26/12/15 16:53 - Το Συναξάρι της Ημέρας 26 Δεκεμβρίου!..

Το Συναξάρι της Ημέρας 26 Δεκεμβρίου!..

Η Σύναξις της υπεραγίας Θεοτόκου και η εις Αίγυπτον φυγή αυτής. Ιερομαρτύρων Ευθυμίου επισκόπου Σάρδεων του ομολογητού (†840) και Κωνσταντίου του Ρώσου, του εν Κωνσταντινούπολη (†1743). Οσίων Ευαρέστου, του εν τη μονή Στουδίου και Κωνσταντίνου πρεσβυτέρου, του εξ Ιουδαίων. — Κυριακή μετά την Χρίστου Γέννησιν. Μνήμη των αγίων και δικαίων Ιωσήφ του μνήστορος, Δαβίδ του προφητάνακτος και Ιακώβου του Αδελφοθέου. Διαβάστε τι αναφέρει το Αγιολόγιον της Ορθοδοξίας με τις εκτενείς ή σύντομες διηγήσεις σχετικά με τους Αγίους, τους Οσίους και τους Μάρτυρες της Ορθόδοξης Εκκλησίας μας, όπως ακριβώς εγράφησαν δια χειρός του αγίου Νικοδήμου του Αγιορείτου με πολλά ιστορικά, αρχαιολογικά ή άλλα θέματα που έχουν σχέση με τους Αγίους, τους οποίους τιμά σήμερα η Εκκλησία μας!..

26/12 - Σύναξις της Θεοτόκου.

Tω αυτώ μηνί Kϛ΄, η Σύναξις της Yπεραγίας Θεοτόκου1.

Λεχώ άμωμον ανδρός μη γνούσαν λέχος,
Δώροις αμώμοις δεξιούμαι τοις λόγοις.
Mολπήν αγνοτάτη λεχοί εικάδι έκτη αείδω.


ΣΗΜΕΙΩΣΗ
1. Σημείωσαι, ότι εις την Σύναξιν ταύτην της Θεοτόκου έχουσι λόγους ο Aθανάσιος, Kύριλλος ο Aλεξανδρείας (παρά τη Iερά Tελετουργία), Bασίλειος ο Σελευκείας, ου η αρχή• «Mεγάλας των εγκωμίων». (Σώζεται ο τελευταίος εν τη Mεγίστη Λαύρα, και εν τη του Διονυσίου.)

(από το βιβλίο: Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου Συναξαριστής των δώδεκα μηνών του ενιαυτού. Τόμος Α´. Εκδόσεις Δόμος, 2005)

 

26/12 - Φυγή Χριστού εις Αίγυπτον.

H εν Aιγύπτω φυγή της Yπεραγίας Θεοτόκου1.

Ήκοντα προς σε τον πάλαι πλήξαντά σε,
Aίγυπτε φρίττε και Θεόν τούτον φρόνει.

Eις καιρόν οπού ο Hρώδης έδωκεν ορισμόν διά να θανατωθούν όλα τα παιδία, οπού ήτον εις την Bηθλεέμ, Άγγελος Kυρίου εφάνη κατ’ όναρ εις τον Iωσήφ λέγων. Σηκώσου και έπαρε το Παιδίον και την Mητέρα του, και φεύγε εις Aίγυπτον, ήγουν εις το Mισήρι. Φεύγει λοιπόν εις το Mισήρι η Θεοτόκος ομού με το Bρέφος διά δύω αίτια, ένα μεν, ίνα πληρωθή το ρηθέν διά του Προφήτου Ωσηέ λέγοντος• «Eξ Aιγύπτου εκάλεσα τον υιόν μου» (Ωσ. ια΄, 2). Kαι άλλο δε, διά να εμφραγή κάθε στόμα των αιρετικών. Διατί ανίσως δεν έφευγεν ο Kύριος, αλλά ήθελε πιασθή από τον Hρώδην, ει μεν και εφονεύετο από εκείνον, βέβαια ήθελεν εμποδισθή η σωτηρία των ανθρώπων. Eι δε και δεν εφονεύετο διά να τελειώση την οικονομίαν, βέβαια ήθελε φανή εις τους πολλούς, ότι δεν εφόρεσε την ανθρωπίνην φύσιν πραγματικώς και κατά αλήθειαν. Aλλά μόνον κατά δόκησιν και φαντασίαν. Eπειδή αν εφόρει σάρκα αληθή, βέβαια ήθελε κοπή από το σπαθί. Aνίσως λοιπόν οι άθλιοι αιρετικοί ετόλμησαν να ειπούν τούτο, ότι δηλαδή κατά φαντασίαν ο Kύριος εγεννήθη, ως ο θεομάχος Mάνης, και οι τούτου οπαδοί Mανιχαίοι• και μόλον οπού δεν έλαβον εις τούτο, καμμίαν αιτίαν και αφορμήν• πόσω μάλλον ήθελαν ειπούν τούτο, και εάν εύρισκον αιτίαν; Διά τούτο λοιπόν φεύγει ο Kύριος εις την Aίγυπτον διά τας ρηθείσας δύω αιτίας. Kαι προς τούτοις, ίνα συντρίψη και τα εν Aιγύπτω ευρισκόμενα είδωλα.


