανένα θεό ή άνθρωπο, αλλά ήταν, είναι και θα είναι αιώνια, μια ζωντανή φωτιά που ανάβει και σβήνει σύμφωνα με ορισμένους νόμους.
Η φιλοσοφία του Ηράκλειτου κυριαρχείται από τη μεταφυσική σκέψη πως δεν υπάρχει καμιά ηρεμία και καμιά σταθερότητα, αλλά μια διαρκής ροή, μια αιώνια κίνηση, που δεν είναι μόνο μια απλή μετακίνηση αλλά μια εσωτερική αλλαγή. Κάθε σταθερότητα και ακινησία είναι απάτη των αισθήσεων: «Πάντα ρει». Η πραγματικότητα μοιάζει μ’ ένα ποτάμι που ρέει ασταμάτητα. Στο ίδιο νερό του δεν μπορούμε να μπούμε για δεύτερη φορά. Σ’ αυτή τη γενική ροή εξαφανίζονται και τα σταθερά όρια μεταξύ των αντιθέτων. Ημέρα και νύχτα, ζωντανό και νεκρό, ξύπνιο ή κοιμισμένο, νέο και γέρικο, είναι το ίδιο πράγμα. Το κύριο, το μόνο μόνιμο είναι αυτή ακριβώς η μεταβολή. Ο κόσμος είναι μια αρμονική σύνθεση των αντιθέτων, του όντος και του μη όντος.
Ο Ηράκλειτος –λένε- ήταν διαφορετικός από τους Μιλήσιους σοφούς. Εξέφραζε τις θεωρίες του με παραδοξολογίες και θεωρούσε τον εαυτό του μυστικιστική προσωπικότητα που αποκάλυπτε τις βαθύτερες αλήθειες σε όσους αδυνατούσαν να τις κατανοήσουν. Το πραγματολογικό υπό­βαθρο δεν τον άγγιζε. Στην Έφεσο, η θρησκεία διαδραμάτιζε σημαντικό ρόλο. Σε σύγκριση με τη Μίλητο, ήταν λιγότερο κοσμοπολίτικη και δεχόταν μεγαλύτερη επιρροή από την ανατο­λή. Ενδεχομένως, οι παραπάνω συνθήκες να ευνόησαν την υιοθέτηση πιο διαλλακτικής συ­μπεριφοράς προς τις παραδοσιακές θρησκευ­τικές πεποιθήσεις. Σε κάθε περίπτωση, όμως, η φιλοσοφική αιτιολογία που αναπτύχθηκε και η εφευρετικότητα εντυπωσιάζουν. Ο Ηράκλει­τος, χωρίς να απομακρυνθεί από τον τρόπο σκέ­ψης που είχε κληρονομήσει -όπως για παρά­δειγμα συνέβη με τη γενεαλογική θεωρία που οδήγησε ανεπιφύλακτα τους Μιλήσιους προς την κοσμογονία-, αντιμετώπισε τη θρησκεία ως θησαυροφυλάκιο γεμάτο από μεστές «ημιαλή-θειες». Παραδείγματος χάριν, κάποια περίεργη μυθολογική σχέση ανάμεσα στον Άδη και το θεό της γονιμότητας Διόνυσο καθίσταται το στή­ριγμα της διαίσθησης του σχετικά με την εξι­σορρόπηση των αντίθετων εννοιών - στην προ­κειμένη περίπτωση η στενή σχέση μεταξύ ζω­ής και θανάτου. Ο Ηράκλειτος, πιο θεωρητικός από τους Μιλήσιους, ενδιαφερόταν για όλες τις λεπτομέρειες της κοσμοθεωρίας τους, την οποία κατά κάποια έννοια ξεπέρασε. Το μεγαλύτερο επίτευγμα του, ωστόσο, ήταν ότι επέκτεινε το εύρος της φυσικής έρευνας σε τέτοιο σημείο που αποτέλεσε αυθεντικό, εάν όχι αρχέγονο, είδος φιλοσοφίας από μόνη της, καθώς το βα­σικό στοιχείο του, το Πυρ, λειτουργούσε με τον ίδιο τρόπο στους ανθρώπους και τα ζώα όπως και στη φύση. Μ' αυτό τον τρόπο κατάφερε να συνδέσει τις αρχές της ψυχολογίας και της επι­στημολογίας με αυτές της κοσμολογίας και της φυσικής.
