02/08/11 20:08 - «Η Σιωπή των Αμνών»!…

 

«Η Σιωπή των Αμνών»!…

O κίνδυνος «θανάτου» της ελληνικής διανόησης από διάφορα ανθελληνικά ή αντιχριστιανικά κέντρα!… Μία διάλεξη η οποία δόθηκε την 15ην Σεπτεμβρίου 1985 στην αίθουσα του Κέντρου Νεότητας Σαλαμίνος, προσκεκλημένος του εκεί Πολιτιστικού Συλλόγου: «Το Καφενείο των Ιδεών».

Σοφόν το σαφές.
ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗΣ

ΕΖΗΣΑ πολλές φορές με ψευδαισθήσεις. Η ουτοπία, η ανεδαφικότητα και οι εκτός πραγματικότητος καταστάσεις υπήρξαν, επί μακρόν, «σύντροφοί» μου. Ακόμη και όταν ένας επιστήθιος φίλος μου (καλή του ώρα) με απεκάλεσε περιπαικτικά… Ποιητή!
΄Εσο έτοιμος, σύγχρονε Δάντη, να κατακτήσης τους ποιητικούς ορίζοντας και ενδεδυμένος την ερυθράν πορφύραν της δόξης να καταστής το φωτοβόλον πνεύμα μέσα σε μια συσκοτισμένη πνευματικώς ανθρωπότητα…» είπε ο αθεόφοβος και μόνο όταν διεπίστωσα ένα ειρωνικό μειδίαμά του, βρέθηκα για πρώτη φορά στην ανάγκη να προσγειωθώ στην σκληρή πραγματικότητα και να κατέλθω απ’ τα υπερνέφελα ύψη της ουτοπίας!
Όλοι σας, βεβαίως, διερωτάσθε: Και ο λόγος; Γιατί δηλαδή ένας επιστήθιος φίλος να χρησιμοποιήση τόσο σκληρή γλώσσα προς έναν άνθρωπο, που μόλις άνοιξε τα πανιά του για να πλεύση στο απέραντο και αστραφτερό ποιητικό πέλαγος;
Η απάντησις θα δοθή. Μην ανησυχείτε. Όπως δεν άντεξα στον πειρασμό της τόσο τιμητικής προσκλήσεώς σας, για να παραστώ στο Ποιητικό Συμπόσιο, που διοργάνωσε επιτυχώς ο πνευματικός κόσμος της Σαλαμίνος, έτσι δεν θ’ αντέξω και στον πειρασμό να απαντήσω στο εύλογο – άλλωστε – ερώτημά σας.

ΔΕΝ θ’ ασχοληθώ με θέματα που άλλοι φίλοι συνάδελφοι ανέπτυξαν ή πρόκειται ν’ αναπτύξουν. Τί είναι Ποίησις και τι εστί ο Ποιητικός Λόγος, όλοι μας, άλλος λίγο κι άλλος πολύ, το γνωρίζουμε. Γίναμε – θα λέγαμε – μύστες και μυσταγωγοί μιας καθαρά μυστηριακής καταστάσεως όπου το ανθρώπινο πνεύμα κατέρχεται ρακένδυτο στα τροφώνεια μαντεία, για να αναδυθή αργότερα πάλλευκο και απαλλαγμένο από ανθρώπινα μειονεκτήματα και αδυναμίες, με σκοπό να οδηγήση την ανθρώπινη σκέψι και τον σύγχρονο προβληματισμό προς άλλους, πιο διαυγείς και κρυστάλλινους πνευματικούς ορίζοντες!
Είναι, διαυγείς και κρυστάλλινοι οι πνευματικοί ορίζοντες προς τους οποίους οδηγείται η σύγχρονη σκέψις; Είναι όντως διάφανοι και καθαροί οι ποιητικοί ορίζοντες προς τους οποίους στρέφεται ο σύγχρονος προβληματισμός; Ή μήπως συσκοτίζουμε και σκοτεινιάζουμε (ηθελημένα ή μη) τους καθάριους πνευματικούς ουρανούς με αποτέλεσμα να συσκοτίζεται και να σκοτεινιάζη η ίδια η ανθρώπινη σκέψις; Ο ίδιος ο Ποιητικός Στοχασμός;
Πολύ φοβάμαι ότι κι εδώ θα χρειασθή να δώσουμε άλλη μία απάντησι. Μία απάντηση – πρόκλησι στους ήδη χαλεπούς καιρούς μας.

