09/05/15 20:17 - Τι κατήγγειλε ο Έλληνας Πρωθυπουργός για τα ΜΜΕ;

 

Τι κατήγγειλε ο Έλληνας Πρωθυπουργός για τα ΜΜΕ;

«Αν το πλαίσιο λειτουργίας των Μέσων Μαζικής Ενημέρωσης δεν είναι διαφανές και ξεκάθαρο, αν ρυθμίζεται κάθε φορά σε συμφωνίες κάτω από το τραπέζι, τότε εκεί είναι που μπορεί να δημιουργηθεί μία ομερτά. Εκεί είναι που παράγεται και αναπαράγεται η πιο σκληρή σχέση διαπλοκής. Εκεί είναι ο ορισμός της διαπλοκής. Πρόκειται για μια παρασκηνιακή συναλλαγή, προκειμένου να διασφαλίσει επικοινωνιακή στήριξη προς τη μία κυβέρνηση, με αντάλλαγμα οικονομικές διευκολύνσεις στις σχετικές αποφάσεις που αφορούν τους επιχειρηματίες που ελέγχουν τα Μέσα Ενημέρωσης.» Διαβάστε το κείμενο που ακολουθεί!..

ΣΕ ΣΧΕΤΙΚΗ ερώτηση που έκανε ο βουλευτής κ. Νίκος Νικολόπουλος σχετικώς με τα κανάλια, ο Έλληνας Πρωθυπουργός κ. Αλέξης Τσίπρας απάντησε στη Βουλή των Ελλήνων και συγκεκριμένα στην «Ώρα του Πρωθυπουργού», ως εξής:

«ΑΛΕΞΗΣ ΤΣΙΠΡΑΣ (Πρόεδρος της Κυβέρνησης): Ευχαριστώ, κύριε Πρόεδρε.
Μου δίνετε την ευκαιρία σήμερα να αναφερθώ σε ένα μείζον θέμα, που η αντιμετώπισή του αποτελεί προτεραιότητα της Κυβέρνησης. Επιτρέψτε μου να ξεκινήσω από την κατάσταση που επικρατεί σήμερα στον χώρο των Μέσων Μαζικής Ενημέρωσης στην πατρίδα μας και η οποία πρέπει να εξηγηθεί στον ελληνικό λαό ξεκάθαρα.
Εμείς δεν ερχόμαστε να αντιμετωπίσουμε το θέμα αυτό με όρους πολιτικούς, τι είναι το κάθε κανάλι, ποια συμφέροντα εξυπηρετεί, ποια πολιτική στάση κρατάει. Δεν με απασχολεί αυτό καθόλου. Το γνωρίζετε αυτό. Αν με απασχολούσε και αν μας απασχολούσε, θα είχαμε άλλη στάση και προεκλογικά και μετεκλογικά.
Η ελευθερία του λόγου είναι βασική μας αρχή και η σκληρή κριτική στην κυβέρνηση είναι στοιχείο της δημοκρατίας. Άλλωστε, σε αυτή τη ζωή και σε αυτό τον κόσμο όλοι κρίνονται. Σε τελική ανάλυση, και οι κρίνοντες κρίνονται. Δεν θα μιλήσω, λοιπόν, με όρους πολιτικής. Θα σας απαντήσω με όρους δημόσιου συμφέροντος.
Είναι αδιανόητο για μια κυβέρνηση, κατά την άποψή μου, να συνδέει τη ρύθμιση του ραδιοτηλεοπτικού τοπίου με τον έλεγχο του περιεχομένου των καναλιών. Αυτό δεν πρέπει να συμβεί, δεν μπορεί να συμβεί και δεν θα συμβεί.
Από τα σπάργανα της ελληνικής δημοκρατίας υπήρχαν εφημερίδες που έκαναν ελεύθερα κριτική, ακόμα και πολεμική, στις κυβερνήσεις. Το να ελέγχουν τα Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης την κυβέρνηση και να την αντιπολιτεύονται είναι σημαντικό πράγμα. Εγώ, όμως, θα σας μιλήσω, επαναλαμβάνω, με όρους δημόσιου συμφέροντος.