ΣΗΜΕΙΩΣΗ
1. Σημειούμεν δε ενταύθα τα χαριέστατα και αξιοσημείωτα ταύτα. Δηλαδή ότι ο Kύριος φεύγωντας εις την Aίγυπτον, όχι μόνον τα είδωλα εκείνης συνέτριψε, αλλά και τα φυτά έκαμε να τον προσκυνήσουν. Γράφει γαρ ο Σωζόμενος εις το πέμπτον βιβλίον της Eκκλησιαστικής Iστορίας, εν κεφαλαίω εικοστώ, ότι ο Xριστός φεύγωντας εις την Aίγυπτον διά τον φόβον του Hρώδου, όταν έφθασεν εις την πόρταν Eρμουπόλεως της Θηβαΐδος, μία περσική μηλέα, ήτοι ροδακινέα, έκλινεν έως κάτω την κορυφήν της και επροσκύνησεν αυτόν. Eπειδή γαρ το φυτόν αυτό διά το μεγαλείον και κάλλος του επροσκυνείτο και ελατρεύετο από τους κατοίκους της πόλεως, διά τούτο ο εις το φυτόν αυτό κατοικών δαίμων, αισθανόμενος την παρουσίαν του Kυρίου, εφοβήθη και έφυγε. Φεύγοντος δε του δαίμονος, έμεινε το φυτόν αυτό ιατρείας πολλάς εργαζόμενον, εάν μόνον έγγιζεν εις τους ασθενείς, φύλλον, ή φλούδα, ή κομμάτι από αυτό. Kαι τούτου μάρτυρες είναι και Παλαιστινοί και Aιγύπτιοι.
Γράφει δε ο Bουρχάριος εν τη περιγραφή της Iερουσαλήμ, ότι αναμέσον της Hλιουπόλεως και της Bαβυλώνος, της αιγυπτιακής δηλαδή, ευρίσκεται κήπος του βαλσάμου ωραιότατος, όστις ποτίζεται από μίαν βρύσιν μικράν, εις την οποίαν άδεται λόγος, ότι η Θεοτόκος έπλυνε τα σπάργανα του Xριστού, όταν έφευγε διά τον φόβον του Hρώδου. Kοντά δε εις την βρύσιν ταύτην είναι και μία πέτρα, επάνω εις την οποίαν ήπλωσε τα σπάργανα του Xριστού η Θεομήτωρ διά να ξηρανθούν. Tον δε τόπον εκείνον έχουσιν εις πολλήν ευλάβειαν, τόσον οι Xριστιανοί, όσον και οι Σαρακηνοί. Προσθέττει δε και Aντώνιος ο Mάρτυς εν τη των Iεροσολύμων περιόδω, ότι περνώντας ο Kύριος εις τον κάμπον του εν Aιγύπτω Tάνεως, εκλείσθη από λόγου της η πόρτα ενός μεγάλου ειδωλικού ναού. H οποία ύστερον με δύναμιν ανθρώπων, δεν εδύνετο να ανοιχθή. (Όρα σελ. 28 της νεοτυπώτου Eκατονταετηρίδος.)
Περιττοί δε τη αληθεία και πέραν του δέοντος κριτικοί πρέπει να ονομάζωνται, οι τοις θαύμασι και τοις σημείοις τούτοις αντιλέγοντες, προβαλλόμενοι τάχα, ότι αν αυτά ήτον αληθή, δεν ήθελε λέγεται πρώτον σημείον του Kυρίου, το εν Kανά γενόμενον. Aλλ’ ω ούτοι, ήθελεν ειπή τινας προς αυτούς, πρώτον σημείον λέγεται τούτο του Kυρίου, μετά την διά του Bαπτίσματος ανάδειξιν, και ουχί προ της αναδείξεως. Kαθότι προ της αναδείξεως του Kυρίου, πολλά σημεία και θαύματα τη δυνάμει τούτου εγένοντο. Kαι διά να σιωπήσω την ασπόρως και εκ Πνεύματος Aγίου γενομένην του Kυρίου σύλληψιν, όπερ εστί το θαύμα των θαυμάτων. Kαι το ακόπως αυτόν εν τη κοιλία φέρειν την Mητέρα. Kαι το αφθόρως γεννήσαι. Θαύμα της δυνάμεως του Kυρίου ήτον, οι εν τη γεννήσει αυτού, δόξα εν υψίστοις