15/04/16 23:10 - Η χρησιμότητα των ελληνικών παροιμιών!..

Η χρησιμότητα των ελληνικών παροιμιών!..

Πιο διεξοδικά, θα λέγαμε ότι η παροιμία είναι ένα απόφθεγμα σύντομο και συχνά πνευματώδες, με αρχαία παράδοση και μεγάλη διάδοση, το οποίο, με μορφή καμιά φορά μεταφορική, εκφράζει μια ηθική παραίνεση ή μια σκέψη ή έναν κανόνα, καταστάλαγμα όλα της πείρας. Η συντομία, η δηκτικότητα, ο αποφθεγματικός τόνος είναι τα ουσιώδη χαρακτηριστικά της παροιμίας, που αποτελεί τυπικό είδος της λαϊκής παραδοσιακής λογοτεχνίας. Η παροιμία συμπυκνώνει εμπειρίες, έθιμα, κανόνες πατροπαράδοτης συμπεριφοράς, που παρουσιάζουν ποικιλία και καμιά φορά αντίφαση, όπως ποικίλες και αντιφατικές είναι οι εμπειρίες στις οποίες χρωστάει τη γένεσή της (για παράδειγμα, «κάνε το καλό και ρίξ’ το στο γιαλό» και «ο καλός καλό δεν έχει»).

‘Ένα κομμάτι παπύρου με μεγαλογράμματη ελληνική γραφή , το οποίο περιέχει απόσπασμα ποιήματος του Βακχυλίδη!.. (Η φωτογραφία είναι από την εγκυκλοπαίδεια «Μαλλιάρης-παιδεία»).