ΠΟΛΥ μελάνι έχει χυθή για την λεγόμενη «Σύγχρονη Ποίησι». Κι όλοι μας γνωρίζουμε ότι κορυφαία εκδήλωσι και σταθμός στην εξέλιξι της λογοτεχνίας μας αποτελεί το είδος αυτό, που όλοι το αποτελούν «σύγχρονο», άλλοι «νεώτερο» και άλλοι «μοντέρνο» (υπό την έννοια ότι είναι σύγχρονο, όχι της «μόδας» ή του «συρμού», όπως θα σπεύσουν να προσθέσουν ωρισμένοι).
Ομηρικοί και οι… καυγάδες πάνω στο ζήτημα αυτό. Θυμήθηκα μάλιστα να αναφέρω ένα αγωνιώδες ερώτημα που είχε θέσει ο συντάκτης μιας Επισκοπήσεως Νεοελληνικής Λογοτεχνίας, ο οποίος στην προσπάθεια να αναζητήση τα αίτια της κακοδαιμονίας της Συγχρόνου Ελληνικής ποιήσεως, δεν έπαυε να διακηρύττη: «Τι το αληθινά νέο σ’ αυτή τη «νεώτερη» ποίησι – και πόσο και πού; Και ποια είναι η θέση του νέου στη μορφή της – και ποια και πόση στην ουσία της; και ποιες είναι οι ρίζες – αισθητικές, πνευματικές, φιλοσοφικές, κοινωνικές; Και ποιά είναι η θέση και ποιά η προσφορά της στο πεδίο της τέχνης και στο πεδίο της ζωής; Ή αν θέλωμε να τους ονομάσωμε (ή αν αντικειμενικά δεν είναι) «στόχοι» - ποιές οι συνέπειες, πάλι στην τέχνη και στη ζωή;»
Με λίγα λόγια, τι το κακό συμβαίνει;

