18/09/15 22:11 - Πώς έγινε ακριβώς ο ενταφιασμός του Έκτορα;

 

Πώς έγινε ακριβώς ο ενταφιασμός του Έκτορα;

Ο θάνατος του Πάτροκλου έκανε τον Αχιλλέα να ξαναμπεί στη μάχη ζητώντας να εκδικηθεί το χαμό του επιστήθιου φίλου του. Αφού σκότωσε τον Έκτορα, έδεσε το πτώμα του πίσω από το άρμα του και το έσυρε τρεις φορές γύρω από τον τάφο του Πάτροκλου. Η Αφροδίτη όμως προφύλαξε το σώμα του από τη σήψη ραντίζοντάς το με αμβροσία και ο Απόλλωνας το προφύλαξε από τον ακρωτηριασμό. Μετά δώδεκα μέρες ο Αχιλλέας το παρέδωσε στο γερο-Πρίαμο για ταφή. Πώς έγινε όμως η ταφή; Διαβάστε πώς περιγράφει το σκηνικό ο ίδιος ο Όμηρος και αποδίδει στη νεοελληνική ο Ιάκωβος Πολυλάς!..

ΟΠΩΣ όλοι γνωρίζουν, ο Έκτορας ήταν ένα μυθικό πρόσωπο, από τους κεντρικούς ήρωες της Ιλιάδας του Ομήρου, όπου παρουσιάζεται ως ο κορυφαίος των Τρώων. Ήταν ο πρωτότοκος γιος του Πριάμου και της Εκάβης, άντρας της Ανδρομάχης και πατέρας του Αστυάνακτα. Η τύχη της Τροίας συνδεόταν με την τύχη του Έκτορα, γιατί ο θάνατός του θα είχε ως αποτέλεσμα την άλωσή της. Ο Όμηρος τον παρουσιάζει ως πρότυπο πολεμικού ήρωα. Αγωνίζεται για την πατρίδα του «μέχρις εσχάτων», παρόλο που προβλέπει την πτώση της. Χαρακτηριστική είναι η φράση του ήρωα από την Ιλιάδα: «Εις οιωνός άριστος, αμύνεσθαι περί πάτρης». Στέκεται σε ανώτερο ηθικό επίπεδο από τους άλλους ήρωες του έργου και με την αρετή του, την ευλάβειά του στους θεούς, το σεβασμό προς τους γονείς, την αφοσίωση στη γυναίκα του και τη στοργή στο γιο του, προκαλεί τη συμπάθεια και τη συγκίνηση. Αντικαθιστά το γέρο πατέρα του στα πολιτικά πράγματα της Τροίας. Την εποχή που ο Αχιλλέας αποσύρθηκε στη σκηνή του, μετά τη φιλονικία του με τον Αγαμέμνονα, ο Έκτορας καταδίωξε τους Έλληνες μέχρι τα καράβια τους και έβαλε φωτιά στο πλοίο του Πρωτεσίλαου. Σκότωσε τον Πάτροκλο που φορούσε την πανοπλία του Αχιλλέα και τη φόρεσε ο ίδιος. Ο θάνατος του Πάτροκλου έκανε τον Αχιλλέα να ξαναμπεί στη μάχη ζητώντας να εκδικηθεί το χαμό του επιστήθιου φίλου του. Αφού σκότωσε τον Έκτορα, έδεσε το πτώμα του πίσω από το άρμα του και το έσυρε τρεις φορές γύρω από τον τάφο του Πάτροκλου. Η Αφροδίτη όμως προφύλαξε το σώμα του από τη σήψη ραντίζοντάς το με αμβροσία και ο Απόλλωνας το προφύλαξε από τον ακρωτηριασμό. Μετά δώδεκα μέρες ο Αχιλλέας το παρέδωσε στο γερο-Πρίαμο για ταφή. Μετά την καθιερωμένη τελετή ο Έκτορας κηδεύτηκε με τις μεγαλύτερες τιμές μέσα σε γενικό πένθος. Στα μεταγενέστερα χρόνια λατρευόταν ως ήρωας από τους κατοίκους της Τροίας και άλλων περιοχών της Ελλάδας.
Ας διαβάσουμε τώρα πώς έγινε ακριβώς ο ενταφιασμός του Έκτορα, έτσι όπως περιγράφει το σκηνικό ο Όμηρος και αποδίδει στη νεοελληνική ο Ιάκωβος Πολυλάς:

