10/01/16 20:25 - Οι καλικάντζαροι του παρελθόντος!..

 

Οι καλικάντζαροι του παρελθόντος!..

Δαίμονες και σατανολάτρες δεν υπάρχουν μόνον στην σημερινή ελληνική κοινωνία, αλλά και στο παρελθόν, όπου βρίσκουμε τις δυνάμεις του κακού να κυριαρχούν πολλές φορές στην ελληνική πραγματικότητα, που δεν αποτελούν, όμως, τον κανόνα, αλλά την εξαίρεση της ζωής των αρχαίων!..

ΣΕ ΟΛΕΣ τις Άγιες Ημέρες των Εορτών των Χριστουγέννων, που μόλις προ ολίγων ημερών εορτάσαμε, ακούμε και διαβάζουμε πολλά για τους θρύλους, τους μύθους και τις ιστορίες του παρελθόντος. Ακόμη περισσότερο όταν οι πάσης φύσεως και μορφής «καλικάντζαροι» και μάλιστα σε όλα τα επίπεδα, κάνουν θεαματικά τις δικές του εμφανίσεις στα πάσης φύσεως … τηλεοπτικά πάνελ για να οι επιδείξουν «μωρίαν ή σοφίαν» στους δυστυχείς τηλεθεατές.
Το ερώτημα, λοιπόν, που τίθεται αυτή είναι το εξής: «Υπήρχαν ή όχι σατανάδες στην αρχαιότητα;». Και, αν γίνουμε πιο συγκεκριμένοι, τι σημαίνει ο όρος «σατανάς»;

Ο Σατανάς, ως όρος, δεν είναι ελληνικός, αλλά εβραϊκός (Λεξικόν Γ. Μπαμπινιώτη) και σημαίνει το πονηρό πνεύμα, που διαβάζουμε κατ’ επανάληψιν μέσα εις την Βίβλο, εις την οποίαν συχνά «παρελαύνει» και ο ελληνικός όρος Διάβολος (από το ρήμα διαβάλλω), που σημαίνει ο ψευδώς κατηγορών, ο συκοφαντών (Ι. Σταματάκος).
Βεβαίως στην ελληνική αρχαιότητα μπορεί να μην είχαμε … Καλικαντζάρους, έτσι όπως τους εννοούμε σήμερα στην λαϊκή παράδοση. Είχαμε, όμως, τους Σάτυρους, οι οποίοι, κατά την Ελληνική Μυθολογία, ήσαν ανθρωπο-τραγόμορφοι δαίμονες, οπαδοί του Διονύσου, διαβιούντες στους αγρούς και τα δάση. Τούτους δε σε προχωρημένη ηλικία απεκάλουν και Σειληνούς.
Κατ’ επέκτασιν, σάτυροι εκαλούντο οι άνθρωποι που ασελγούσαν εις βάρος συνανθρώπων τους, ενώ οι αρχαίες παραστάσεις τους απεικόνιζαν ως κερκοπιθήκους («…ανθρώπω πίθηκος, είτα λύγκες και σάτυροι, κάπειθ’ εξής κυνοκέφαλοι», Γαληνός, Περί ανατομικών εγχειρίσεων). Αυτός και ο λόγος που μέσα στην εβραϊκή γραμματεία η αντίστιχος λέξις σημαίνει τον Διάβολον, που μοιάζει με τους αιγάγρους και τα δασύτριχα ζώα (Ησ. ιγ΄21 λδ΄ 14), τα οποία, όπου ζουν, ερημώνουν τον τόπο.

