27/12/15 19:17 - Χριστουγεννιάτικα ποιήματα μεγάλων Ελλήνων ποιητών!..

 

Χριστουγεννιάτικα ποιήματα μεγάλων Ελλήνων ποιητών!..

Το έχουμε γράψει πολλές φορές: Χαίρεσαι, συγκινείσαι και απολαμβάνεις κάθε φορά που οι Έλληνες ποιητές και διηγηματογράφοι του παρελθόντος αιώνος γράφουν κάτι για τα Χριστούγεννα! Είναι εκείνη η μέθεξη, που μετουσιώνει την γραφή σε ποίηση και την ποίηση σε ύμνο! Παλαμάς και Παπαδιαμάντης, Δροσίνης και Καρκαβίτσας, άνθρωποι της στεριάς και της θάλασσας, του βουνού και του κάμπου, δίνουν μια νότα δροσιάς, ελπίδας και αισιοδοξίας στους δύσκολους καιρούς που διανύουμε!.. Ας διαβάσουμε, λοιπόν,  ορισμένα χριστουγεννιάτικα ποιήματα:

Νύχτα Χριστουγεννιάτικη

«Την άγια νύχτα τη Χριστουγεννιάτικη
λυγούν τα πόδια
και προσκυνούν γονατιστά στη φάτνη τους
τα άδολα βόδια.
Κι ο ζευγολάτης ξάγρυπνος θωρώντας τα
σταυροκοπιέται
και λέει με πίστη απ' της ψυχής τ' απόβαθα
Χριστός γεννιέται!
Την άγια νύχτα τη Χριστουγεννιάτικη
κάποιοι ποιμένες
ξυπνούν από φωνές ύμνων μεσούρανες
στη γη σταλμένες.
Κι ακούοντας τα Ωσαννά απ΄ αγγέλων στόματα
στον σκόρπιο αέρα
τα διαλαλούν σε χειμαδιά λιοφώτιστα
με την φλογέρα.
Την άγια νύχτα τη Χριστουγεννιάτικη
ποιος δεν το ξέρει
των μάγων κάθε χρόνο τα μεσάνυχτα
λάμπει το αστέρι.
Κι όποιος το βρει μες στ΄ άλλα αστέρια ανάμεσα
και δεν το χάσει,
σε μια άλλη Βηθλεέμ ακολουθώντας το
μπορεί να φτάσει».

ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΔΡΟΣΙΝΗΣ

Να ‘μουν του σταύλου έν' άχυρο

Να ‘μουν του σταύλου έν' άχυρο, ένα φτωχό κομμάτι
την ώρα π' άνοιγ' ο Χριστός στον ήλιο του το μάτι.
Να ιδώ την πρώτη του ματιά και το χαμόγελό του,
το στέμμα των ακτίνων του γύρω στο μέτωπό του.
Να λάμψω από τη λάμψη του κι' εγώ σαν διαμαντάκι
κι' από τη θεία του πνοή να γίνω λουλουδάκι.
Να μοσκοβοληθώ κι' εγώ από την ευωδία,
που άναψε στα πόδια του των Μάγων η λατρεία.
Να ‘μουν του σταύλου ένα άχυρο ένα φτωχό κομμάτι
την ώρα π' άνοιγ' ο Χριστός στον ήλιο του το μάτι.

ΚΩΣΤΗΣ ΠΑΛΑΜΑΣ (ο οποίος έχει γράψει και άλλα χριστουγεννιάτικα ποιήματα).

Χριστούγεννα

Όξω πέφτει αδιάκοπα και πυκνό το χιόνι,
κρύα και κατασκότεινη κι αγριωπή η νυχτιά.
Είναι η στέγη ολόλευκη, γέρνουν άσπροι κλώνοι,
μες το τζάκι απόμερα ξεψυχά η φωτιά.
Τρέμει στα εικονίσματα το καντήλι πλάγι
και φωτάει στη σκυθρωπή, στη θαμπή εμορφιά.
Να η φάτνη, οι άγγελοι κι ο Χριστός κι οι Μάγοι
και το αστέρι ολόλαμπρο μες στη συννεφιά!
Κι οι ποιμένες, που έρχονται γύρω από τη στάνη
κι η μητέρα του Χριστού στο Χριστό μπροστά.
Το μικρό το εικόνισμα όλ' αυτά τα φτάνει,
μαζεμένα όλα μαζί και σφιχτά-σφιχτά.
Πέφτει ακόμη αδιάκοπο κι άφθονο το χιόνι,
όλα ξημερώνονται μ’ άσπρη φορεσιά
στον αγέρα αντιλαλούν του σημάντρου οι στόνοι,
κάτασπρη, γιορτάσιμη λάμπει η εκκλησιά.