Και ως είπ’ εκείνοι εχώρισαν τ’ αμάξι να περάσει.
Και αφού στα ωραία δώματα το λείψανο ανεβάσαν
στην κλίνην το απόθεσαν, κι εκάθισαν στο πλάγι
τους θρηνωδούς, το θλιβερό τραγούδι ν’ αρχινήσουν.

Και αντιφωνούσαν κλαίοντας στον θρήνον οι γυναίκες.
Και η λευκοχέρ’ αρχίνησε τον θρήνον Ανδρομάχη
στην κεφαλήν του Έκτορος, απλώνοντας τα χέρια:

«Άνδρα μου, νέος πέθανες, κι εμέν’ αφήνεις χήραν
στο σπίτι με το τρυφερό παιδί που εμείς οι δυο
οι άμοιροι εγεννήσαμεν. Και δεν θα μεγαλώσει
ωιμένα, ότι γρήγορα τούτη θα πέσ’ η πόλη
τώρα που εσύ χάθηκες, ο στύλος της, η ασπίδα,
που τα παιδιά της έσωζες και τες σεμνές μητέρες,
που γρήγορα στα πλοία τους θενά μας ρίξουν όλες
και συ μαζί μου, τέκνον μου, θα είσαι να δουλεύεις
με κόπον σ’ έργα ουτιδανά καταδυναστευμένος
κάτω από κύριον σκληρόν, αν πρωτα δεν σε ρίξει
από του πύργου την κορφήν να κακοθανατίσεις
κανείς οπού του εφόνευσεν ο Έκτωρ τον πατέρα,
τον αδελφόν ή το παιδί, διότι από το χέρι
εκείνου πλήθος Αχαιών εδάγκασαν το χώμα.

Ότι ο πατέρας σου απαλός στον πόλεμον δεν ήταν.
Για τούτο σήμερα ο λαός ολόκληρος τον κλαίγει,
και λύπη θα’σαι αμίλητη, ω Έκτορ, στους γονείς σου,
μόν’ άλλος είναι ο πόνος μου. Στην κλίνην σου, ω γλυκέ μου,
δεν πέθανες, το χέρι σου στο χέρι μου ν’ απλώσεις,
και κάποιον λόγον φρόνιμον να βάλεις στην καρδιά μου
ημέρα νύκτα μες στο νου να το’χω και να κλαίω.».

Και με τον θρήνον πόκαμνε στενάζαν οι γυναίκες
και ανάμεσόν τους άρχισε κι η Εκάβη να θρηνήσει:

«Έκτορ, ω το ακριβότερο απ’όλα τα παιδιά μου,
και όταν μου εζούσες, οι θεοί, γλυκέ μου, σ’ αγαπούσαν
και τώρα μες στον θάνατον ακόμη σε λυπούνται.

Τ’ άλλα παιδιά μου, όσα’πιανεν ο γρήγορος Πηλείδης
απόπερ’ απ’ την θάλασσαν στα ξένα τα επουλούσε
στην Λήμνον την σκοταδερή, στην Σάμον και στην Ίμβρον.
Και συ αφού σ’ ενέκρωσεν η λόγχη του και γύρω
του φίλου οπού του εφόνευσες τον τάφον σ’ έχει σύρει,
και όμως με αυτό δεν έκαμε τον φίλον ν’ αναζήσει,
εμπρός μου τώρα δροσερός και ανέγγιχτος στο σπίτι
κείτεσαι, ωσάν τον άνθρωπον που την ψυχήν του επήρε
ο Φοίβος ο αργυρότοξος με τ’ άλυπά του βέλη.».

