16/10/15 22:20 - Ποιος διαβάζει σήμερα Τα Ψηλά Βουνά;

 

Ποιος διαβάζει σήμερα Τα Ψηλά Βουνά;

Πάλι καλά που υπάρχουν και σήμερα άνθρωποι οι οποίοι σκύβουν πάνω σε μεγάλους Έλληνες λογοτέχνες (ποιητές και πεζογράφους), όπως ο Ζαχαρίας Παπαντωνίου!.. Ας διαβάσουμε κάτι χαρακτηριστικό από τις Τρεις Φωτιές: «Τα παιδιά την κοίταζαν και ρωτούσαν το ένα το άλλο: ποιος τάχα την άναψε; Μήπως οι τσοπάνηδες που βόσκουν τα κοπάδια; Μήπως οι λοτόμοι που κόβουν τα δέντρα με τα τσεκούρια; Ή μήπως κανένας που πήγε να προσκυνήσει στον ΑϊΛια; Κάπου εκεί κοντά είναι αυτό το μοναστήρι…»!.. Διαβάστε το κείμενο που ακολουθεί!...

ΟΙ ΤΡΕΙΣ ΦΩΤΙΕΣ

Βραδιάζει. Τι λαμπρή φωτιά είναι αυτή που φάνηκε στο βουνό!
Πρώτος ο Φάνης την είδε. Πρώτος αυτός βλέπει τις ομορφιές της γης και τ’ ουρανού και τις δείχνει στ’ άλλα παιδιά: τον ήλιο που βασιλεύει, τα σύννεφα που τρέχουν στον ουρανό, το άστρο που καθρεφτίζεται στο ρυάκι.
«Κοιτάτε», είπε, «μια φωτιά εκεί απάνω!» κι έδειξε τη φωτιά στα δυο παιδιά που ήταν μαζί του, στο Μαθιό και στον Κωστάκη.
Κάθονταν κι οι τρεις αυτή την ώρα στο πεζούλι της εκκλησίας. Ήταν κουρασμένοι από το πολύ παιχνίδι. Είχαν διακοπές.
«Ναι, αλήθεια, μια φωτιά!» είπαν οι άλλοι δυο.
«Πώς λάμπει!» είπε ο Φάνης. «Σαν το χρυσάφι».

Τα παιδιά την κοίταζαν και ρωτούσαν το ένα το άλλο: ποιος τάχα την άναψε; Μήπως οι τσοπάνηδες που βόσκουν τα κοπάδια; Μήπως οι λοτόμοι που κόβουν τα δέντρα με τα τσεκούρια; Ή μήπως κανένας που πήγε να προσκυνήσει στον ΑϊΛια; Κάπου εκεί κοντά είναι αυτό το μοναστήρι.
«Μπορεί να μην την άναψαν άνθρωποι», είπε ο Κωστάκης.
«Τότε ποιος;» «Μπορεί να την άναψε ο Αράπης».
«Και τι είναι αυτός ο Αράπης;» ρώτησαν οι άλλοι δυο.
«Είναι ένας μεγάλος αράπης που έχει τη σπηλιά του εκεί απάνω σ’ ένα βράχο. Στη μέση στο βουνό λένε πως είναι αυτός ο βράχος».
«Σώπα, καημένε Κωστάκη», λέει ο Μαθιός. «Το πιστεύεις εσύ; Εγώ δεν το πιστεύω. Ποιος το είδε;»
«Το έλεγε η γιαγιά μου».
«Και πού τον ξέρει αυτή;»
«Είναι πολύ γριά η γιαγιά μου».
Όσο νύχτωνε, τόσο έλαμπε αυτή η φωτιά· κι όσο έλαμπε, τόσο ο Κωστάκης πίστευε τη γιαγιά του. Ο Μαθιός δεν πίστευε τίποτα. Ήταν βέβαιος πως τη φωτιά την είχε ανάψει ο τσοπάνης. Ο Φάνης δε μιλούσε.
«Φάνη! Φάνη! Τρεις φωτιές, τρεις φωτιές!»
Έτσι ακούστηκαν να φωνάζουν δυο παιδιά που έτρεχαν κατά το μέρος εκείνο για να βρούνε το Φάνη. Ο Φάνης τις είχε ιδεί εκείνη τη στιγμή. Στη μια φωτιά κοντά είχαν ανάψει κι άλλες δυο. Τρεις χρυσές φωτιές έλαμπαν αραδιασμένες στο βουνό, που δε φαίνεται πια παρά σα θεόρατος γαλανός ίσκιος απάνω στον ουρανό. Ο Φάνης τις κοίταζε με θαυμασμό.
«Ποιος τις άναψε;» ρωτά και πάλι ο Μαθιός.
«Τι λες εσύ, Φάνη;»
Ο Φάνης απάντησε:
«Να ήμαστε εκεί απάνω!»