Αναμφίβολα, υπήρχε κάτι μυστικιστικό στη θεωρία του Ηρακλείτου. Κάτι παρόμοιο συνα­ντάμε και στον ευφυέστατο Πυθαγόρα, ο οποί­ος είχε γεννηθεί τριάντα χρόνια πριν στο γει­τονικό νησί της Σάμου. Μετανάστευσε, σύμ­φωνα με την παράδοση στον Κρότωνα, πόλη της Βορειοανατολικής Ιταλίας, προκειμένου να απαλλαγεί από τις ιδιοτροπίες του τυράν­νου της Σάμου, του Πολυκράτη. Εκεί, δημι­ούργησε μία ομάδα, η οποία εν μέρει ασχο-λείτο με τα κοινά, αλλά η κύρια ενασχόληση της αφορούσε δύο αντικρουόμενα αντικείμε­να, τα μαθηματικά και τις δεισιδαιμονίες (κά­τι που συναντάμε αργότερα στον Νεύτωνα). Ο Πυθαγόρας και οι μαθητές του απέφευγαν τα φασόλια και τα μπαρμπούνια για λόγους όχι τόσο επιστημονικούς ή λογικούς, όσο μαγεί­ας και παράδοσης, όπως υπαγορεύει ο Ησίο­δος στο τελευταίο μέρος του βιβλίου του Έργα και Ημέραι - αξίζει εδώ να παρατηρήσουμε τον τρόπο με τον οποίο υποθάλπονται τέτοιες ιδέ­ες. Οι Πυθαγόρειοι θεωρούσαν ιδιαίτερα ση­μαντικό τον αριθμό 10 - ορκίζονταν μάλιστα στη «μυστική δεκάδα», η οποία είχε καθορι­στεί ως δέκα στιγμές ή μονάδες με τη μορφή ενός τριγώνου. Το τρίγωνο αυτό χρησιμοποί­ησαν αργότερα για να αναπτύξουν το Πυθαγόρειο θεώρημα και να ανακαλύψουν τη ση­μασία των άρρητων αριθμών. Η αξιοπερίεργη συσχέτιση εννοιών συνεχίζεται: τα συμπερά­σματα τους για την κοσμογονία και την αστρο­νομία μοιάζουν με δεισιδαιμονίες, αλλά ενυ­πάρχει σ' αυτά η εξαιρετική διαίσθηση της μα­θηματικής δομής του σύμπαντος -τη διαίσθη­ση αυτή δεν θα ήταν παράδοξο να τη θεωρήσουμε εξέλιξη του σκεπτικού που ανέπτυξε ο Ηρά­κλειτος για τον Λόγο ή το Μέτρο που ενυπάρ­χουν στο Πυρ. Ο Πυθαγόρας ήταν γέννημα- θρέμμα της Ιωνίας, όπως επίσης και η μυστικιστική προσωπικότητα του Ίωνα Ηρακλείτου. Είναι πολύ σημα­ντικό να το θυμόμαστε αυτό, καθώς αρχαίοι και σύγχρονοι μελετητές έχουν την τάση να διακρίνουν ένα πραγματολογικό είδος φιλοσοφίας στην Ανατολική Ελλάδα, εν αντιθέ­σει με το μεταφυσικό που υπήρχε στη δύση. Πράγματι, περίπου μία γε­νιά αργότερα, η Σικελία ανέδειξε τον Εμπεδοκλή, ο οποίος ανέ­πτυξε τον Πυθαγόρειο στοχασμό ότι οι ψυ­χές αλλάζουν σώματα, κατα­λήγοντας όμως σε ακρότητες. Γενικότερα, το σαμανιστικό στοιχείο (είδος μαγείας) στην ελληνική σκέψη δεν περιοριζόταν σε μία μόνο σχολή ή πε­ριοχή, αλλά εκδη­λωνόταν σπορα­δικά σε διάφορα μέρη και σε διά­φορες χρονι­κές περιόδους. Με αυτή τη χρήσιμη διαπί­στωση θα κλείσουμε το παρόν κεφάλαιο. Παρόλο που, κατά τους δύο κρίσιμους αιώνες που μελε­τούμε, ο ιδεολογι­κός στοχασμός, εγκαταλείποντας τους