Και η κλάψα της εσήκωσε γύρω οδυρμόν και θρήνους.

Και τρίτ’ η Ελένη άρχισε τον θρήνον της κι εκείνη:

«Ω Έκτορ μου, ο ακριβότερος των αδελφών του ανδρός μου,
κι είν’ άνδρας μου ο θεόμορφος Αλέξανδρος που εμένα
εδώ στην Τροίαν έφερε. Να’χα πεθάνει πρώτα.
Χρόνοι επεράσαν είκοσιν αφ’ ότου εκείθεν ήλθα
και άφησα την πατρίδα μου. Και απ’ τα δικά σου χείλη
λόγον ποτέ δεν άκουσα κακόν να με πικράνει.

Και αν κάποιος απ’ τους αδελφούς ή από τες αδελφές σου
ή από τες συννυφάδες μου με απόπαιρνεν ή ακόμη
η πεθερά μου – ο πεθερός με αγάπα ωσάν πατέρας –
συ μόνος τον ημέρωνες με λόγια μελωμένα
με την αγαθοσύνην σου. Για τούτο σένα κλαίω
και αντάμα εμέ την άμοιρην και σχίζεται η καρδιά μου.
Ότι κανείς δεν μόμεινεν εις όλην την Τρωάδα
να είναι φίλος της καρδιάς και μ’ αποστρέφοντ’ όλοι.».

Και ως έκλαιε τριγύρω της εστέναζαν τα πλήθη.
Και τότε ο γέρος Πρίαμος επρόσταξε στα πλήθη:

«Στην πόλην, Τρώες, φέρετε τα ξύλα, μη φοβείσθε
καρτέρι από τους Αχαιούς. Μου έταξε ο Πηλείδης
όταν από τες πρύμνες του αυτός μ’ επροβοδούσε,
πριν φέξ’ δωδεκάτη αυγή να μη μας πολεμήσει.».

Και αυτοί τες μούλες έζεψαν στ’ αμάξια και τους ταύρους
και με σπουδήν συνάχθηκαν εμπρός στην πόλην όλοι
κι εννιά ημέρες έφερναν από το δάσος ξύλα.

Και άμα η δεκάτη εφάνη αυγή τον κόσμον να φωτίσει
τότ’ έβγαλαν τον Έκτορα και κλαίοντας τον θέσαν
εις της πυράς την κορυφήν, κατόπι την ανάψαν.

Και άμα η ροδοδάκτυλη Ηώς στον κόσμο εφάνη,
εις την πυράν ολόγυρα του Έκτορος του ανδρείου
όλος συνάχθηκε ο λαός κι άφθονο πρώτα εχύσαν
κρασί μες στην πυρκαϊά και την εσβήσαν όλην
ως κει που εβόσκησε η φωτιά, κι οι αυτάδελφοι και οι φίλοι
κατόπιν όλα εσύναξαν τα άσπρα κόκαλά του,
κι ετρέχαν δάκρυα θερμά από τα μάγουλά τους.

Και μέσα εις χρυσήν λάρνακα τα εθέσαν κατόπι
με πορφυρά και μαλακά σεντόνια τυλιγμένα.

Κατόπι τα εκατέβασαν μες στο βαθύ κιβούρι
κι επάνω εστοίβασαν πυκνά λιθάρια και μεγάλα
και αφού τάφον εσήκωσαν με χώματα εκαθόνταν
φύλακες απ’ τους Αχαιούς το μνήμα να φρουρήσουν.

Και αφού το μνήμα ετοίμασαν, συναθροισθήκαν όλοι
με τάξιν και εκάθησαν στο θαυμαστό τραπέζι
μέσα στα υψηλά δώματα του σεβαστού Πριάμου.

Αυτός του ανδρείου Έκτορος ο ενταφιασμό εγίνη.