Ο ίδιος παραδέχεται ότι πολλή σοφία ξοδεύτηκε γύρω απ’ αυτά τα ερωτηματικά. Όπως είναι φυσικό και ύμνοι ακούσθηκαν λατρευτικοί και λίβελλοι απίθανοι. Έτσι κι αλλοιώς, δεν δείχνει να ξεκαθάρισαν οριστικά τα πράγματα – ούτε καν να διαλύθηκε η σύγχυσι ή να εξαλείφθηκε η άγνοια. Και τούτο, γιατί σ’ αυτόν τον τόπο, από κάποια μοίρα μυστηριακή και μοχθηρή, οι πιο σφοδρές αντιδικίες γίνονται γύρω από τα πράγματα – και όχι μ έ σ α σ’ αυτά καθαυτά τα πράγματα!
Γυρίζοντας μερικές δεκαετίες πίσω κι ανοίγοντας την κουρτίνα του χρόνου, θα βρεθούμε για λίγο στο 1890 με 1900 όπου παρατηρούμε την άνθησι του συμβολισμού. Λίγο αργότερα ένα όνομα εμφανίζεται: Πωλ Βαλερύ. Ένας άνθρωπος ο οποίος «γκρεμίζει» θα λέγαμε ο τείχος της κατεστημένης ποιήσεως, όπου κυρίαρχο στοιχείο στην Ποίηση ήταν ο στίχος σε έμμετρη μορφή, ο ρυθμός και η ρίμα ή η ομοιοκαταληξία – όπως ονομάζεται συνήθως.
Ήταν μια εποχή όπου ο μέγας ψυχαναλυτής Σίγκμουντ Φρόϋντ, είχε επηρεάσει βαθύτατα τις μάζες και αναμφισβήτητα οι θεωρίες του είχαν συγκλονίσει την εν πολλοίς δοκιμαζομένη ανθρωπότητα του καιρού εκείνου.
Ο Πωλ Βαλερύ, λοιπόν, ηγείται μιας συνεχείας του λεγομένου «συμβολισμού» και καταπιάνεται με την επωνομαζόμενη «καθαρή ποίησι», όπου διακρίνει κανείς τον ποιητικό λόγο σε νέες πραγματικά διαστάσεις.
Υπάρχουν, όμως, κάποιοι φίλοι, στα πρόσωπα των οποίων παρατηρώ την περιέργεια, όσον αφορά τον όρο «συμβολισμός». Πριν προχωρήσουμε, για να γίνουμε πιο σαφείς, θα πρέπει να αναφερθούμε για λίγο σ’ αυτόν, με την απαραίτητη προϋπόθεσι ότι δεν θα γίνουμε κουραστικοί:
Η βασική θέσις του «συμβολισμού» είναι η κατηγορηματική του αντίθεσι προς τον θετικισμό του ρεαλισμού. Για τον συμβολιστή, ο κόσμος δεν είναι όπως τον δέχεται το κοινό αίσθημα και η επιστήμη, αλλά αποτελείται από ένα σύνολο «συμβόλων» τα οποία υποτίθεται ότι εκφράζουν την υπερβατική και υπερευαίσθητη Αλήθεια. Μία Αλήθεια που χαρίζει στον ποιητή το προνόμιο να την «συλλαμβάνη» και ο οποίος δεν είναι άλλος από τον συμβολιστή ποιητή.
Κομπάζει αναμφίβολα αυτός ο συμβολιστής, ότι χρέος του είναι να αποκαλύψει τις Μητέρες – Ιδέες, που κρύβονται πίσω απ’ τα φαινόμενα (τα σύμβολα), προωρισμένα να εξαφανισθούν μόλις η Αλήθεια αποκαλυφθή, ενώ κατ’ άλλους, ο κόσμος του συμβολισμού αποτελείται μόνο από «χώρο».
«Η έννοια το «χρόνου» - γράφει ο συντάκτης του προρρηθέντος έργου της Επισκοπήσεως της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας – (που τεχνητά παρεμβάλλουν οι κοινοί άνθρωποι και η επιστήμη) θρυμματίζει την αληθινή (: συμβολιστική) πραγματικότητα. Και τούτο συμβαίνει ακόμη και στην ποίησι, μια και η συνηθισμένη αλληλοδιαδοχή των λέξεων συνεπιφέρει αναπόφευκτα σειρά και τάξι χρονική. Γι’ αυτό, πρώτο του χρέος ο συμβολιστής ποιητής έχει να σμιλεύη καινούργια, δική του γλώσσα – ριζικά διαφορετική προς κάθε μορφή συνηθισμένης λαϊκής φρασεολογίας. Για να το πετύχη, παραμερίζει κανόνες γραμματικής και συντακτικού, λογική αλληλουχία και συνέπεια. Και αναζητεί αποκλειστικά: την υποβλητική δύναμι των λέξεων (που φανερώνει την αληθινή, «μαγική» του σημασία) και τη «μουσικότητά» τους. Έτσι, η «μυστική υποβλητικότητα της λέξεως» και η «μουσικότητά» της αποτελούν δύο βασικά χαρακτηριστικά το συμβολισμού…»

Αναμφίβολα υπάρχει και έναν τρίτο γνώρισμα του συμβολισμού, που είναι ο ελεύθερος στίχος. Οι άνισες ρυθμικές μονάδες (οι στροφές), σύντομες ή μακροσκελείς, αποτελούν το γνώρισμά του, ενώ μια ανάλογη ελευθερία κυριαρχεί στον ρυθμό και στο μέτρο.
Είναι, όμως, πολύ παραστατικός ο συντάκτης:

«Για να πραγματοποιηθούν όλα αυτά στην πράξι, οι συμβολισταί
αναζητούν όπου ημπορούν παράδοξες λέξεις και σχήματα εκφραστικά, σπάνιες λεπτομέρειες και ονομασίες αρχαίες, δάνεια από τις μυθολογίες και την θεοσοφία και τον αποκρυφισμό. Αυτή η παράθεσι των τόσο ετεροκλήτων στοιχείων χρωματίζεται στο ποίημα με πλούσιο και λαμπρό λυρισμό. Τις πιο πολλές φορές και με διάθεσι μυστικιστική, ανάμεικτη μ’ έντονη απαισιοδοξία – μέσα σε ιδιόρρυθμο θαμπόφωτο, όπου όλα είναι και ταυτόχρονα δεν είναι εκείνα που φαίνονται και όπου όλα λένε – και ταυτόχρονα δεν λένε εκείνο που νομίζομε…» (!!)