Αν το πλαίσιο λειτουργίας των Μέσων Μαζικής Ενημέρωσης δεν είναι διαφανές και ξεκάθαρο, αν ρυθμίζεται κάθε φορά σε συμφωνίες κάτω από το τραπέζι, τότε εκεί είναι που μπορεί να δημιουργηθεί μία ομερτά. Εκεί είναι που παράγεται και αναπαράγεται η πιο σκληρή σχέση διαπλοκής. Εκεί είναι ο ορισμός της διαπλοκής. Πρόκειται για μια παρασκηνιακή συναλλαγή, προκειμένου να διασφαλίσει επικοινωνιακή στήριξη προς τη μία κυβέρνηση, με αντάλλαγμα οικονομικές διευκολύνσεις στις σχετικές αποφάσεις που αφορούν τους επιχειρηματίες που ελέγχουν τα Μέσα Ενημέρωσης.
Είχα κάνει ιδιαίτερη μνεία προεκλογικά για το λεγόμενο «τρίγωνο της αμαρτίας» σε αυτόν τον τόπο. Το «τρίγωνο της αμαρτίας» είχε ως μία κορυφή ένα πολιτικό σύστημα σάπιο, στην άλλη κορυφή είχε τα Μέσα Ενημέρωσης και στην τρίτη κορυφή τις τράπεζες.
Οι τράπεζες, σε μία περίοδο όπου σταμάτησαν να δανειοδοτούν τους απλούς επιχειρηματίες, του υγιείς επιχειρηματίες, συνέχισαν να δανειοδοτούν επιχειρήσεις στα Μέσα Ενημέρωσης που δεν πληρούσαν τα κριτήρια δανειοδότησης.
Τα Μέσα Ενημέρωσης στήριζαν τις κυβερνήσεις και οι κυβερνήσεις με τη σειρά τους έδιναν τη δυνατότητα στις διοικήσεις των τραπεζών να ασκούν αυτόν τον πλημμελή έλεγχο στα δάνεια των ραδιοτηλεοπτικών εταιρειών. Κι έτσι κλείνει ο κύκλος.
Κυρίες και κύριοι συνάδελφοι, εμείς έχουμε αποφασίσει αυτόν τον κύκλο της διαπλοκής και της συναλλαγής να τον κλείσουμε. Έχουμε αποφασίσει να κόψουμε αυτήν την κόκκινη κλωστή που συνδέει πολιτικό σύστημα-τράπεζες-Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης, επαναλαμβάνοντας, μάλιστα, ότι αυτό δεν έχει να κάνει καθόλου με το τι πρεσβεύει και το ποιον υποστηρίζει ο καθένας.
Ξέρετε, αν κάποιος κατέχει νόμιμα το δικαίωμα να εκπέμπει, αν έχει κερδίσει τη συχνότητα την οποία κατέχει με βάση του κανόνες του ελεύθερου ανταγωνισμού, αν έχει πληρώσει όσα οφείλει στο δημόσιο, αν είναι, δηλαδή, μία υγιής επιχείρηση, αν δεν έχει ανοικτούς λογαριασμούς και εκκρεμότητες με το κράτος και με τις τράπεζες που στηρίζει -αιμοδοτεί το κράτος με χρέη τα οποία επιβαρύνουν τον ελληνικό λαό- τότε δεν έχει κανένα λόγο να αυτολογοκρίνεται.
Ας δούμε, όμως, ποια είναι η πραγματική κατάσταση στο ραδιοτηλεοπτικό τοπίο:
Η απορρύθμιση του ραδιοτηλεοπτικού τοπίου ξεκίνησε από το 1989, αλλά με έναν τρόπο που ήταν αδιανόητος για ένα ανεπτυγμένο δυτικό, ευρωπαϊκό κράτος. Ο τρόπος με τον οποίο κάποιοι απέκτησαν δικαίωμα να έχουν συχνότητες εθνικής εμβέλειας έναντι κάποιων άλλων, που προφανώς θα ήθελαν, αλλά δεν κατάφεραν να αποκτήσουν αυτό το δικαίωμα, θυμίζει έντονα τον τρόπο με τον οποίο στα ανατολικά κράτη παραδόθηκαν με συνοπτικές διαδικασίες περιουσιακά στοιχεία του δημοσίου σε ολιγάρχες, χωρίς πολλές-πολλές διαβουλεύσεις, χωρίς σχολαστικότητες και, προπαντός, χωρίς διαδικασίες που θα κατοχύρωναν τον ελεύθερο ανταγωνισμό, τη διαφάνεια και το δημόσιο συμφέρον.