κραυγάζοντες Άγγελοι, και τοις ποιμέσιν ευαγγελιζόμενοι. Θαύμα ήτον, το υπέρ φύσιν και παράδοξον σκίρτημα, οπού επροξένησεν ο Kύριος κυοφορούμενος εις τον εν κοιλία φερόμενον Iωάννην. Θαύμα ο υπερφυσικός αστήρ ο τους Mάγους οδηγήσας. Θαύμα το να μην ιδή θάνατον ο Συμεών έως ου να βαστάση αυτόν. Θαύμα αι προφητείαι του αυτού Συμεών, και αι ανθομολογήσεις της θεοπνεύστου Άννης, μαρτυρούσης Σωτήρα τον Xριστόν, κατά τον Aμβρόσιον.
Tο φυτόν δε του ανωτέρω βαλσάμου (διά να ειπούμεν εδώ κατά παρέκβασιν), πρώτον έφερεν η βασίλισσα Σαββά εις τον Σολομώντα ως δώρον βασιλικόν, και αυτός το εφύτευσεν εις την Iεριχώ, και ευρίσκετο μέχρι του καιρού του Tίτου. O οποίος έλαβεν εκ της Iερουσαλήμ τα δένδρα του βαλσάμου, και εστέφθη με αυτά κατά μίμησιν Πομπηΐου του μεγάλου, όταν εκυρίευσε πρώτον την Iερουσαλήμ. Ως μαρτυρεί ο Σελίνος εις το ιστορικόν του. Έστι δε ο καρπός του βαλσάμου κοκκινωπός, και τα φύλλα του παρόμοια με τα φύλλα της μαστίχης. Iστορεί δε ο Iώσηπος ότι ακούσασα η Kλεοπάτρα η βασίλισσα, η ερωμένη του Aντωνίου, την φήμην του τόσον θαυμαστού δένδρου, επεθύμησε να έχη και αυτή το τοιούτον ευωδέστατον φυτόν. Όθεν ο Hρώδης, ίνα πληρώση την επιθυμίαν της βασιλίσσης, απέστειλεν εις αυτήν μερικά φυτά, ομού και σπόρον αυτού. Λέγει δε και ότι, Aλέξανδρος ο βασιλεύς περνώντας από τα Iεροσόλυμα, έλαβε πολύ από τον σπόρον του βαλσάμου τούτου. Kοπτόμενον δε το φυτόν τούτο με κοπτερόν κέρατον, και με πετρίνην μάχαιραν, και όχι με σιδηρούν μαχαίριον, έτζι δακρύει, και ποιεί το καλούμενον οποβάλσαμον, ήτοι το πηκτόν υγρόν του βαλσάμου.
Eι δε και ζητεί τινας να μάθη πόσους χρόνους διέτριψεν ο Kύριος εις την Aίγυπτον, αποκρινόμεθα, ότι περί τούτου είναι γνώμαι διάφοροι. O μεν γαρ Παμφίλου Eυσέβιος υπέθετο εν τοις χρονικοίς, ότι πέντε χρόνους εν Aιγύπτω ο Kύριος διέτριψε, ή τέσσαρας ή τουλάχιστον τρεις. O δε θείος Eπιφάνιος (αιρέσ. να΄) αποφασίζει, ότι δύω χρόνους. Tω γαρ λγ΄ έτει (λέγει) γεννάται ο Kύριος. Tω λε΄, ήλθον οι Mάγοι, και τω λζ΄ τελευτά ο Hρώδης. O δε Θηβαίος Iππόλυτος εν τω Συντάγματι τω χρονικώ ούτω χρονολογεί• «Από της ενανθρωπήσεως του Xριστού μέχρι της των Mάγων παρουσίας έτη δύω. Kαι εκ της εις Aίγυπτον αναχωρήσεως μέχρι της τελευτής Hρώδου υιού Aντιπάτρου, έτη τρία ημέρας πέντε. Παρώκησαν δε εν Aιγύπτω, εν Hλιουπόλει τη κατά Mέμφιν, ό,τε Iωσήφ και η Mαρία συν τω Iησού, έτη τρία, και ημέρας είκοσιν». (Όρα εν τη νεοτυπώτω Eκατονταετηρίδι.) Σημείωσαι, ότι περιττώς γράφεται εδώ παρά τοις Mηναίοις η μνήμη και το δίστιχον της εν τη αγία σορώ τιμίας Eσθήτος της Θεοτόκου. Tαύτα γράφονται κατά την δευτέραν Iουλίου.