μύθους και τη θρησκεία, αναπτύχθηκε με θεμέλιο μία πιο συνειδητοποιη­μένη και εκλο­γικευμένη άπο­ψη για τη δομή της κοινωνίας και της φύσης, πολλοί ήταν οι Έλληνες που παρέμειναν από πολλές απόψεις αντιδραστικοί, θρη­σκόληπτοι και πα­ράλογοι. Οι δεισιδαιμονικές αντιλήψεις του κόσμου διατηρήθηκαν και η κοινωνική και ηθική αξία του Ομήρου, παρά τον υποβιβασμό του από κάποιους επι­τηδευμένους σε αμιγώς λογοτεχνι­κό σύμβολο, εξακολουθούσε να ανα­γνωρίζεται από πολλούς απλούς αν­θρώπους έτσι, ώστε τον 4ο αιώνα π.Χ. ο Πλάτων να καταβάλει μεγάλη προσπάθεια προκειμένου να ξεφύ­γει από την επιρροή του. Η φιλοσο­φία ήταν το αδιαμφισβήτητο επι­στέγασμα της πνευματικής εξέλιξης. Ωστόσο, στα πρώτα της στάδια δεν ήταν τόσο διαδεδομένη ούτε είχε αποκτήσει ευρεία κοινωνική επιρροή. Από την άλλη, η οργάνωση της θρησκείας ανανεώθηκε με εκ­συγχρονισμένες λατρείες, όπως για παρά­δειγμα τα Ελευσίνια Μυστήρια (για να μην αναφέρουμε τις λειτουργίες στο βωμό του Απόλλωνα στους Δελφούς). Εν κατακλείδι, σε γενικό βαθμό και παρά τα όποια ξεσπάσματα παραλογισμού, η χρήση της λογικής κατά την περίοδο εκείνη σημείωσε σταθερή πρόοδο -οι υπερβολές παρατηρήθηκαν κυρίως από τους σοφιστές και τους δημαγωγούς του επόμενου αιώνα. Tα στάδια αυτής της προόδου ήταν πε­ρίπλοκα και ασυνεχή, καθώς η στάση απένα­ντι στο παρελθόν και στα μυθικά και θρη­σκευτικά αρχέτυπα του κυμαινόταν μεταξύ της σιωπηρής και κατηγορηματικής απόρρι­ψης, της προμελετημένης ή εμπνευσμένης επανερμηνείας, της αριστοκρατικής νοσταλ­γίας ή της επαναστατικής απέχθειας και της εποικοδομητικής ή της απλής αλληγορικής χρήσης των εννοιών. Η κοσμική κοινή λογι­κή, η οποία παρείχε στον Τυρταίο και τον Μί­μνερμο τη δυνατότητα να αντιμετωπίσουν ιστορικά γεγονότα, όπως η προσάρτηση της Μεσσηνίας ή η προϊστορία της Κολοφώνας και της Σμύρνης, με αντικειμενικούς και λο­γικούς όρους, αποτελούσε παράγοντα εξέλι­ξης. Το ίδιο και ο ρεαλισμός όσον αφορά τους ανθρώπινους περιορισμούς, ο οποίος προϋ­πήρχε του Ησιόδου και του Ομήρου και πέ­ρασε στις επόμενες γενιές. Πάνω απ' όλα, η λογοτεχνία (ίσως περισσότερο και από την τέ­χνη), προσπαθώντας να συμβιβάσει το νεω­τερισμό με την παράδοση, ήταν αυτή που εξέ­φρασε με τον καλύτερο δυνατό τρόπο και υπο­κίνησε την περιπετειώδη ευφυΐα, αλλά και τη βαθιά ριζωμένη αποφασιστικότητα της αρ­χαϊκής νοοτροπίας.

ΠΗΓΕΣ: Ιστορικό και Δημοσιογραφικό Αρχείο του γράφοντος, Πανεπιστήμιο του Καίμπριτζ: «Ιστορία της Αρχαίας Ελλάδας», Εγκυκλοπαίδεια «Μαλλιάρης-παιδεία», Βικιπαίδεια.