Θέλω να θυμίσω ότι από τότε έχουμε αλλάξει οκτώ κυβερνήσεις. Όλες ανεξαιρέτως είχαν μέσα στις πέντε πρώτες προγραμματικές τους επιδιώξεις τη ρύθμιση του ραδιοτηλεοπτικού τοπίου, η οποία θα όφειλε να ξεκινά από το αυτονόητο, από την προκήρυξη διαγωνισμού για τη χρήση των συχνοτήτων.
Ο απλός πολίτης σε αυτόν τον τόπο είχε ακούσει πολιτικές δεσμεύσεις για τη ρύθμιση του ραδιοτηλεοπτικού τοπίου τουλάχιστον από πέντε ή έξι Πρωθυπουργού. Όμως, στο τέλος δεν έγινε τίποτα.
Και θέλω να καταστήσω σαφή το λόγο για τον οποίο δεν έχει γίνει απολύτως τίποτα. Διότι αυτοί που απέκτησαν ως ολιγάρχες το δικαίωμα χρήσης των δημόσιων ραδιοτηλεοπτικών συχνοτήτων, είχαν ήδη αρκετή δύναμη ώστε να μπορούν να επιβάλουν στις εκάστοτε κυβερνήσεις το να μη γίνεται τίποτα απολύτως.
Θα σας θυμίσω τον περιβόητο νόμο για τον «βασικό μέτοχο». Υποτίθεται ότι προσπαθούσε να αποκλείσει από την ιδιοκτησία των καναλιών ανθρώπους ή εταιρείες που είχαν συναλλαγή με το δημόσιο. Απεδείχθη, τελικά, ότι αυτοί οι άνθρωποι και αυτές οι εταιρείες είχαν πολύ μεγαλύτερη δύναμη απ’ ό,τι οι ίδιες οι κυβερνήσεις ή -για να το πω καλύτερα- ότι οι κυβερνήσεις μπορεί να είχαν την πρόθεση, αλλά τελικά δεν είχαν την αντοχή να φτάσουν μέχρι το τέλος του δρόμου.
Και ξέρετε, καλύτερα όταν ανοίγεις μία κόντρα να είσαι αποφασισμένος να φτάσεις έως το τέλος. Εάν δεν είσαι αποφασισμένος να φτάσεις έως το τέλος, καλύτερα να μην την ανοίξεις καθόλου. Έτσι και με την υπόθεση του βασικού μετόχου.
Αργότερα, παρά τις αποφασιστικές διακηρύξεις και τις αλλεπάλληλες τροποποιήσεις, η νομοθεσία έγινε ακόμα πιο ελαστική απ’ ό,τι ήταν πριν, έτσι ώστε αυτοί που έχουν κανάλια να μπορούν να πάρουν ακόμα περισσότερα δημόσια έργα, ακόμα περισσότερες προμήθειες του δημοσίου, αυτό ακριβώς που υποτίθεται ότι ο νόμος αυτός ήθελε να αποκλείσει. Και αυτοί, βεβαίως, που παίρνουν αυτά τα δημόσια έργα και τις προμήθειες μπορούν να ελέγχουν ακόμα περισσότερο τα κανάλια.
Με αυτά και με αυτά η Ελλάδα σήμερα, η χώρα μας, είναι η πιο καθυστερημένη χώρα στη νομοθεσία που ρυθμίζει το ραδιοτηλεοπτικό τοπίο σε όλη την Ευρώπη.
Θέλω, λοιπόν, να πω τα πράγματα με το όνομά τους. Το ζήτημα της ρύθμισης του ραδιοτηλεοπτικού τοπίου είναι υποχρέωσή μας για την τήρηση της νομιμότητας. Και θέλω να σας πω ότι -το γνωρίζετε φαντάζομαι- το 2010 το έθεσαν οι ίδιοι οι δανειστές, λέγοντας το πολύ απλό: «Προσπαθείτε να δημιουργήσετε πλεονάσματα. Ψάχνετε για χρήματα. Ένα δημόσιο αγαθό, όπως οι ραδιοτηλεοπτικές συχνότητες, το παραχωρείτε τσάμπα. Κάντε, λοιπόν, κάτι γι’ αυτό». Από το 2010!