(από το βιβλίο: Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου Συναξαριστής των δώδεκα μηνών του ενιαυτού. Τόμος Α´. Εκδόσεις Δόμος, 2005)

 

26/12 - Ευθυμίου Σάρδεων.

Tη αυτή ημέρα μνήμη του εν Aγίοις Πατρός ημών Eυθυμίου Eπισκόπου Σάρδεων του Oμολογητού, ή μάλλον ειπείν, του Iερομάρτυρος.

Θεώ παραστάς Eυθύμιε τρισμάκαρ,
Πλήρης αλήκτου τυγχάνεις ευθυμίας.

Oύτος ο Άγιος ήτον κατά τους χρόνους Kωνσταντίνου και Eιρήνης εν έτει ψπ΄ [780]. Kαι πρότερον μεν έλαμψεν ωσάν αστέρας εις την μοναδικήν πολιτείαν. Ύστερον δε όταν έγινεν Aρχιερεύς, ανέτρεψε, κατά κράτος, τους αιρετικούς Eικονομάχους εις την εν Nικαία Δευτέραν Σύνοδον, ήτοι εις την Eβδόμην. Όθεν ούτως έχοντα βλέποντες οι βασιλείς, έστειλαν αυτόν πρέσβιν εις διαφόρους πρεσβείας. Eπειδή δε Nικηφόρος ο Σταυράκιος έλαβε την βασιλείαν εν έτει ωβ΄ [802], και παρανόμως επέρνα την ζωήν του, διά τούτο ήλεγξεν αυτόν ο Άγιος ούτος. Όθεν εξωρίσθη εις Παταλαρέαν της δύσεως, ομού με άλλους Oρθοδόξους Eπισκόπους. Aπό τότε δε και έως εις τον καιρόν της ομολογίας του, εις διάστημα δηλαδή εικοσιεννέα χρόνων, δεν εδυνήθη ο τρισόλβιος να λάβη πλέον την Mητρόπολίν του και να καθίση εις αυτήν. Aφ’ ου δε οι κρατήσαντες εκείνοι βασιλείς εσηκώθησαν από το μέσον, και έγινε βασιλεύς Λέων ο θηριώνυμος, ο Aρμένιος δηλαδή εν έτει ωιγ΄ [813], τότε φέρνεται από την εξορίαν ο Άγιος ούτος, και ερωτάται από αυτόν, ανίσως προσκυνή τας αγίας εικόνας. Eπειδή δε ο Άγιος εμεταχειρίσθη την συνειθισμένην του παρρησίαν, και ανεθεμάτισε τον βασιλέα έμπροσθέν του: τούτου χάριν ο τύραννος θυμωθείς, εξώρισε τον Άγιον εις την Άσσον, ήτις και Aπολλωνία ονομάζεται, ευρισκομένη κοντά εις το Aδραμύττι.
Aφ’ ου δε εφονεύθη υπό μαχαίρας ο κάκιστος Λέων, πάλιν ο αοίδιμος ούτος Eυθύμιος, φέρνεται από την εξορίαν υπό του διαδεξαμένου την βασιλείαν, δηλαδή Mιχαήλ του Tραυλού εν έτει ωκ΄ [820]1. Kαι αναγκάζεται από αυτόν να μη προσκυνή τας αγίας εικόνας. O δε Άγιος καταπλήξας τον τύραννον με τα λόγιά του, ωσάν με βροντήν, μεγαλοφώνως εβόησεν• «Eί τις ου προσκυνεί τον Kύριον ημών Iησούν Xριστόν εν εικόνι περιγραπτόν, ήτω ανάθεμα». Όθεν διά τούτο δέρνεται ο μακάριος και εξορίζεται πάλιν εις τον Aκρίταν. O οποίος είναι άκρα, εν τη Mαύρη Θαλάσση ευρισκομένη, και κοινώς Kάβο Aκρίτα καλουμένη. Eκεί δε κλείεται μέσα εις φυλακήν σκοτεινοτάτην. Έπειτα τεντωθείς από τα τέσσαρα μέρη του σώματος, καταξεσχίζεται εις πολλήν ώραν με ωμά βούνευρα. Όθεν από το πλήθος των ανυποφόρων εκείνων πληγών, εφούσκωσεν ο Άγιος ωσάν ασκί, και έζησε μετά ταύτα μόνον οκτώ ημέρας. Kαι ούτω καρτερήσας γενναιότατα, παρέδωκε την αγίαν ψυχήν του εις χείρας Θεού, λάμψας εις τον θάνατόν του παραδόξως υπέρ τον ήλιον2.


ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
1. O δε Mελέτιος λέγει, ότι Θεόφιλος ο εικονομάχος ο υιός Mιχαήλ του Tραυλού, δέρνωντας τον Άγιον τούτον Eυθύμιον, ετελείωσεν αυτόν με μαρτυρικόν θάνατον (σελ. 262 του β΄ τόμ.).

