31/03/11 22:06 - Τι ήταν – άραγε – το φρέαρ του Ιακώβ;

 

Τι ήταν – άραγε – το φρέαρ του Ιακώβ;

Πώς και γιατί το φρέαρ του Ιακώβ δεν αναφέρεται στην Παλαιά, αλλά στην Καινή Διαθήκη και μάλιστα στο γνωστό διάλογο Ιησού και Σαμαρείτιδας, όπου ετέθη μεν το θέμα της φυλετικής προέλευσης του Κυρίου, αλλά ο Ιησούς απάντησε μόνο στο θέμα της θρησκευτικότητας αυτών! 

ΕΙΝΑΙ γνωστό, ότι το βιβλικό φρέαρ τού Πατριάρχη Ιακώβ δεν αναφέρεται στην Παλαιά Διαθήκη αλλά στην Καινή. Είναι ο τόπος τού σημαντικού διαλόγου μεταξύ Ιησού και Σαμαρείτιδος (Ιωάν. 4,5 εξ.).
Στον τόπο αυτό, που ήταν βαθύτερα από την σημερινή επιφάνεια της περιοχής, βρίσκεται το ορθόδοξο προσκύνημα, που διακονείται με πολλή αυτοθυσία από τους Αγιοταφίτες (πάνω φωτογραφία)..
Τίθεται, όμως, το ερώτημα: Κατά τη συνάντηση του Ιησού με την Σαμαρείτιδα τέθηκε το θεμα της φυλετικής ή μήπως της θρησκευτικής προέλευσης του Κυρίου; Ας διαβάσουμε το σχετικό απόσπασμα από την Καινή Διαθήκη:

ΚΑΤΑ ΙΩΑΝΝΗΝ
Κεφάλαιο δ΄

1 Ως ούν έγνω ο Ιησούς ότι ήκουσαν οι Φαρισαίοι ότι Ιησούς πλείονας μαθητάς ποιεί και βαπτίζει ή Ιωάννης 2 καίτοιγε Ιησούς αυτός ουκ εβάπτιζεν, αλλ' οι μαθηταί αυτού 3 αφήκε την Ιουδαίαν και απήλθεν εις την Γαλιλαίαν. 4 Έδει δε αυτόν διέρχεσθαι διά της Σαμαρείας. 5 έρχεται ούν εις πόλιν της Σαμαρείας λεγομένην Συχάρ, πλησίον τού χωρίου ό έδωκεν Ιακώβ Ιωσήφ τώ υιώ αυτού. 6 ήν δε εκεί πηγή τού Ιακώβ. ο ούν Ιησούς κεκοπιακώς εκ της οδοιπορίας εκαθέζετο ούτως επί τή πηγή· ώρα ήν ωσεί έκτη. 7 έρχεται γυνή εκ της Σαμαρείας αντλήσαι ύδωρ. λέγει αυτή ο Ιησούς· Δός μοι πείν. 8 οι γάρ μαθηταί αυτού απεληλύθεισαν εις την πόλιν, ίνα τροφάς αγοράσωσι. 9 λέγει ούν αυτώ η γυνή η Σαμαρείτις· Πώς σύ Ιουδαίος ών παρ' εμού πείν αιτείς, ούσης γυναικός Σαμαρείτιδος ; ου γάρ συγχρώνται Ιουδαίοι Σαμαρείταις.
10 απεκρίθη Ιησούς και είπεν αυτή· Ει ήδεις την δωρεάν τού Θεού και τις εστιν ο λέγων σοι, δός μοι πείν, σύ αν ήτησας αυτόν, και έδωκεν αν σοι ύδωρ ζών. 11 λέγει αυτώ η γυνή· Κύριε, ούτε άντλημα έχεις, και το φρέαρ εστί βαθύ· πόθεν ούν έχεις το ύδωρ το ζών; 12 μη σύ μείζων εί τού πατρός ημών Ιακώβ, ός έδωκεν ημίν το φρέαρ, και αυτός εξ αυτού έπιε και οι υιοί αυτού και τα θρέμματα αυτού; 13 απεκρίθη Ιησούς και είπεν αυτή· Πάς ο πίνων εκ τού ύδατος τούτου διψήσει πάλιν· 14 ός δ' αν πίη εκ τού ύδατος ού εγώ δώσω αυτώ, ου μη διψήσει εις τον αιώνα, αλλά το ύδωρ ό δώσω αυτώ, γενήσεται εν αυτώ πηγή ύδατος αλλομένου εις ζωήν αιώνιον. 15 λέγει προς αυτόν η γυνή· Κύριε, δός μοι τούτο το ύδωρ, ίνα μη διψώ μηδέ έρχομαι ενθάδε αντλείν. 16 λέγει αυτή ο Ιησούς· Ύπαγε φώνησον τον άνδρα σου και ελθέ ενθάδε. 17 απεκρίθη η γυνή και είπεν· Ουκ έχω άνδρα. λέγει αυτή ο Ιησούς· Καλώς είπας ότι άνδρα ουκ έχω· 18 πέντε γάρ άνδρας έσχες, και νύν ον έχεις ουκ έστι σου ανήρ· τούτο αληθές είρηκας. 19 λέγει αυτώ η γυνή· Κύριε, θεωρώ ότι προφήτης εί σύ.
20 οι πατέρες ημών εν τώ όρει τούτω προσεκύνησαν· και υμείς λέγετε ότι εν Ιεροσολύμοις εστίν ο τόπος όπου δεί προσκυνείν. 21 λέγει αυτή ο Ιησούς· Γύναι, πίστευσόν μοι ότι έρχεται ώρα ότε ούτε εν τώ όρει τούτω ούτε εν Ιεροσολύμοις προσκυνήσετε τώ πατρί. 22 υμείς προσκυνείτε ό ουκ οίδατε, ημείς προσκυνούμεν ό οίδαμεν· ότι η σωτηρία εκ των Ιουδαίων εστίν. 23 αλλ' έρχεται ώρα, και νύν εστιν, ότε οι αληθινοί προσκυνηταί προσκυνήσουσι τώ πατρί εν πνεύματι και αληθεία· και γάρ ο πατήρ τοιούτους ζητεί τους προσκυνούντας αυτόν. 24 πνεύμα ο Θεός, και τους προσκυνούντας αυτόν εν πνεύματι και αληθεία δεί προσκυνείν. 25 λέγει αυτώ η γυνή· Οίδα ότι Μεσσίας έρχεται ο λεγόμενος Χριστός· όταν έλθη εκείνος, αναγγελεί ημίν πάντα. 26 λέγει αυτή ο Ιησούς· Εγώ ειμι, ο λαλών σοι. 27 και επί τούτω ήλθαν οι μαθηταί αυτού, και εθαύμασαν ότι μετά γυναικός ελάλει· ουδείς μέντοι είπε, τι ζητείς ή τι λαλείς μετ' αυτής; 28 Αφήκεν ούν την υδρίαν αυτής η γυνή και απήλθεν εις την πόλιν, και λέγει τοίς ανθρώποις· 29 Δεύτε ίδετε άνθρωπον ός είπέ μοι πάντα όσα εποίησα· μήτι ούτός εστιν ο Χριστός;