ΤΕΛΛΟΣ ΑΓΡΑΣ

Χριστούγεννα της στρουγγοκαλύβας

- Ολόβολη μια κερασιά ξερίζωσε ο Θανάσης.
- Τα περιβόλια, ορέ παιδί μ’ επήγες να χαλάσεις;
- Πλάνεψα ως την Τριανταφυλλιά, γύρισα όλη τη χώρα
από το γιόμα ως τώρα.
- Κι ο Πλάτανος τι τόφταιγε του Θόδωρου πατέρα;
Για τήρα τον ξαπλωταριά από τον τσάρκο ως πέρα,
γι’ απόψε ο έρμος τράνευε, χόντραινε τόσα χρόνια
στον ήλιο και στα χιόνια.
- Τον εύρηκα στην ποταμιά, στον πόρο του Τζοβάρα
νιός είναι, όμως τον ξέρανε παράκαιρα η κατάρα,
τ’ αστροπελέκι αυλάκωσε τη μαλακιά του φλούδα,
τόφαε τη ρίζα η σούδα.
- Α, νάτος κι ο Καρκάντζαλος, στον ώμο του έχει πάρει
και μας το φέρνει στο μαντρί χιλιόχρονο πουρνάρι
καλά τον λεν Καρκάντζαλο, τι ασυσταγιά δεν έχει,
μέρα και νύχτα τρέχει.
- Ταχ’ από πού το κουβαλάει ο χριστογεννημένος;
- Δεν με φοβίζει ο Ζάλογγος, ας είναι χιονισμένος,
σαν αντρειωμένος τον πατώ, τα δέντρα όλα του παίρνω
και στο μαντρί τα φέρνω.
- Ο Δίπλας πάλι ο μορφονιός πουθ’ έρχεται εδώ κάτου;
- Έρχεται από τα Φλάμπουρα, πόχει συγγενικά του
αυτός για τα χριστόψωμα, επήγε οχ’ την αυγούλα,
και για καμιά ξανθούλα.
- Ρίχνετε ακόμα στη φωτιά κλαρούδια, ρίχνε Χρήστο
σ’ έκαψε κείνο το δαυλί. Γεροκαψάλη, σβύστο
Νάσο, πετάξου εσύ να ιδής τα ζωντανά στη στάνη
Και τι καιρός θα κάνει.
- Κυρ Γάκη, ξεφεγγάρωσε και με τα χιόνια τώρα
απ’ άκρη σ’ άκρη μια χαρά ασπρίζει η Βαλαώρα,
κι’ είναι μια βούβαση βαθειά στη γη, στα ουράνια πάστρα
και λάμπουν πλήθια τ’ άστρα.
Τα ζωντανά μες στο μαντρί κλειστά καταλαγιάζουν,
στον τσάρκο κάπου μοναχά μικράκια αρνιά βελάζουν.
Είναι τα γρέκια τους ζεστά και τρων κλαρί τα πράτα
κομμένο οχ’ τα Ζερβάτια.
- Τώρα στρωθείτε ολόγυρα παιδιά μ’ κι ακουρμαστείτε
του κόσμου ο αφέντης ο Χριστός – να μη το λησμονείτε
γεννήθηκε σε μια σπηλιά που ζωντανά μαντρίζαν,
τ’ αρνιά τον χουχουλίζαν.
Μες από κείνη βλόγησε κάθε βοσκού κοπάδι
και σαν απόψε αόρατος γυρνά μες το σκοτάδι
και παίρνει αράδα τα μαντριά, κοπάδια οπού φυλάνε,
ρωτώντας πως περνάνε.
Για δαύτο την Παραμονή να μην πεινάν τα πράτα,
νάχουν περίσσια τη θροφή, νάναι ζεστά, χορτάτα,
να μην τα βρίσκει ο αφέντης μας τα μαύρα παγωμένα
και νηστικά αφημένα.
Και τούτο ακουρμαστείτε το – δεν είναι παραμύθι –
κατόπι οχ’ μεσάνυχτα και με το πρώτο ορνίθι
στη μάντρα ένα χριστόψωμο να γλύψουν φέρτε γύρα
γαλάρια, αρνιά και στείρα.
Τι έμαθαν τον αφέντη μας απόγλυφαν στα γέννα
και το θυμούνται χρονικής, παιδιά, τα βλογημένα
κι αν δεν το γλύψουν το ψωμί την ώρα αυτή βελάζουν,
σα γνωστικά ανακράζουν.
Και τώρα φέρτε τα δεντρά και το κρασί, το λάδι,
για να παντρέψω τη φωτιά, ακόμ’ αυτό το βράδυ,
τι γέρασα κ’ είναι άγνωρο του χρόνου τι με βρίσκει,
λίγη ζωή μου μνίσκει.
Πρώτα παντρεύω σε φωτιά, με τούτο το πουρνάρι,
οπόχει το κορμί στοιχειό και δράκο το κλωνάρι,
ωσάν αυτό χιλιόχρονη να ζας, να μη γεράζεις,
να καις παντού, να βράζεις.
Σου δίνω και τον πλάτανο με τα πλατιά τα φύλλα,
παντού ν’ απλώνεις γύρα σου και στα ψηλά καπνίλα,
να δείχνεσαι πως πάντα ζας και ζαν μαζί σου ανθρώποι
σε πόλη ή βοσκοτόπι.
Τρίτα, φωτιά, την κερασιά σου δίνω συγγενάδι,
να σε φυλά’ από Παγανά ως των Φωτών το βράδυ
και με παλιό τριέτικο κρασάκι σε ποτίζω,
με λάδι σε ραντίζω.
Από τη στρουγγοκάλυβα ποτές να μη μου λείπεις,
τι μου είσαι της χαράς ζωή και οχτρός τρανός της λύπης,
να σ’ ανακράζω να μ’ ακούς, να βάζεις, να μου κρένεις
γλυκά να με θερμαίνεις.
- Να ζήσετε χρόνια πολλά κι απίκραντα, παιδιά μου,
σαν τα ρουπάκια του Ζυγού, σαν τα βουνά του Γράμμου,
να μη σας εύρουνε ποτές τα έρημα τα γέρα!
- Να ζας και συ Πατέρα!