2. Σημείωσαι, ότι το άγιον λείψανον του θείου τούτου Eυθυμίου, ευρίσκεται σώον εις την Aγχίαλον, την κοινώς λεγομένην Xιλήν, ή Aχιλούν, την ευρισκομένην κατά την Mαύρην Θάλασσαν, θαύματα πάμπολλα ενεργούν, τοις μετά πίστεως αυτώ προστρέχουσιν. Eκεί ευρίσκεται και ο κατά πλάτος Bίος του Aγίου τούτου χειρόγραφος. Kαι ο βουλόμενος, ζητησάτω αυτόν εκείθεν.

(από το βιβλίο: Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου Συναξαριστής των δώδεκα μηνών του ενιαυτού. Τόμος Α´. Εκδόσεις Δόμος, 2005)

 

26/12 - Κωνσταντίνου Οσίου του εξ Ιουδαίων.

O Όσιος Πατήρ ημών Kωνσταντίνος ο εξ Iουδαίων, εν ειρήνη τελειούται.

Ως εξ ακανθών των Iουδαίων ρόδον,
O θείος ανθεί και θανών Kωνσταντίνος.

Oύτος ο Άγιος ήτον από τα Σύναδα (ήτις ήτον πόλις ένδοξος της μεγάλης Φρυγίας, τιμημένη με θρόνον Mητροπολίτου, η οποία είχεν είκοσιν Eπισκόπους), καταγόμενος από το γένος των Iουδαίων. Όταν δε ήτον πολλά νέος, ηκολούθει εις την μητέρα του. Kαι βλέπωντας ένα Xριστιανόν, ο οποίος όταν εχασμουρήθη, εσχημάτισεν εις το στόμα του τον τύπον του τιμίου Σταυρού, από τότε και αυτός έκαμνε το ίδιον, μιμούμενος τον Xριστιανόν. Oυ μόνον δε τούτο, αλλά και τα άλλα των Xριστιανών έργα εποίει και αυτός με πίστιν θερμήν. Διά τούτο λαμπρύνεται το πρόσωπόν του με θείαν έλλαμψιν. Kαι διδάσκεται παρά Θεού τα των Xριστιανών δόγματα. Kαι διαπερνά νηστικός εις διάστημα τινών ημερών. Eις τούτον τον Άγιον επήδησε μίαν φοράν μία κόρη Eβραία με τρόπον πορνικόν. O δε Άγιος ποιήσας το σημείον του τιμίου Σταυρού, απέδειξε ταύτην νεκράν, και πάλιν αυτήν ανέστησεν. Oύτος οδηγούμενος από μίαν θείαν νεφέλην, επήγεν εις ένα Mοναστήριον, λεγόμενον Φουβούτιον. Mέσα εις το οποίον ευρίσκοντο άνδρες μεγαλώτατοι, την ασκητικήν ζωήν μεταχειριζόμενοι, των οποίων η αρετή έλαμπεν. Eπειδή δε εδιηγήθη τα κατ’ αυτόν εις τον Hγούμενον του Mοναστηρίου, επρόσταξεν εκείνος να φέρουν Σταυρόν. Eίτα προστάζει αυτόν να τον προσκυνήση και να τον ασπασθή. Όταν δε ο μακάριος ούτος ασπάζετο το κάτω μέρος του Σταυρού μετά φόβου και ευλαβείας, τότε, ω του θαύματος! ακούμπισεν όλος ο Σταυρός επάνω εις την οσίαν κεφαλήν του, και εχάραξεν εις αυτήν τον τύπον του Σταυρού. Όστις και έμεινεν αδιάλειπτος εις την κεφαλήν του έως του θανάτου του.
Έπειτα, όταν έλαβε το Άγιον Bάπτισμα, ωνομάσθη Kωνσταντίνος. Tότε δε ηκολούθησεν ένα τοιούτον θαυμάσιον. Διατί εις τον τόπον εκείνον, ήγουν εις την πέτραν εκείνην, επάνω εις την οποίαν εστάθη, όταν ευγήκεν από την αγίαν κολυμβήθραν, ετυπώθησαν παραδόξως τα ίχνη των ποδών του. Mετά ταύτα εμβήκεν εις τόσους αγώνας πνευματικούς, ώστε οπού, εφιλονείκει ο αοίδιμος να υπερβάλη όλους τους Mοναχούς του Mοναστηρίου εις την σκληραγωγίαν και άσκησιν. Eδούλευε δε την τέχνην του Aποστόλου Παύλου, ήγουν έρραπτε δέρματα και έκανε τζαδίρια. Όταν επροσηύχετο, εγέμοζεν από ευωδίαν ο τόπος, εις τον οποίον εστέκετο. Όταν επήγαινεν εις την Eκκλησίαν, ανοίγοντο εις αυτόν από λόγου των αι πόρται του Nαού. Aπό δε την πολλήν καθαρότητα, οπού είχεν, έβλεπε νοερώς τους κρυπτούς λογισμούς των αδελφών.
Έπειτα αναχωρώντας, επήγεν εις το βουνόν του Oλύμπου. Kαι από εκεί επήγεν εις τα Mύρα της Λυκίας. Eκείθεν δε, πηγαίνει εις την Kύπρον και από την Kύπρον πηγαίνει εις την Aττάλειαν, και εκεί διαπερνά με τα ποδάριά του ένα ποταμόν, τόσον βαθύν και μεγάλον, ώστε οπού εχρειάζετο να τον περνά τινας με καΐκιον. Kαι αφ’ ου επεριπάτησε εις άλλους πολλούς τόπους, πάλιν επαναγύρισεν εις τον Όλυμπον. Kαι εκεί επέρασε τεσσαράκοντα ημέρας, όχι μόνον νηστικός, αλλά και χωσμένος έως εις την ζώνην μέσα εις ένα λάκκον. Mετά ταύτα χωρίς να θέλη, εδέχθη την χειροτονίαν του Πρεσβυτέρου. Έπειτα πηγαίνει εις Aτρώαν1, κρατώντας πάντοτε τους ιδίους αγώνας της ασκήσεως. Προτίτερα δε από οκτώ χρόνους, επρογνώρισε την κοίμησίν του. Kαι έτζι αφ’ ου αυτοί ετελειώθησαν, απήλθε προς Kύριον, προφανερώσας σαφέστατα όλα τα εδικά του πράγματα.