Τελικά, για να μην κουράσουμε – όπως υποσχεθήκαμε – τους ακροατές και συμποσιάζοντες ποιητές, με όλα αυτά τα μέσα και συστατικά και τις θεωρίες που αναφέραμε (και με τον ελεύθερο στίχο και ρυθμό και με την μουσικότητα και την μαγική υποβλητικότητα των λέξεων και με την ενόρασι και με το υποσυνείδητο και με τις παράξενες λέξεις και με το μυστικιστικό μισόφωτο κλπ, κλπ) σχηματίζεται το Σύμβολο – «ή ποίημα, λόγος καθολικός, καινούργιος, ξένος στη γλώσσα και σα γέννημα μαγικό», όπως μας διαβεβαιώνει ο μεγάλος συμβολιστής ποιητής Στέφανος Μαλλαρμέ (1812-1898).
Είναι αλήθεια – και πρέπει να υπογραμμισθή – ότι οι συμβολιστές μας άφησαν μεγάλα ποιητικά έργα. Έργα πνοής και ανωτέρας τέχνης. Και δεν υπάρχει αμφιβολία ότι, για να τους κατανοήσης, θα πρέπει να έχης μία σημαντική προπαίδεια, ικανή για να εμβαθύνη στους μεγάλους στοχασμούς και στα άδυτα των ποιητικών αυτών σκέψεων. Θα δυσκολευθή πολύ ο αμύητος να αντιληφθή την αξία και να εκτιμήση το όλο έργο των συμβολιστών. Αλλά αυτοί οι συμβολιστές είναι πολύ λίγοι και αναμφισβήτητα δεν έχουν την δυνατότητα να «χρυσώσουν το χάπι» ή να καλύψουν το κενό της πνευματικής αναζητήσεως, μιας πραγματικά συντριπτικής πλειοψηφίας ορθολογιστών ρεαλιστών. Οι υπόλοιποι συμβολιστές είναι καταστροφείς της ποιητικής διανοήσεως και αναμφίβολα δεν μπορούν αν θεωρηθούν άνθρωποι που πρέπει να καυχώνται ή τουλάχιστον να επαίρωνται για την συμβολή τους στην εξύψωσι της Μεγάλης αυτής Ιδέας, που λέγεται: Ποίησις!