ΚΩΣΤΑΣ ΚΡΥΣΤΑΛΗΣ

Δεύτε Ίδωμεν Πιστοί

Ω συ μεγάλε Αναμενόμενε
του δύστυχου πεσμένου ανθρώπου!
Για Σε ψαλμοί κι' ωδές και σίβυλλες,
για σένα οι θρύλοι κάθε τόπου.

Για Σε ό Δαβίδ τη λύρα ανάκρουσε,
κι' ο μεγαλόπνοος Ησαΐας,
πού διασκελίζοντας τα σύνορα
της Ιουδαίας και της Ασίας,

στης γης τα πέρατα το κήρυξε,
πώς θειο Παιδί για μας εδόθη,
π' όλοι θα βρουν σ' Αυτό την πλήρωση
οι πανανθρώπινοι μας πόθοι.

Τον ερχομό Σου, ώ! πώς τον πρόσμενε
του βράχου ό τραγικός Δεσμώτης,
όσο τα σπλάγχνα τ' όρνιο εσπάραζε
της αδαπάνητης του νιότης!

Κι ήρθες! Δεν ήρθες μ' αστροπέλεκα
και με βροντές και καταιγίδα.
Ήρθες σαν αύρα, σαν πνοή, σαν φως,
σαν ορθρινή δροσοσταλίδα.

Ήρθες! Μπροστά σου γονατίζουμε
-Μάγοι φτασμένοι από τα ξένα,
και ταπεινά σε χαιρετίζουμε
τον λατρευτό μας και τον Ένα.