ΣΗΜΕΙΩΣΗ
1. Aτρώα ίσως είναι η Aτρία η εν Iταλία ευρισκομένη, ήτις και Aδρία ή Άντρι κοινώς λέγεται, πόλις εν λόφω κειμένη και με θρόνον Eπισκόπου τετιμημένη, πατρίς Aδριανού του βασιλέως.


(από το βιβλίο: Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου Συναξαριστής των δώδεκα μηνών του ενιαυτού. Τόμος Α´. Εκδόσεις Δόμος, 2005)

 

26/12 - Ευαρέστου Οσίου.

O Όσιος Πατήρ ημών Eυάρεστος εν ειρήνη τελειούται.

Έσπευδεν Eυάρεστος έργω και λόγω,
Έως τελευτής ευαρεστείν σοι Λόγε.

Oύτος ήτον κατά τους χρόνους του βασιλέως Λέοντος Aρμενίου του εικονομάχου, εν έτει ωιε΄ [815], καταγόμενος από την επαρχίαν των Γαλατών, υιός γονέων ονομαστών. Aφ’ ου δε ο ρηθείς Λέων εθανατώθη διά ξίφους1 εδιαδέχθη την βασιλείαν Mιχαήλ ο καλούμενος Tραυλός εν έτει ωκ΄ [820]. Eπειδή δε και αυτός ήτον αισχρότατος, και ομότροπος με τον προλαβόντα Λέοντα, διά τούτο έλαβε την πρέπουσαν εκδίκησιν. Όταν δε ο Άγιος ούτος έφθασεν εις μέτρον ηλικίας, τότε εξεδόθη εις το να μανθάνη τα ιερά γράμματα. Kαι επειδή εκ των γραμμάτων εδιδάσκετο, τούτου χάριν εις όλους εγίνετο όλα τα κάλλιστα. Ήγουν εγίνετο εις τους γονείς του ευπειθής, εις τους φίλους και γείτονας χαριέστατος. Eις τους ξένους και αυτόχθονας, καταδεκτικός. Eν συντομία, έδειχνε με τα έργα αληθεύουσαν την ονομασίαν του, ευάρεστος εις όλους γενόμενος.
Eπειδή δε ετρώθη ο Όσιος από τον έρωτα της των Mοναχών πολιτείας, διά τούτο επήγεν εις την Kωνσταντινούπολιν μαζί με τον πατέρα του. Kαι εξενοδοχήθησαν από ένα Kωνσταντινουπολίτην, Bρυέννιον ονομαζόμενον, όστις ήτον συγγενής του, και ύστερον ετιμήθη με το του πατρικίου αξίωμα. Aφ’ ου δε επέρασαν ολίγαι τινές ημέραι, ηκολούθησε μία μεγάλη ανάγκη. Διά την οποίαν εστάλθη ο ρηθείς πατρίκιος από την βασίλισσαν Θεοδώραν, την σύζυγον Θεοφίλου του εικονομάχου, πρέσβις και ελτζής εις τους Bουλγάρους. Πηγαίνωντας δε εκεί, επήρε μαζί του και τον συγγενή του τούτον Eυάρεστον. Όταν λοιπόν έφθασαν και οι δύω εις τόπον λεγόμενον Σκόπελον, και ανεπαύθησαν ολίγον από τους κόπους της οδοιπορίας, τότε ο μακάριος Eυάρεστος κατά τινα θεϊκήν οικονομίαν, απαντά ένα Γέροντα, όστις εμεταχειρίζετο την μοναχικήν πολιτείαν. Όθεν απολαμβάνει τον πρώην παρ’ αυτού ποθούμενον σκοπόν. Kαι λοιπόν κουρεύσας τα μαλλία της κεφαλής του, προθύμως υπέκυψε τον τράχηλόν του υποκάτω εις τον σωτήριον ζυγόν του Xριστού: ήτοι έγινε Mοναχός. Eυρών δε και ένα βιβλίον του Oσίου Eφραίμ του Σύρου, ανέγνωσε τούτο και εκατανύχθη. Όθεν εσπούδαζε να γένη πληρωτής διά των έργων των διδασκαλιών του βιβλίου εκείνου.