Πωλ Βαλερύ, λοιπόν. Ένα συνεχιστής και οδοιπόρος του ποιητικού έργου των συμβολιστών. Ενός έργου επηρεασμένου βαθύτατα απ’ τις φροϋντικές ψυχαναλυτικές θεωρίες, όπου το υποσυνείδητο αποδεικνύεται ως μοναδική αξιόπιστη πηγή εμπνεύσεως και ποιητικού υλικού. Ενός υλικού, που άνοιξε διάπλατα τον δρόμο σ’ ένα μεταγενέστερο κίνημα: το κίνημα των σουρρεαλιστών ποιητών.
Κατ’ αυτόν τον τρόπον, ο σουρρεαλιστής, άμεσος πια γεννήτορας της σημερινής «σύγχρονης» ποιήσεως και τέχνης γενικά, λες και βομβαρδίζεται από κάποιες σκοτεινές κι αόρατες δυνάμεις, δεν αναγνωρίζει, δεν δέχεται και δεν έχει παρά μόνον μια φωνή: τη μυστική φωνή ενός κρύφιου, ενός μύχιου εγώ του, ικανού να του αφαιρέση κάθε προσωπικότητα, αφού δεν έχει την δυνατότητα να ελέγξη αυτή ταύτην την ύπαρξίν του!
«Λυδία μεν γαρ λίθος μανύει χρυσόν· ανδρών δ’ αρετάν σοφίαν τε παγκρατής τ’ ελέγχει αλάθεια» έλεγε ο Βακχυλίδης. Που σημαίνει: «Η Λυδία λίθος» ελέγχει το χρυσάφι· μα των ανθρώπων την αρετή και την σοφία την ελέγχει η αλήθεια που κυβερνά τα πάντα».
Δεν γνωρίζω κατά πόσον οι σουρρεαλιστές χρησιμοποιούν την «Λυδίαν λίθον» για να ελέγχουν το χρυσάφι του νου και εν γένει της διανοήσεως. Γνωρίζω, όμως, ότι αδυνατούν να ελέγξουν τον ποιητικό εκείνο χώρο, που εκφράζεται δια της αλήθειας. Μιας αλήθειας που κυβερνά τα πάντα.
Μιλήσαμε, όμως, για αλήθεια. Και πρέπει να λεχθή τούτο: Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι, ως ένα σημείο, ο σουρρεαλισμός χαρακτηρίσθηκε σαν μία επανάστασι της διανοήσεως και ο υπερρεαλισμός (που είναι ταυτόσημος με τον σουρρεαλισμό) έγινε ο επαναστάτης μιας ολόκληρης ως τότε πραγματικότητος, ανθρώπινης και φυσικής, όπως την είχε σκηνογραφήσει η ανθρώπινη νόησις με προσπάθειες τόσων και τόσων αιώνων! Θεωρήθηκε ως μία εκδήλωσις πίστεως προς μία μεταφυσική πραγματικότητα, πέραν εκείνης που φανερώνουν στον άνθρωπο οι αισθήσεις και το λογικό του.
Μπορούσε, όμως να αναζητήση την υπερβατική πραγματικότητα χρησιμοποιώντας τον συνηθισμένο στοχασμό και την καθημερινή παρατήρησι; Μπορούσε να αναζητήση τον κόσμο, με βάσι τις πληροφορίες που μας δίδουν οι αισθήσεις;
Ε, λοιπόν. Ο σουρρεαλισμός εχρησιμοποίησε μεθόδους και μέσα από τους παλαιούς μύστες του αποκρυφισμού και, πολύ περισσότερο, από τις ψυχαναλυτικές θεωρίες του Σίγκμουντ Φρόϋντ (1865 – 1939). Και ανεκάλυψε (αν ανεκάλυψε) την υπερβατική πραγματικότητα μέσα στα βάθη της ανθρώπινης ψυχής, στο σκοτεινό δηλαδή χώρο των απωθημένων επιθυμιών μας και των ενστίκτων. Σ’ αυτό δηλαδή που ο Φρόϋντ ωνόμασε: «ασυνείδητο» και που εμείς οι… αμύητοι ονομάζουμε «υποσυνείδητο» μιας και δεν έχουμε την δυνατότητα να διεισδύσουμε στα άδυτα της αβυσσαλέας αυτής ψυχής!
Θα κάμω, όμως, κατάχρησιν της καλωσύνης του σημερινού ακροατή, για να τεθούν ωρισμένα βασικά ερωτήματα σ’ αυτούς που χρησιμοποιούν τον ποιητικό λόγο με βάσι τις φροϋντικές ψυχαλυτικές θεωρίες, που είναι οι εξής:

α. Είναι δυνατόν να ανατρέπουμε την λογική, για να βρούμε την υπερβατική πραγματικότητα, να διερευνούμε και να ερμηνεύουμε τα όνειρα (!) που υποτίθεται ότι φανερώνουν ακριβώς τον κόσμο του «ασυνειδήτου»;
β. Είναι δυνατόν να ανατρέπουμε την λογική, για να ανακαλύψουμε αυτήν την περιλάλητη υπερβατική πραγματικότητα, να χρησιμοποιούμε μεθόδους, που χρησιμοποιούν οι ψυχίατροι στους ψυχασθενείς των, ανεμπόδιστοι από λογικούς φραγμούς κι επιταγές;
Για όνομα του Θεού!…

Ζητώ συγγνώμη απ’ τους πολυπληθείς φίλους, οι οποίοι παρακολουθούν τα όσα η ταπεινότης μου αναφέρει, αλλά δεν αντέχω στον πειρασμό να μην αναγράψω τα όσα επισημαίνει, δια της πύρινης πέννας του ο συντάκτης του προαναφερθέντος έργου, στην Επισκόπησι της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας:
«Πιο ειδικά στη λογοτεχνία, (ο σουρρεαλισμός) εχρησιμοποίησε την πολυφημισμένη «αυτόματη γραφή»: Αφήνουμε το «ασυνείδητο» να εκδηλωθή ολότελα ελεύθερο στο γράψιμο, χωρίς την παραμικρή παρέμβασι του λογικού, «παρασυρμένο από τον ανεμοστρόβιλο των (εσωτερικών) ήχων», χωρίς διακοπή, χωρίς στίξη και όποιον ειρμό, υπαγορεύοντας τον μονόλογό του στο χέρι μας αυτόματα – με το εγώ μας βυθισμένο σε κατάστασι ανάλογη με την τεχνητή ύπνωσι. Έτσι ξεχύνονται από μόνες τους εμπρός μας οι σουρρεαλιστικές εικόνες – «που συμβαίνει μ’ αυτές ό,τι και με τις εικόνες που μας προκαλεί το όπιο. Μας προσφέρονται αυθόρμητα, δεσποτικά. Δεν ημπορούμε πια να τις διώξουμε, γιατί η θέλησή μας είναι αδύναμη και δεν κυβερνά πια τις ψυχικές και πνευματικές μας ιδιότητες».