30 εξήλθον ούν εκ της πόλεως και ήρχοντο προς αυτόν. 31 Εν δε τώ μεταξύ ηρώτων αυτόν οι μαθηταί λέγοντες· Ραββί, φάγε. 32 ο δε είπεν αυτοίς· Εγώ βρώσιν έχω φαγείν, ήν υμείς ουκ οίδατε. 33 έλεγον ούν οι μαθηταί προς αλλήλους· Μή τις ήνεγκεν αυτώ φαγείν; 34 λέγει αυτοίς ο Ιησούς· Εμόν βρώμά εστιν ίνα ποιώ το θέλημα τού πέμψαντός με και τελειώσω αυτού το έργον. 35 ουχ υμείς λέγετε ότι έτι τετράμηνός εστι και ο θερισμός έρχεται; ιδού λέγω υμίν, επάρατε τους οφθαλμούς υμών και θεάσασθε τας χώρας, ότι λευκαί εισι προς θερισμόν. ήδη. 36 και ο θερίζων μισθόν λαμβάνει και συνάγει καρπόν εις ζωήν αιώνιον, ίνα και ο σπείρων ομού χαίρη και ο θερίζων. 37 εν γάρ τούτω ο λόγος εστίν ο αληθινός, ότι άλλος εστίν ο σπείρων και άλλος ο θερίζων. 38 εγώ απέστειλα υμάς θερίζειν ό ουχ υμείς κεκοπιάκατε· άλλοι κεκοπιάκασι, και υμείς εις τον κόπον αυτών εισεληλύθατε. 39 Εκ δε της πόλεως εκείνης πολλοί επίστευσαν εις αυτόν των Σαμαρειτών διά τον λόγον της γυναικός, μαρτυρούσης ότι είπέ μοι πάντα όσα εποίησα.
40 ως ούν ήλθον προς αυτόν οι Σαμαρείται, ηρώτων αυτόν μείναι παρ' αυτοίς· και έμεινεν εκεί δύο ημέρας. 41 και πολλώ πλείους επίστευσαν διά τον λόγον αυτού, 42 τή τε γυναικί έλεγον ότι ουκέτι διά την σήν λαλιάν πιστεύομεν· αυτοί γάρ ακηκόαμεν, και οίδαμεν ότι ούτός εστιν αληθώς ο σωτήρ τού κόσμου. 43 Μετά δε τας δύο ημέρας εξήλθεν εκείθεν και απήλθεν εις την Γαλιλαίαν. 44 αυτός γάρ ο Ιησούς εμαρτύρησεν ότι προφήτης εν τή ιδία πατρίδι τιμήν ουκ έχει. 45 ότε ούν ήλθεν εις την Γαλιλαίαν, εδέξαντο αυτόν οι Γαλιλαίοι, πάντα εωρακότες ά εποίησεν εν Ιεροσολύμοις εν τή εορτή· και αυτοί γάρ ήλθον εις την εορτήν. 46 Ήλθεν ούν πάλιν ο Ιησούς εις την Κανά της Γαλιλαίας, όπου εποίησε το ύδωρ οίνον. και ήν τις βασιλικός, ού ο υιός ησθένει εν Καπερναούμ· 47 ούτος ακούσας ότι Ιησούς ήκει εκ της Ιουδαίας εις την Γαλιλαίαν, απήλθε προς αυτόν και ηρώτα αυτόν ίνα καταβή και ιάσηται αυτού τον υιόν· ήμελλε γάρ αποθνήσκειν. 48 είπεν ούν ο Ιησούς προς αυτόν· Εάν μη σημεία και τέρατα ίδητε, ου μη πιστεύσητε. 49 λέγει προς αυτόν ο βασιλικός· Κύριε, κατάβηθι πριν αποθανείν το παιδίον μου.
50 λέγει αυτώ ο Ιησούς· Πορεύου· ο υιός σου ζή. και επίστευσεν ο άνθρωπος τώ λόγω ον είπεν αυτώ ο Ιησούς, και επορεύετο. 51 ήδη δε αυτού καταβαίνοντος οι δούλοι αυτού απήντησαν αυτώ και απήγγειλαν λέγοντες ότι ο παίς σου ζή. 52 επύθετο ούν παρ' αυτών την ώραν εν ή κομψότερον έσχε· και είπον αυτώ ότι χθές ώραν εβδόμην αφήκεν αυτόν ο πυρετός. 53 έγνω ούν ο πατήρ ότι εν εκείνη τή ώρα εν ή είπεν αυτώ ο Ιησούς ότι ο υιός σου ζή· και επίστευσεν αυτός και η οικία αυτού όλη. 54 Τούτο πάλιν δεύτερον σημείον εποίησεν ο Ιησούς ελθών εκ της Ιουδαίας εις την Γαλιλαίαν.