ΟΙ ΔΑΙΜΟΝΕΣ ΤΗΣ ΑΡΧΑΙΟΤΗΤΟΣ

Βεβαίως, ο όρος «δαίμων» εις την αρχαιότητα δεν είχε ακριβώς την έννοιαν, που αποδίδουμε σήμερον. Για παράδειγμα το περίφημον «δαιμόνιον του Σωκράτους», κάθε άλλο παρά θα μπορούσε να θεωρηθή ως κάτι το … σατανικόν ή μεμπτόν, την στιγμήν κατά την οποίαν το «δαιμόνιον» αυτό καθοδηγούσε τις υπερνέφελες σκέψεις του μεγάλου Έλληνος σοφού, που ένωσε την ουράνια με την γήινη φιλοσοφία.
Ως κακή έννοια, ο δαίμων συναντάται με τον όρον «αλάστωρ»
(« υπό την επίδρασιν αλάστορος διατελών, ο υποφέρων σκληρώς» αλαστορία= κακία, πονηρία», Λεξικόν Ι. Σταματάκου).
Κατά συνέπειαν μπορούμε να βρούμε τον δαίμονα, όπως ακριβώς τον γνωρίζουμε σήμερα, και στα αρχαία ελληνικά κείμενα, όπως για παράδειγμα, ο Δαιμογοργών, ένας επίγειος δαίμονας τον οποίον, κατά την μυθολογίαν, εγέννησε ο Ουρανός, η Γη και η Θάλασσα, κατοικών εις το μέσον της οικουμένης, ο οποίος, όμως, αποτελούσε σύμβολον της πρώτης αρχής και συστάσεως των όντων (Λεξικόν Α. Κωνσταντινίδη).
Ο Εύθυμος, υιός του Αστυκλέους εκ Λοκρών της Σικελίας, διάσημος αθλητής και μάλιστα ολυμπιονίκης επί των χρόνων του Ξέρξου, ελευθέρωσε τους κατοίκους της Τεμέσης από ένα πονηρόν δαιμόνιον, πού έφερε το όνομα Λύβας, ενώ ο Ευρύνομος, ήταν ένας υποχθόνιος δαίμων, τον οποίον είχε απεικονίσει ο Πολύγνωτος στους Δελφούς!
Ο Κονίσαλος μαθαίνουμε ότι ήταν κι αυτός δαίμων της ελληνικής μυθολογίας, ο οποίος μετά του Ορθάνη και του Τύχωνος φαίνεται εις την πομπήν του Πριάπου, ενώ ο Λορδών διαβάζουμε ότι ήταν ένας κωμικός και φανταστικός δαίμων εκ της κοινωνίας των Πριαπιδών.

ΚΙ ΑΛΛΟΙ ΔΑΙΜΟΝΕΣ!..

Η έρευνά μας αποδεικνύει ότι υπήρχαν και άλλοι δαίμονες εις την ελληνικήν αρχαιότητα. Ο Μένδης, για παράδειγμα, που λατρευόταν από τους Αιγυπτίους, ήταν ο Παν της δικής μας μυθολογίας, ενώ η Μορφώ, μία γυναικεία οντότητα της φαντασίας των αρχαίων, ήταν ένας θηλυκός δαίμων, την οποίαν οντότητα επικαλούνταν μονάχα ως φόβητρον των παιδιών που έπρεπε να σιωπούν (είναι αυτό, που λέμε σήμερα: θηλυκός μπαμπούλας).
Ο Σαβάζιος ήταν ένας δαίμων Φρύγιος, υιός της Κυβέλης, πολλάκις συγχεόμενος υπό των Ελλήνων μετά του Διονύσου και μάλιστα λατρευόταν με μυστηριώδεις τελετές υπό των γυναικών!
Προχωρώντας θα βρούμε και τον Σαβάκτη, έναν κακοποιό δαίμονα, εκ του είδους των κοβάλων, που είχε την συνήθεια να συντρίβει τα μαγειρικά σκεύη! Περιττόν να πούμε ότι ακόμη και σήμερα οι λεγόμενοι «Καλικάντζαροι» κάνουν ακριβώς τα ίδια πράγματα και μάλιστα τα τελευταία χρόνια είχε παρατηρηθεί ένα συνεχές φαινόμενο «παρουσίας» παρομοίων δαιμόνων σε ελληνικές εστίες της υπαίθρου, όπως τουλάχιστον μας μετέδιδε ο τηλεοπτικός σταθμός Αlter, πέραν του αν κάποιος συμφωνεί ή διαφωνεί με την ύπαρξιν δαιμόνων εις την ζωήν μας.
Αλλά και οι Σάτυροι, οι τραγόμορφοι αυτοί δαίμονες, οπαδοί του Διονύσου, όπως και οι Σειληνοί, δεν ήσαν λιγώτερο δυσειδείς και απαίσιοι εις την όψιν. Αυτοί έκαναν πολλές ασελγείς πράξεις, όπως ακριβώς και οι Σκίταλοι, των οποίων το όνομα επλάσθη κωμικώς από του Σκίτωνος, ενός γνωστού Αθηναίου φαύλου και ακολάστου ανδρός.
Μήπως, όμως, θα πρέπει να λησμονήσουμε και τον Σμάραγδο, έναν δαίμονα , που αποτελούσε την προσωποποίησιν του πατάγου, λόγω της θορυβοποιού δράσεώς του; Όχι βεβαίως… Όπως δεν πρέπει να παρασιωπήσωμεν και την ύπαρξη του Σύντριβα, ένα επίπλαστο όνομα κακοποιού δαίμονος , ο οποίος είχε την συνήθεια (άλλος κι αυτός!…) να συντρίβη τις χύτρες των οικιών!..
Καλόν είναι να θυμηθούμε και έναν άλλον δαίμονα, πού έφερε το όνομα Τύχων. Αυτός ο …παλιάνθρωπος (για να κάνουμε και λίγο χιούμορ) είχε την … κακή συνήθεια να βρίσκεται συνεχώς δίπλα στους θεούς και μάλιστα να είναι εταίρος της Αφροδίτης και του Πριάπου, ενώ δεν πρέπει να λησμονήσουμε με τίποτε και τον Φόρκο, έναν θαλάσσιο δαίμονα, γιο του Πόντου και της Γης, πατέρα των Γοργόνων και των Γραιών εκ της Κητούς, που ήταν πατέρας της Σκύλλης εκ της Εκάτης, κατοικών παρά την λίμνην Τριχωνίδα.