Αυτή ήταν, όμως, η αρχική θέση των δανειστών. Οφείλουμε να αναγνωρίσουμε ότι στο συγκεκριμένο ζήτημα -σε αντίθεση με τη σθεναρή τους στάση στις περικοπές μισθών και συντάξεων και στη λεηλασία του κοινωνικού κράτους- ήταν εξαιρετικά ευέλικτοι!
Οι κυβερνήσεις των μνημονίων –ξέρετε- είχαν πάντοτε ισοδύναμα μέτρα να προτείνουν με κοινωνικό κόστος, με κοινωνική διάλυση, προκειμένου να μην διαταραχθεί αυτό το σύστημα της διαπλοκής. Και κατανοείτε όλοι σας το γιατί. Διότι είναι προτιμότερο να κοπούν οι συντάξεις, αλλά να έχεις Μέσα Ενημέρωσης που να στηρίζουν ότι αυτό γίνεται για τη σωτηρία της χώρας και της πατρίδας, παρά να τα βάλεις με αυτούς που σε στηρίζουν.
Αυτή είναι, λοιπόν, η διαφορά αντίληψης που έχουμε εμείς. Εμείς θεωρούμε ότι αυτοί που μας στηρίζουν και είμαστε εδώ και θα είμαστε για όσο μας στηρίζουν, δεν είναι αυτοί που ελέγχουν τα Μέσα Ενημέρωσης, αλλά είναι ο ελληνικός λαός, είναι αυτοί που τους κόπηκαν οι συντάξεις, τους κόπηκε ο μισθός, τους κόπηκε το όνειρο, η ανάσα ζωής, όλα αυτά τα χρόνια.
(Χειροκροτήματα από την πτέρυγα του ΣΥΡΙΖΑ)

Το ακόμα χειρότερο, όμως, είναι η μετάβαση από το αναλογικό στο ψηφιακό τοπίο, μια μετάβαση που οι περισσότεροι Έλληνες και Ελληνίδες την πληροφορήθηκαν από ένα χαριτωμένο διαφημιστικό καρτούν, το οποίο τους ενημέρωνε ότι θα πρέπει να πάρουν πια αποκωδικοποιητή για να βλέπουν τηλεόραση και να ρυθμίσουν ξανά όλα τα κανάλια που πιάνει ο δέκτης της τηλεόρασής τους. Ελάχιστοι μπορούσαν να κατανοήσουν ότι αυτό που συνέβαινε ήταν κάτι πιο σοβαρό.
Ήταν μία μπίζνα σε βάρος του δημόσιου συμφέροντος. Γιατί αυτό ήταν!
Αυτό που συνέβαινε ήταν ότι η προηγούμενη Κυβέρνηση για λόγους σκοπιμότητας -και το λέμε ρητά και ξεκάθαρα!- έδωσε σε αυτούς που είχαν καπαρώσει τις δημόσιες συχνότητες, χωρίς μόνιμο διαγωνισμό, τη δυνατότητα να περάσουν χωρίς κόστος στο ψηφιακό σήμα, φτιάχνοντας, μάλιστα, οι ίδιοι μια εταιρεία-πάροχο που θα τους εξυπηρετεί.
Για να προχωρήσει, μάλιστα, το σχέδιο αυτό, έκλεισε αιφνιδιαστικά η ΕΡΤ, η οποία θα μπορούσε να συγκροτήσει μια δεύτερη ψηφιακή πλατφόρμα, όπως άλλωστε επιβάλλουν οι κανόνες του ελεύθερου ανταγωνισμού.
Να είμαστε, λοιπόν, ξεκάθαροι: Ο λόγος για τον οποίο το ραδιοτηλεοπτικό τοπίο παραμένει αρρύθμιστο και λεηλατείται από ισχυρούς οικονομικούς παράγοντες, είναι συγκεκριμένος: Είναι η σχέση διαπλοκής και αλληλοκάλυψης ανάμεσα στις εκάστοτε κυβερνήσεις και στους κάθε είδους εργολάβους, σχέση ετεροβαρής, σχέση απολύτως επιβλαβής για το δημόσιο συμφέρον.