Νεοελληνική απόδοση της Ελληνικής Βιβλικής Εταιρίας

Ο Ιησούς και η Σαμαρείτισσα

Όταν λοιπόν έμαθε ο Κύριος ότι οι Φαρισαίοι πληροφορήθηκαν πως ο Ιησούς αποκτά περισσότερους οπαδούς από τον Ιωάννη και τους βαφτίζει 2 αν και ο ίδιος ο Ιησούς δε βάφτιζε αλλά οι μαθητές του 3 άφησε την Ιουδαία κι έφυγε πάλι για τη Γαλιλαία. 4 Έπρεπε όμως να περάσει από τη Σαμάρεια. 5 Έφτασε έτσι σε μια πόλη της Σαμάρειας που λεγόταν Συχάρ, κοντά στο χωράφι που είχε δώσει ο Ιακώβ στο γιο του τον Ιωσήφ. 6 Εκεί βρισκόταν το πηγάδι του Ιακώβ. Ο Ιησούς, κουρασμένος από την πεζοπορία, κάθισε κοντά στο πηγάδι• ήταν γύρω στο μεσημέρι.
7 8 Οι μαθητές του είχαν πάει στην πόλη ν' αγοράσουν τρόφιμα. Έρχεται τότε μια γυναίκα από τη Σαμάρεια να βγάλει νερό. Ο Ιησούς της λέει: «Δώσ' μου να πιω».
9 Εκείνη τού απάντησε: «Εσύ είσαι Ιουδαίος κι εγώ Σαμαρείτισσα. Πώς μπορείς να μου ζητάς να σου δώσω νερό να πιεις;» —επειδή οι Ιουδαίοι αποφεύγουν κάθε επικοινωνία με τους Σαμαρείτες. 10 Ο Ιησούς της απάντησε: «Αν ήξερες τη δωρεά του θεού και ποιος είν' αυτός που σου λέει "δώσ' μου να πιω", τότε εσύ θα τους ζητούσες κι εκείνος θα σου έδινε ζωντανό νερό». 11 Του λέει η γυναίκα: «Κύριε, εσύ δεν έχεις ούτε καν κουβά, και το πηγάδι είναι βαθύ από πού, λοιπόν, το 'χεις το τρεχούμενο νερό; 12 Αυτό το πηγάδι μάς το χάρισε ο προπάτοράς μας ο Ιακώβ• ήπιε απ' αυτό ο ίδιος και οι γιοι του και τα ζωντανά του. Μήπως εσύ είσαι ανώτερος απ' αυτόν;» 13 Ο Ιησούς της απάντησε: «Όποιος πίνει απ' αυτό το νερό θα διψάσει πάλι 14 όποιος όμως πιει από το νερό που θα του δώσω εγώ δε θα διψάσει ποτέ, αλλά το νερό που θα του δώσω θα γίνει μέσα του μια πηγή που θ' αναβλύζει νερό ζωής αιώνιας». 15 Του λέει η γυναίκα: «Κύριε, δώσ' μου αυτό το νερό για να μη διψάω, κι ούτε να έρχομαι ως εδώ για να το παίρνω».
16 Τότε ο Ιησούς της είπε: «Πήγαινε να φωνάξεις τον άντρα σου κι έλα εδώ».17 «Δεν έχω άντρα», απάντησε η γυναίκα. Ο Ιησούς της λέει: «Σωστά είπες, "δεν έχω άντρα", 18 γιατί πέντε άντρες πήρες κι αυτός που μαζί του τώρα ζεις δεν είναι άντρας σου• αυτό που είπες είναι αλήθεια». 19 Του λέει η γυναίκα: «Κύριε, βλέπω ότι εσύ είσαι "προφήτης 20 οι προπάτορές μας λάτρεψαν το Θεό σ' αυτό το βουνό• εσείς όμως λέτε ότι στα Ιεροσόλυμα βρίσκεται ο τόπος όπου πρέπει κανείς να τον λατρεύει».21 «Πίστεψε με, γυναίκα», της λέει τότε ο Ιησούς, «είναι κοντά ο καιρός που δε θα λατρεύετε τον Πατέρα ούτε σ' αυτό το βρυνό ούτε στα Ιεροσόλυμα. 