Για να καταλήξη:

«Χωρίς να μπλέξουμε περισσότερο σ’ όλους αυτούς τους λαβυρίνθους, ας πούμε ότι: Πρωταρχική επιδίωξι του σουρρεαλισμού είναι η άμεση αποκάλυψι της «υπερπραγματικότητος» (όχι αυτή που ως τώρα εθεωρούσαν για πραγματικότητα και οι απλοί άνθρωποι). Και η τεχνική που χρησιμοποιεί γι’ αυτόν τον σκοπόν είναι: Η διερεύνησις κι ερμηνεία του κόσμου των ονείρων και της παραφροσύνης, όπου, το «ασυνείδητο» φανερώνεται από μόνο του – και η «αυτόματη γραφή», που του επιτρέπει να εκδηλωθή χωρίς να κοιμώμαστε και χωρίς να έχωμε παραφρονήσει»!!
Φίλες και Φίλοι,

Όποιος νομίζει ότι τα λόγια αυτά δεν αποτελούν παρά μια… απωθημένη κατάστασιν του ομιλούντος ο οποίος προσπαθεί να εξωτερικεύση ό,τι αισθάνεται να τον «βασανίζη», ένεκα ακριβώς των χειμαρρωδών φαντασιώσεών του, δεν έχει παρά να απευθύνη στον αρχηγό του σουρρεαλισμού, τον ANTRE BRETON, ο οποίος σ’ έναν ορισμό του για τον υπερρεαλισμό, στο «Μανιφέστο του σουρρεαλισμού», που εξεδόθη το 1924, γράφει:

«Σουρρεαλισμός: ψυχικός αυτοματισμός που εκφράζει προφορικά, γραπτά ή μ’ όποιον άλλον τρόπο τις πραγματικές παραστάσεις της ψυχής. Υπαγόρευσι της σκέψεως, έξω από κάθε έλεγχο του λογικού, έξω από κάθε κρίσι αισθητική και ηθική»!!

Είναι ευτυχές, όμως το γεγονός ότι οι σουρρεαλιστές σιγά-σιγά και με τον καιρό «κατακάθισαν». Άλλαξαν θέσεις και κατευθύνσεις. Αντελήφθησαν το κολοσσιαίο λάθος τους και αναθεώρησαν πολλές απ’ τις παράλογες θεωρίες του αποκρυφισμού. Χωρίς αυτό να σημαίνει ότι εξάλειψε αυτό το θαμπόφωτο και σκοτεινιασμένο γράψιμο, αυτό το θολό και αβέβαιο κείμενο. Η ιδιόμορφη ελευθερία (η ασυναρτησία δηλαδή) στο ύφος, στην αρχιτεκτονική του λόγου και ο παραλογισμός, αποτελούν ακόμη «κατακάθια» και «απομεινάρια» της περιβόητης «αυτόματης γραφής». Η απέραντη κενολογία μετριάσθηκε, αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι η ακαταλαβίστικη ποίησις δεν έχει ακόμη «οπαδούς» που επηρεάζουν την σημερινή πραγματικότητα μέσα στον ελληνικό χώρο.
Αυτόματα, λοιπόν, γεννιέται κι ένα άλλο ερώτημα: «Μπορεί κανείς στην πράξι να κάνη τέχνη όταν ευρίσκεται σε κατάσταση κυριολεκτικά ονειρική;»
Στο ερώτημα αυτό καλούνται ν’ απαντήσουν όχι οι σημερινοί συμποσιάζοντες ποιητές, αλλά και κάθε λογής ψυχίατροι ή – για να γίνουμε πιο μειλίχιοι – ορισμένοι κοινωνιολόγοι της σύγχρονης αυτής επιστήμης. Η συμβολή τους θα είναι μεγάλη, όσο κι αν αυτό φανή περίεργο ή ανεδαφικό. (…)

Συνεχίζεται…