Ας μην επεκταθούμε πάνω σε αυτό, γιατί το ζήτημα των ΜΜΕ είναι ζήτημα για το οποίο η κοινωνία βοά πάνω από τριάντα και πλέον χρόνια και οι κυβερνήσεις του υποτιθέμενου εκσυγχρονισμού, που θα εκσυγχρόνιζαν τη χώρα, δεν έχουν κάνει τίποτα γι’ αυτό.
Θα πω μόνο ότι για εμάς αυτό είναι ένα τεράστιο στοίχημα. Η πραγματική κατοχύρωση του δημόσιου συμφέροντος στον τόπο είναι ένα τεράστιο στοίχημα. Και από το στοίχημα αυτό θα κριθούμε. Γι’ αυτό πρωταρχική προτεραιότητα της παρούσας Κυβέρνησης δεν είναι τίποτα περισσότερο απ’ αυτό για το οποίο τόσες άλλες κυβερνήσεις είχαν δεσμευτεί στις προγραμματικές τους δηλώσεις, δηλαδή η ρύθμιση του ραδιοτηλεοπτικού τοπίου.
Πρώτο βήμα γι’ αυτήν τη ρύθμιση είναι η διεξαγωγή ενός διαφανούς και αδιάβλητου διαγωνισμού που θα χορηγήσει άδειες για τη χρήση των ραδιοτηλεοπτικών συχνοτήτων, έτσι ώστε η παραχώρηση ενός δημόσιου αγαθού να αποφέρει τα έσοδα τα οποία είναι εξαιρετικά αναγκαία στην παρούσα φάση. Παράλληλα, όσοι έκαναν μέχρι σήμερα χρήση των συχνοτήτων, θα πρέπει να δώσουν λογαριασμό για το αν τηρούν τις φορολογικές τους υποχρεώσεις απέναντι στο νόμο, όπως κάθε άλλος πολίτης και κάθε άλλη επιχείρηση υποχρεούται να τηρεί αυτές τις υποχρεώσεις απέναντι στο νόμο. Δεν υπάρχουν πολίτες δύο ταχυτήτων!
Τέλος, θα ήθελα να πω και για το γεγονός ότι πρέπει αυτές οι υποχρεώσεις απέναντι στο νόμο, σε ό,τι αφορά φόρους οι οποίοι δεν εισπράχθηκαν ποτέ, να ελεγχθούν και να καταβληθούν. Αυτή είναι η πρόθεσή μας. Το τέλος που υποχρεούνται να καταβάλουνν το οποίο δεν έχουν καταβάλει, πρέπει βάσει των νόμων να αποδοθεί. Να είστε σίγουροι ότι τεχνικά, λογιστικά κόλπα, που εμφανίζουν ισοσκελισμένες τις οφειλές και τις απαιτήσεις, δεν πρόκειται να αναγνωριστούν, όπως και καμμία επίφαση νομιμότητας.
Στην Ελλάδα υπάρχουν νόμοι και είμαστε αποφασισμένοι αυτούς τους νόμους να τους εφαρμόσουμε.
Αν κάποιος εκμεταλλεύεται μια δημόσια παραλία, βάζει ξαπλώστρες και ομπρέλες και δεν έχει πληρώσει αυτήν τη δημόσια παραλία στο δήμο για τριάντα χρόνια, δεν μας προκαλεί αγανάκτηση; Θα ήταν τεράστιο θέμα στα δελτία ειδήσεων των 20.00΄. Δεν έχει γίνει ποτέ τεράστιο θέμα στα δελτία ειδήσεων των 20.00΄ ότι η αντίστοιχη κατάληψη των δημοσίων συχνοτήτων από το 1989 δεν έχει αποδώσει τα οφειλόμενα από το νόμο στο δημόσιο ταμείο.