22 Εσείς οι Σαμαρείτες λατρεύετε αυτό που δεν ξέρετε• εμείς όμως λατρεύουμε αυτό που ξέρουμε, γιατί η σωτηρία έρχεται στον κόσμο από τους Ιουδαίους. 23 Είναι όμως κοντά ο καιρός, ήρθε κιόλας, που οι πραγματικοί λατρευτές θα λατρεύσουν τον Πατέρα με τη δύναμη του Πνεύματος, που αποκαλύπτει την αλήθεια γιατί έτσι τους θέλει ο Πατέρας αυτούς που τον λατρεύουν. 24 Ο θεός είναι πνεύμα. Κι αυτοί που τον λατρεύουν πρέπει να τον λατρεύουν με τη δύναμη του Πνεύματος, που φανερώνει την αλήθεια». 25 Του λέει τότε η γυναίκα: «Ξέρω ότι θα έρθει ο Μεσσίας, δηλαδή ο Χριστός όταν έρθει εκείνος, θα μας τα εξηγήσει όλα». 26 «Εγώ είμαι», της λέει ο Ιησούς, «εγώ, που σου μιλάω αυτή τη στιγμή». 27 Εκείνη την ώρα ήρθαν οι μαθητές του κι απορούσαν που συνομιλούσε με γυναίκα. Βέβαια, κανείς δεν του είπε «τι συζητάς;» ή «γιατί μιλάς μαζί της;» 28 Τότε η γυναίκα άφησε τη στάμνα της, πήγε στην πόλη κι άρχισε να λέει στον κόσμο: 29 «Ελάτε να δείτε έναν άνθρωπο που μου είπε όλα όσα έχω κάνει στη ζωή μου μήπως είναι αυτός ο Μεσσίας;» 30 Βγήκαν, λοιπόν, από την πόλη κι έρχονταν σ' αυτόν.
31Στο μεταξύ οι μαθητές τον παρακαλούσαν και του έλεγαν: «Διδάσκαλε, φάε κάτι». 32 Αυτός όμως τους είπε: «Εγώ έχω να φάω τροφή που εσείς δεν την ξέρετε». 33 Οι μαθητές έλεγαν μεταξύ τους: «Μήπως του 'φερε κανείς να φάει;» 34 Αλλά ο Ιησούς τους είπε: «Δικιά μου τροφή είναι να εκτελώ το θέλημα εκείνου που με έστειλε, και να φέρω σε πέρας το έργο του. 35 Εσείς συνηθίζετε να λέτε "τέσσερις μήνες ακόμη, κι έφτασε ο θερισμός". Εγώ σας λέω: σηκώστε τα μάτια σας και κοιτάξτε τα χωράφια. Ασπροκοπούν από τα στάχυα τα ώριμα, έτοιμα κιόλας για το θερισμό. 36 Ο θεριστής αμείβεται για τη δουλειά του και συνάζει καρπό για την αιώνια ζωή, έτσι ώστε μαζί να χαίρονται κι αυτός που σπέρνει κι αυτός που θερίζει. 37 Γιατί εδώ αληθεύει η παροιμία "άλλος είναι που σπέρνει κι άλλος που θερίζει". 38 Έγώ σας έστειλα να θερίσετε καρπό που γι' αυτόν εσείς δεν κοπιάσατε• άλλοι μόχθησαν, κι εσείς μπήκατε εκεί να θερίσετε το δικό τους κόπο».
39 Πολλοί από τους Σαμαρείτες εκείνης της πόλης πίστεψαν σ' αυτόν, εξαιτίας της μαρτυρίας της γυναίκας που έλεγε: «Μου είπε όλα όσα έχω κάνει». 40 Όταν λοιπόν οι Σαμαρείτες ήρθαν κοντά του, τον παρακαλούσαν να μείνει μαζί τους• κι έμεινε εκεί δύο μέρες. 41 Έτσι, πίστεψαν πολύ περισσότεροι ακούγοντας τα λόγια του 42 κι έλεγαν στη γυναίκα: «Η πίστη μας δε στηρίζεται πια στα δικά σου λόγια γιατί εμείς οι ίδιοι τον έχουμε τώρα ακούσει και ξέρουμε πως πραγματικά αυτός είναι ο σωτήρας του κόσμου, ο Χριστός».