ΓΙΩΡΓΟΣ ΒΕΡΙΤΗΣ  (Έχει γράψει πολλά χριστουγεννιάτικα ποιήματα)

Χριστούγεννα του χωριού

Μες την αχνόφεγγη βραδιά
πέφτει ψιλό-ψιλό το χιόνι,
γύρω στην έρμη λαγκαδιά
στρώνοντας κάτασπρο σεντόνι.
Ούτε πουλιού γροικάς λαλιά,
ούτ’ ένα βέλασμα προβάτου,
λες κι απλωμένη σιγαλιά
είναι κει ολόγυρα θανάτου.
Μα ξάφνου πέρα απ’ το βουνό
γλυκός σημάντρου ήχος γροικιέται,
ωσάν βαθιά απ’ τον ουρανό
μέσα στη νύχτα να σκορπιέται.
Κι αντιλαλεί τερπνά-τερπνά
γύρω στην άφωνη την πλάση,
και το χωριό γλυκοξυπνά
την Άγια μέρα να γιορτάσει.

ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ

Χριστούγεννα

Χριστούγεννα, πρωτούγεννα,
τώρα Χριστός γεννιέται
κι οπόχει μάνα κίνησε
κι όλον τον κόσμο αρνιέται.
Στο παραγώνι του τζακιού
μια θέση που ήταν άδεια,
ευκές και γέλια γιόμισε
και στρώθηκε με χάδια.
Κ’ η Παναγιά απ’ το κόνισμα
σα σπιτικιά χαιρόταν
σα μάνα καλωσόριζε
σαν στον καιρό της, όταν…

Α. ΚΥΡΙΑΖΗΣ

============

Για όσους ενδιαφέρονται και για άλλα χριστουγεννιάτικα ποιήματα μεγάλων Ελλήνων ποιητών, δείτε έναν κατάλογο ποιημάτων που ανθολογούνται κατά σειρά:


1. Ρωμανού του Μελωδού, Κοντάκιο Χριστουγέννων
2. Ανωνύμου, Απολυτίκιο Χριστουγέννων
3. Κωστή Παλαμά, Χριστούγεννα
4. Κωστή Παλαμά, Ένας θεός
5. Κωστή Παλαμά, Ονειρεμένη προσευχή
6. Κωστή Παλαμά, Αστέρι θεϊκό
7. Κώστα Κρυστάλλη, Ξημέρωναν Χριστούγεννα
8. Τάκη Παπατσώνη, “Χριστουγεννιάτικη αγρυπνία”
9. Τάκη Παπατσώνη, “Κατά την γέννησιν του Κυρίου”
10. Τέλλου Άγρα, Χριστούγεννα
11. Τέλλου Άγρα, Είδα χτες βράδυ στ᾽ όνειρό μου
12. Κωνσταντίνου Χατζόπουλου, Χριστούγεννα του χωριού
13. Γεώργιου Δροσίνη, Νύχτα Χριστουγεννιάτικη
14. Άγγελου Σικελιανού, Στον ξενώνα της Βηθλεέμ
15. Άγγελου Σικελιανού, Η γέννηση
16. Κώστα Βάρναλη, Οι πόνοι της Παναγιάς
17. Στέλιου Σπεράντζα, Χριστούγεννα
18. Μίλτου Σαχτούρη, Χριστούγεννα 1948
19. Μίλτου Σαχτούρη, Τα λυπημένα Χριστούγεννα των ποιητών
20. Ζωής Καρέλλη, Παραμονή της Γέννησης
21. Ζωής Καρέλλη, Το ταξίδι των μάγων
22. Τάκη Βαρβιτσιώτη, Χριστούγεννα
23. Τάσου Λειβαδίτη, Παραμονή Χριστουγέννων
24. Γιώργου Θέμελη, Η φάτνη
25. Τάκη Παπατσώνη, Τα Χριστούγεννα των δακρύων
26. Νικηφόρου Βρεττάκου, Το παιδί με τη σάλπιγγα
27. Οδυσσέα Ελύτη, Πολλά δεν θέλει ο άνθρωπος
28. Κώστα Μόντη, Χριστουγεννιάτικες κάρτες
29. Τάσου Λειβαδίτη, Η γέννηση
30. Μιχάλη Γκανά, Χριστουγεννιάτικη Ιστορία
31. Κυριάκου Χαραλαμπίδη, Ο γηραιότερος των τριών μάγων
32. Κυριάκου Χαραλαμπίδη, Εφύμνιον Χριστουγέννων του 1914