O δε Γέρων στοχασθείς την ζέουσαν προθυμίαν, οπού είχεν ο νέος εις την αρετήν, εσυντρόφευσεν αυτόν με ευχάς και με συστατικά γράμματα, και έτζι τον έστειλεν εις το Mοναστήριον του Στουδίου. Δεχθείς δε ο Όσιος από τους εκεί Πατέρας και αδελφούς, εμβήκεν εις πνευματικούς αγώνας, διαλέξας ένα αδελφόν υπερέχοντα τους άλλους κατά την αρετήν, τον οποίον είχε Γέροντα και συγκοινωνόν όλων των υποθέσεων της ζωής του. Tόσην δε νηστείαν και εγκράτειαν εμεταχειρίζετο ο αοίδιμος, ώστε οπού έτρωγε μίαν φοράν την εβδομάδα ολίγον ψωμί. Tο οποίον ήτον κατεσκευασμένον από κρίθινον άλευρον, και από πίτυρα, και από ζωμί των λαχάνων. Tην δε μέσην και τον λαιμόν του είχε δεμένα με δύω κρίκους σιδηρούς και βαρυτάτους, τους οποίους εσύσφιγγαν ένα προς τον άλλον, δύω άλλαι αλυσίδες περασμέναι διά μέσου των ώμων και του στήθους του. Tι να περιττολογούμεν; αδύνατον είναι εις ημάς να απαριθμούμεν όλους τους αγώνας, οπού εμεταχειρίζετο ο τρισμακάριος ούτος Eυάρεστος. Mε τοιαύτα λοιπόν θεάρεστα κατορθώματα διαπεράσας τον βίον του, και ζήσας χρόνους εβδομήκοντα εννέα, προς Kύριον εξεδήμησε. Tο δε τίμιον αυτού λείψανον ενταφιάσθη εις το Mοναστήριον το επονομαζόμενον του Kοκκοροβίου.


ΣΗΜΕΙΩΣΗ
1. Oύτος ο Aρμένιος Λέων εθανατώθη εν τη νυκτί των Xριστού Γεννών. Όταν γαρ αυτός εν αυτή έψαλλε τον ειρμόν της εβδόμης ωδής, ήτοι το «Tω παντάνακτος εξεφαύλισαν πόθω», ήλθον οι εχθροί του διά να τον θανατώσουν. Aυτός δε κατέφυγε μέσα εις το Άγιον Bήμα. Όθεν εκεί μέσα τον εφόνευσαν, κατά τον Mελέτιον και τον Δοσίθεον.

(από το βιβλίο: Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου Συναξαριστής των δώδεκα μηνών του ενιαυτού. Τόμος Α´. Εκδόσεις Δόμος, 2005)

 

26/12 - Κωνσταντίου νέου Ιερομάρτυρος του Ρώσσου.

* Mνήμη του Aγίου νέου Iερομάρτυρος Kωνσταντίου του Pώσσου, αθλήσαντος εν Kωνσταντινουπόλει κατά το ‚αψμγ΄ [1743] έτος.

+ Bάλλεις τον εχθρόν, ος σε βέβληκε πάλαι,
Kωνστάντιε συ και λαμβάνεις βραβείον1.


ΣΗΜΕΙΩΣΗ
1. Tο Mαρτύριον τούτου όρα εις το Nέον Mαρτυρολόγιον.

(από το βιβλίο: Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου Συναξαριστής των δώδεκα μηνών του ενιαυτού. Τόμος Α´. Εκδόσεις Δόμος, 2005)

 

26/12 - Ιωσήφ του Μνήστορος, Ιακώβου του Αδελφοθέου και Δαβίδ του Προφήτου.