ΚΤΗΝΟΒΑΤΕΣ ΚΑΙ ΣΑΤΑΝΟΛΑΤΡΕΣ, ΛΟΙΠΟΝ;

Ασφαλώς και η αρχαιότητα δεν ήτο απαλλαγμένη ανθρωπίνων παθών και προκαταλήψεων. Είχε τους δικούς της «σατανολάτρες», όσο και αν μας ξενίζει η λέξη «σατανάς», που και αυτή, όπως αποδείξαμε, έκανε τις δικές του «παρελάσεις» στα χείλη των ανθρώπων του απωτάτου παρελθόντος.
Βεβαίως, ως όρος, η σατανολατρεία δεν συναντάται πουθενά στα αρχαία ελληνικά κείμενα. Η εν γένει, όμως, πρακτική ορισμένων ακολάστων ανθρώπων της αρχαιότητος, μας δίδει το δικαίωμα να πιστεύουμε ότι υπήρχαν και τότε άνθρωποι που είχαν ως σκοπό ζωής της άκρατον ηδονήν, που δεν περιοριζόταν μόνον στις σεξουαλικές ορέξεις, αλλά προχωρούσαν και σε πράξεις απαράδεκτες. Για παράδειγμα, η κτηνοβασία, ήταν γνωστή και στην εποχή εκείνη, αφού οι σεξουαλικές ικανοποιήσεις μερικών «κυρίων» είχαν ως «αλατοπίπερό» τους και τις … χήνες, οι οποίες δεν υπέμεναν μόνον καρτερικά τα μαρτύριά τους, δεδομένου, συνήθως, το τέλος τους ήταν αιματηρό με θυσίες στους θεούς της αρεσκείας των.
Η εικόνα, που δημοσιεύουμε ίσως έχει κι αυτήν την σημασίαν της λεγομένης κτηνοβασίας, ενώ ως όρος η κτηνοβασία επισημαίνεται στα αρχαία ελληνικά κείμενα χωρίς κολακευτικά λόγια («ούτος γαρ ως κτηνοβάτης εκωμωδείτο, ή ως αηθής», Σχόλια εις τον Αριστοφάνη 934, 3).
Ο Πλούταρχος, μέσα εις το σύγγραμμά του «Πότερα των ζώων φρονιμώτερα, τα χερσαία ή τα ένυδρα », γράφει επί λέξει τα εξής:

«… συνεχώς δε τούτο ποιούντος αυτού, μετώκισαν οι προσήκοντες απωτέρω των άνθρωπον ο δε τρεις μεν ή τέττaφας <νύκτας> ουκ ήλθαν αλλ΄ ως επικέ περιήει ζητών και πλανώμενος μόλις δε πως εξανευρών και περιπεσών ου πράως ώσπερ ειώθει αλλά τραχύτερον τω μεν άλλω σπειράματι τας χείρας αυτής έδησε προς το σώμα, τω δ’ απολήγοντι της ουράς εμαστίγου τας κνήμας, ελαφράν τινα και φιλόστοργον και πλέον έχουσαν του κολάζοντος το φειδόμενον οργήν αποδεικνύμενος τον δ’ εν Αιγίω παιδεραστούντα χήνα και τον επιθυμήσαντα Γλαύκης της κιθαρωδού κριόν, περιβόητοι γαρ εισι και πολλών οίμαι διηγημάτων διακορείς υμάς είναι, δια ταύτα μεν αφίημι» (Stephanus page 973 sektion A line 4).

Περιττόν να πούμε, ότι παρόμοιες περιπτώσεις συναντούμε πολλές φορές μέσα στην αρχαία ελληνική γραμματεία, που, όμως, αποτελούν εξαίρεση και όχι κανόνα της ζωής των αρχαίων Ελλήνων. (...)
==============

(Από το βιβλίο μας: «Ο άνθρωπος που γύρισε από τη γη»)