Η θεραπεία του γιου ενός αξιωματούχου του βασιλιά

43 Ύστερα απ’ αυτές τις δύο μέρες, ο Ιησούς έφυγε από ’κει για τη Γαλιλαία. 44 Βέβαια ο ίδιος ο Ιησούς είχε πει: «Τον προφήτη δεν τον εκτιμούν στην πατρίδα του». 45 Όταν όμως ήρθε στη Γαλιλαία, οι Γαλιλαίοι τον υποδέχτηκαν, γιατί είχαν πάει κι αυτοί στα Ιεροσόλυμα για τη γιορτή και είχαν δει όλα όσα είχε κάνει εκείνο τον καιρό εκεί.
«Ο Ιησούς ήρθε πάλι στην Κανά της Γαλιλαίας, όπου είχε κάνει το νερό κρασί. Κάποιος αξιωματούχος του βασιλιά, που ο γιος του ήταν βαριά άρρωστος στην Καπερναούμ,47 μόλις έμαθε πως ο Ιησούς ήρθε από την Ιουδαία στη Γαλιλαίο, έτρεξε κοντά του και τον παρακαλούσε να κατεβεί ως την Καπερναούμ, να γιατρέψει το γιο του, που ήταν ετοιμοθάνατος. Τότε ο Ιησούς του είπε: «Αν δε δείτε εσείς σημεία και τέρατα, δεν πρόκειται να πιστέψετε». 49 Του είπε τότε ο αξιωματούχος: «Κύριε, έλα πριν πεθάνει το παιδί μου». 50 «Πήγαινε στο σπίτι σου», του λέει ο Ιησούς, «ο γιος σου σώθηκε». Ο άνθρωπος πίστεψε στο λόγο που του είπε ο Ιησούς και ξεκίνησε. 51 Πραγματικά, καθώς κατέβαινε πια, οι υπηρέτες του ήρθαν να τον προϋπαντήσουν και του ανακοίνωσαν: «Το παιδί σου είναι καλά». 52 Τους ρώτησε τότε να μάθει τι ώρα άρχισε να πηγαίνει προς το καλύτερο. «Χθες, στη μία το μεσημέρι», του λένε, «του 'πεσε ο πυρετός». 53 Ο πατέρας κατάλαβε τότε, πως αυτή ήταν ακριβώς η ώρα που ο Ιησούς τού είπε, «ο γιος σου σώθηκε». Έτσι πίστεψε αυτός και όλη του η οικογένεια. 54 Αυτό ήταν το δεύτε¬ρο σημείο που έκανε ο Ιησούς όταν ήρθε από την Ιουδαία στη Γαλιλαίο.


ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ

Το ότι ο Ιησούς θεωρείται από ορισμένους Ιουδαίος, το πιστεύουν όχι μόνο από την παραπάνω αναφορά της Σαμαρείτιδος («πώς σύ Ιουδαίος ών…»), αλλά και από το γεγονός ότι ο Χριστός εγεννήθη στην Ιουδαία (Βηθλεέμ), καθώς και την έμμεση αναφορά του Πιλάτου στον Ιησού: «μήτι εγώ Ιουδαίός ειμί; Το έθνος το σον και οι αρχιερείς παρέδωκάν σε εμοί£% τι εποίησας;» (Ιω. 18, 35).
Συνεχίζοντας κανείς την ανάγνωση του παραπάνω 4ου κεφαλαίου τού «Κατά Ιωάννην» ευαγγελίου, θα δούμε ότι ο ίδιος ο Ιησούς δέχεται ως ιδιαιτέρα Του πατρίδα την Γαλιλαία και όχι την Ιουδαία: «Μετά δε τας δύο ημέρας εξήλθεν εκείθεν και απήλθεν εις την Γαλιλαίαν. αυτός γάρ ο Ιησούς εμαρτύρησεν ότι προφήτης εν τή ιδία πατρίδι τιμήν ουκ έχει».
Είναι αλήθεια ότι ο Ιησούς Χριστός μέσα στην Καινή Διαθήκη ουδέποτε είπε ότι είναι Ιουδαίος, αλλά Ναζωραίος, όπως τουλάχιστον γράφουμε – και αποδεικνύουμε- μέσα στο βιβλίο μας: «Ιησούς Χριστός: Ελληνισμός-Χριστιανισμός». Τουναντίον αυτοπροσδιορίστηκε σαφέστατα ως Ναζωραίος την ώρα που πήγαν να τον συλλάβουν οι στρατιώτες πέραν του χειμάρρου των Κέδρων:
«Ταύτα ειπών Ιησούς εξήλθεν σύν τοίς μαθηταίς αυτού πέραν τού χειμάρρου των Κέδρων, όπου ήν κήπος, εις ον εισήλθεν αυτός και οι μαθηταί αυτού. ήδει δε και Ιούδας ο παραδιδούς αυτόν τον τόπον, ότι πολλάκις συνήχθη και ο Ιησούς εκεί μετά των μαθητών αυτού. ο ούν Ιούδας λαβών την σπείραν και εκ των αρχιερέων και Φαρισαίων υπηρέτας έρχεται εκεί μετά φανών και λαμπάδων και όπλων. Ιησούς ούν ειδώς πάντα τα ερχόμενα επ' αυτόν, εξελθών είπεν αυτοίς· Τίνα ζητείτε; απεκρίθησαν αυτώ· Ιησούν τον Ναζωραίον. λέγει αυτοίς ο Ιησούς· Εγώ ειμι. ειστήκει δε και Ιούδας ο παραδιδούς αυτόν μετ' αυτών. ως ούν είπεν αυτοίς ότι εγώ ειμι, απήλθον εις τα οπίσω και έπεσον χαμαί. πάλιν ούν αυτούς επηρώτησε· Τίνα ζητείτε; οι δε είπον· Ιησούν τον Ναζωραίον. απεκρίθη Ιησούς· Είπον υμίν ότι εγώ ειμι· ει ούν εμέ ζητείτε, άφετε τούτους υπάγειν· ίνα πληρωθή ο λόγος ον είπεν, ότι ούς δέδωκάς μοι, ουκ απώλεσα εξ αυτών ουδένα.» (Ιω.18, 1-9)

Το θέμα μας, λοιπόν, έχει να κάνει με την θρησκευτικότητα του Ιησού για την οποία ουδείς αμφισβητεί το γεγονός ότι ήταν Ισραηλίτης. Υπάρχει, όμως, μία διαφορά: Άλλο θρησκεία, άλλο καταγωγή. Και τούτο διότι η φράση του Κυρίου: "η σωτηρία εκ των Ιουδαίων εστίν", είναι σαφές ότι ο Ιησούς δεν αγνοεί το γεγονός της προέλευσής Του, αφού  ο ίδιος γεννήθηκε στη Βηθλεέμ της Ιουδαίας, αλλά η ιδιαιτέρα Του πατρίδα, όπως ο ίδιος δέχεται, ήταν η Ναζαρέτ, της εξελληνισμένης περιοχής της Γαλιλαίας.