Θέλω να ξεκαθαρίσω για άλλη μια φορά ότι δεν μας ενδιαφέρει αν αυτοί τους οποίους καλούμε να εφαρμόσουν το νόμο θα είναι φιλικοί ή εχθρικοί απέναντί μας. Καλοπροαίρετη η κριτική, καλοπροαίρετη και η επίθεση. Τα παράσημά μας είναι οι επιθέσεις απ’ αυτούς που δεν τηρούν το νόμο σε αυτήν τη χώρα. Και αυτά τα παράσημα για εμάς είναι παράσημα αξιοπιστίας.
(Χειροκροτήματα απ’ την πτέρυγα του ΣΥΡΙΖΑ και των Ανεξαρτήτων Ελλήνων)

Θα ήθελα, τέλος, να σας πω, κυρίες και κύριοι συνάδελφοι, πως σε ό,τι αφορά τα ζητήματα τα οποία θέσατε και έχουν να κάνουν όχι μόνο με τη διαδικασία τη διαγωνιστική, η οποία θα είναι ανοιχτή και αδιάβλητη, αλλά και με την εφαρμογή του νόμου σε μια σειρά από υποθέσεις που σχετίζονται, ενδεχομένως, και με ιδιοκτήτες Μέσων Ενημέρωσης, η Κυβέρνηση δεν έχει ρεβανσιστική διάθεση, δεν κοιτάει ποιος είναι αυτός όταν ζητεί από τη δικαιοσύνη να εφαρμόσει τον νόμο.
Σας διαβεβαιώνω, κύριε Νικολόπουλε, πως ούτε είχα ενημερωθεί ούτε γνώριζα ποια πρόσωπα είναι αυτά τα οποία θα κληθούν να καθίσουν στον πάγκο της δικαιοσύνης. Απλώς ζήτησα δημόσια -και το επαναλαμβάνω- όλοι όσοι δεν έχουν κληθεί να πληρώσουν από υποθέσεις φοροδιαφυγής, όπως είναι η πολύκροτη υπόθεση της λίστας Λαγκάρντ, να κληθούν να πληρώσουν όπως κάθε πολίτης σε αυτόν τον τόπο. Κάθε κατεργάρης στον πάγκο του, όπως κι αν λέγεται!
(Χειροκροτήματα από την πτέρυγα του ΣΥΡΙΖΑ και των Ανεξαρτήτων Ελλήνων)
Αναφερθήκατε, επίσης, στο θέμα του Διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος. Κοιτάξτε, κύριε Νικολόπουλε, εμείς απέναντι στους ανθρώπους που ασκούν με ευθύνη τούτες τις κρίσιμες ώρες ένα πολύ σημαντικό έργο, δεν ερχόμαστε με διάθεση να κρίνουμε το έργο τους με βάση το αν έχουμε τις ίδιες απόψεις ή όχι, το αν συγκρουστήκαμε στο παρελθόν ή όχι. Δεν έχουμε καμία διάθεση ρεβανσισμού ή αντεκδίκησης. Απαιτούμε, όμως, από όλους αυτούς να είναι συνεπείς απέναντι στο έργο που έχουν αναλάβει και να τηρούν την εθνική γραμμή. Ο Διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδος θα κριθεί από την ικανότητά του να διαχειριστεί και να φέρει εις πέρας την ορθή και ασφαλή λειτουργία του τραπεζικού συστήματος. Έχει μια μεγάλη ευθύνη και από αυτή την ευθύνη θα κριθεί.
Για όλα τα υπόλοιπα, θέλω να σας επαναλάβω ότι εμείς δεν θα κρύψουμε τίποτα. Η Εξεταστική Επιτροπή για το μνημόνιο θα ανοίξει όλες τις πτυχές. Όμως, αυτή την Εξεταστική Επιτροπή δεν την κάνουμε προκειμένου να στοχοποιήσουμε ανθρώπους, αλλά προκειμένου να αναδειχθούν όλα τα σκοτεινά σημεία. Και σας διαβεβαιώνω για το εξής: Όπου υπάρχουν ενδείξεις για ευθύνες -όχι μόνο πολιτικές- φαντάζομαι ότι η Επιτροπή αυτή δεν θα διστάσει να φέρει το θέμα στην Ολομέλεια της Βουλής.
Σας ευχαριστώ πολύ.
(Χειροκροτήματα από την πτέρυγα του ΣΥΡΙΖΑ και των Ανεξαρτήτων Ελλήνων)»