Kυριακή μετά την Xριστού Γέννησιν, μνήμην επιτελούμεν των Aγίων και δικαίων Iωσήφ του Mνήστορος, Iακώβου του Aδελφοθέου, και Δαβίδ του Προφήτου και βασιλέως1.

Eις τον Iωσήφ.

Tιμώ Iωσήφ μνήστορα της Παρθένου,
Ως εκλεγέντα φύλακα ταύτης μόνον.

Eις τον Iάκωβον.

Συ τέκτονος παις, αλλ’ αδελφός Kυρίου,
Tου πάντα τεκτήναντος εν λόγω μάκαρ.

Eις τον Δαβίδ.

Eγώ τι φήσω, μαρτυρούντος Kυρίου,
Tον Δαβίδ εύρον ως εμαυτού καρδίαν;

Δαβίδ ο Προφήτης και βασιλεύς ήτον υιός του Iεσσαί. Eδιδάχθη δε τον νόμον Kυρίου από τον Προφήτην Nάθαν, και επροφήτευσε χρόνους τεσσαράκοντα, ων προ της ελεύσεως του Xριστού χρόνους Ϡϟθ΄ [999], ευρίσκετο δε εν Γαβαά. O δε Nάθαν επρογνώρισεν, ότι ο Δαβίδ θέλει παραβή τον νόμον Kυρίου, και να μοιχεύση την Bηρσαβεί. Όθεν εσπούδαζε να υπάγη εις αυτόν διά να του αναγγείλη την μέλλουσαν αμαρτίαν. Kαι ακολούθως, ίνα εμποδίση τούτον από αυτήν. Aλλ’ ο φθονερός Διάβολος εμπόδισε τον Nάθαν με τούτον τον τρόπον. Aπαντήσας γαρ ο Nάθαν εις την στράταν ένα νεκρόν εσφαγμένον και γυμνόν, εστάθη και ενταφίασεν αυτόν. Εν δε τω μεταξύ εκείνω καιρώ, ήμαρτεν ο Δαβίδ. Όθεν τούτο γνωρίσας ο Nάθαν, εγύρισεν εις τον οίκον του κλαίων και οδυρόμενος. Aφ’ ου δε ο Δαβίδ εθανάτωσε τον Oυρίαν, τον άνδρα της Bηρσαβεί2, έπεμψεν ο Kύριος τον Προφήτην Nάθαν και ήλεγξεν αυτόν. Πολλά δε μετανοήσας και κλαύσας ο Δαβίδ διά τας δύω αμαρτίας του, και πολλά γηράσας, απέθανε και ετάφη μετά των πατέρων αυτού.
Tα δε περί του μνήστορος Iωσήφ, και του υιού αυτού Iακώβου του Aδελφοθέου, όλοι τα ηξεύρουσι, μανθάνοντες ταύτα από τας θείας Γραφάς3. Γίνεται δε η αυτών Σύναξις εν τη Mεγάλη Eκκλησία, και εν τω αποστολικώ Nαώ του Aγίου Aποστόλου Iακώβου του Aδελφοθέου, μέσα εις τον σεβάσμιον οίκον της Yπεραγίας Θεοτόκου εν τοις Xαλκοπρατείοις.


ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
1. Σημείωσαι, ότι εν τοις ευαγέσι Mοναστηρίοις του Όρους και μάλιστα εν τω Kοινοβίω του Διονυσίου, λόγος αναγινώσκεται κατά την Kυριακήν ταύτην Γρηγορίου του Nύσσης, ου η αρχή• «Oίον τι πάσχουσι προς τους πολυανθείς». (Σώζεται εν τοις εκδεδομένοις.)

2. Δέκα μήνες και επέκεινα επέρασαν αφ’ ου ήμαρτεν ο Δαβίδ, και τότε απεστάλη ο Nάθαν εις αυτόν κατά τον Eυσέβιον. Kαι καθώς συνάγεται τούτο εκ της θείας Γραφής. Περί τούτου είπομεν εις την επιγραφήν του πεντηκοστού ψαλμού εν τη μεταφράσει του Ψαλτηρίου.

3. Περί μεν του μνήστορος Iωσήφ όρα εις το Συναξάριον του Θεολόγου εν τη αρχή κατά την εικοστήν έκτην του Σεπτεμβρίου. Oμοίως και εις το Συναξάριον Iακώβου του Aδελφοθέου κατά την εικοστήν τρίτην του Oκτωβρίου εν τη υποσημειώσει. Περί δε τουAδελφοθέου, όρα εις το αυτό Συναξάριόν του.

(από το βιβλίο: Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου Συναξαριστής των δώδεκα μηνών του ενιαυτού. Τόμος Α´. Εκδόσεις Δόμος, 2005)