ΕΛΕΓΕ ο Αριστοτέλης: «Παροιμίαι παλαιάς εισί φιλοσοφίας εν ταις μεγίσταις ανθρώποις φθοραίας απολομένης εγκαταλείμματα περισωθέντα δια συντομίαν και δεξιότητα», ενώ είναι διαχρονικός ο λόγος του σοφού, που λέει ότι: «Οι παροιμίες βοηθούν δια να γνωρίσει τις σοφίαν και παιδείαν, δια να νοήσει λόγους φρονήσεως, δια να λάβει διδασκαλία συνέσεως, δικαιοσύνης και κρίσεως, και ευθύτητος, δια να δώση νόησιν εις τους απλούς, εις τον νέον μάθησιν και διάγνωσιν.»
Είναι αλήθεια ότι ο σοφός Σολομών έλεγε πως «Ο σοφός ακούων θέλει γίνει σοφότερος, και ο νοήμων θέλει αποκτήσει επιστήμην κυβερνήσεως», ενώ ο φιλόσοφος Μοντεσκιέ θα συμπληρώσει: «Η μελέτη των παροιμιών είναι περισσότερο διδακτική και καταληπτή, από την επεξεργασμένη μέθοδο της φιλοσοφίας»
Εάν, λοιπόν, «η παροιμία είναι η αιώνιος βίβλος της ηθικής του λαού», όπως έλεγε ο Ι. Βενιζέλος, ας διαβάσουμε τις παροιμίες του Ελληνικού λαού, που ακολουθούν, έτσι όπως ακριβώς δημοσιεύονται στο «Βιβλίο των Σοφών», με μικρές διορθωτικές παρεμβάσεις του γράφοντος, αφού είναι ο μοναδικός φάρος γνώσεως σε ανθρώπους διανοούμενους και μη, δεδομένου ότι η φιλοσοφική σκέψη δεν αποκτάται μόνον δια της μελέτης, αλλά και δια της εμπειρίας της ζωής (θυμοσοφία):
Πιο διεξοδικά, θα λέγαμε ότι η παροιμία είναι ένα απόφθεγμα σύντομο και συχνά πνευματώδες, με αρχαία παράδοση και μεγάλη διάδοση, το οποίο, με μορφή καμιά φορά μεταφορική, εκφράζει μια ηθική παραίνεση ή μια σκέψη ή έναν κανόνα, καταστάλαγμα όλα της πείρας. Η συντομία, η δηκτικότητα, ο αποφθεγματικός τόνος είναι τα ουσιώδη χαρακτηριστικά της παροιμίας, που αποτελεί τυπικό είδος της λαϊκής παραδοσιακής λογοτεχνίας. Η παροιμία συμπυκνώνει εμπειρίες, έθιμα, κανόνες πατροπαράδοτης συμπεριφοράς, που παρουσιάζουν ποικιλία και καμιά φορά αντίφαση, όπως ποικίλες και αντιφατικές είναι οι εμπειρίες στις οποίες χρωστάει τη γένεσή της (για παράδειγμα, «κάνε το καλό και ρίξ’ το στο γιαλό» και «ο καλός καλό δεν έχει»).
Από τον κόσμο του λαού, παρ’ όλα αυτά, σε κάθε εποχή, οι παροιμίες πέρασαν και στα ανώτερα στρώματα, που τις συνάθροισαν, αφού η ουσιαστική σημασία τους προμήθευε στον πολιτισμό ένα πρότυπο για την έκφραση σκέψεων και εμπειριών, ενώ το ίδιο το είδος πέτυχε μεγαλύτερη διάδοση και αποτελεσματικότητα, π.χ. το βιβλίο των Παροιμιών της Βίβλου, που αποδίδεται στον Σολομώντα, ή η σχετική φιλολογία της ανατολίτικης σοφίας. Πολύ πλατιά διάδοση είχαν οι παροιμίες και στον ελληνορωμαϊκό κόσμο, που προσφέρει αφθονία παραδειγμάτων σε όλα σχεδόν τα λογοτεχνικά είδη. Στο Μεσαίωνα και στην Αναγέννηση, πολλές συλλογές παροιμιών, σχεδόν πάντοτε προερχόμενες από τους πνευματικά καλλιεργημένους και διατυπωμένες στη λατινική γλώσσα, υπήρξαν ένα ουσιαστικό όργανο της διδακτικής τάσης και δραστηριότητας της εποχής εκείνης, όπως εκδηλώθηκε και σε πλήθος άλλων ηθικοδιδακτικών ποιημάτων. Συγχρόνως ανθούσε μια πολύ μεγάλη παραγωγή παροιμιακού υλικού στη δημώδη γλώσσα, συχνά άμεσα συνδεόμενου με παροιμίες και αποφθέγματα της κλασικής παράδοσης.
Ανάλογα με το χαρακτήρα του περιεχομένου ή της φραστικής διατύπωσής τους, οι παροιμίες υπήρξαν αντικείμενο διαφόρων ταξινομήσεων. Αξιοσημείωτη, σε σχέση με το περιεχόμενο, είναι η ταξινόμηση που έκανε ο Ιταλός Τζουζέπε Τζούστι με τη συλλογή του, που είναι διαρθρωμένη σε ενενήντα πέντε κατηγορίες (π.χ.: έρωτας, οικογένεια, γυναίκα και γάμος, διάφορα ταπεινά και ανώτερα επαγγέλματα, τραπέζι και κουζίνα, υγεία, αρρώστιες και γιατροί, κ.ά.). Η συλλογή αυτή έγινε δεκτή σχεδόν από όλους τους μεγάλους Ιταλούς συλλέκτες παροιμιών, με πρώτο απ’ όλους τον Πιτρέ. Όχι λιγότερο ενδιαφέρουσα είναι η κατάταξη, η οποία συνδυάζει την κύρια λέξη με το αλφαβητικό σύστημα. Τη μέθοδο αυτή ακολούθησε και ο Ν.Γ. Πολίτης στην έκδοση των ελληνικών παροιμιών (1899-1902), ενός σπουδαίου εθνικού έργου, που έμεινε δυστυχώς ημιτελές. Σύμφωνα με τη μέθοδο αυτή, η παροιμία, π.χ., «η αλήθεια είναι μαλώτρα» θα καταταχτεί στο α, με βάση τη λέξη αλήθεια, που είναι η σπουδαιότερη λέξη της. Από την άποψη της μορφής διακρίνουμε εξάλλου, τις αινιγματικές παροιμίες, τις παροιμίες-μύθους, που προέρχονται, κατά συμπύκνωση, από γνωστές διηγήσεις (για παράδειγμα «Σαν τον λύκο και την αλεπού με τον καρπό και τ’ άχερα», που προϋποθέτει ολόκληρη διήγηση), τις έμμετρες παροιμίες, που συνήθως είναι στίχοι αποσπασμένοι από τραγούδια ή άλλα στιχουργήματα («βοηθά σε ο τόπος, Διγενή, και βγαίνεις αντρειωμένος»), τις αντιθετικές (του τύπου «πολύ καπνός, λίγο ψητό»), τις περιπαιχτικές, που στρέφονται εναντίον ορισμένων τόπων, επαγγελμάτων, λαών κλπ. (για παράδειγμα, «τον γύφτο κάνουν βασιλιά κι εκείνος γυρεύει ρείκια»), τις παροιμίες- βελερισμούς, που πήραν το όνομά τους από τον Σαμ Βέλερ, γνωστό πρόσωπο του έργου του Ντίκενς Λέσχη Πίκουικ, που εκφράζεται αποφθεγματικά και αποδίδει σε τρίτους την πατρότητα των λεγομένων του· αυτού του είδους οι παροιμίες αποδίδουν το απόφθεγμα σε ένα πρόσωπο ιστορικό ή φανταστικό και έχουν χαρακτήρα άλλοτε σοβαρό και άλλοτε αστείο. Συγγενείς με τις παροιμίες, αλλά διαφορετικές στην ουσία, είναι οι παροιμιακές λέξεις και οι παροιμιακές φράσεις, δηλαδή εκφράσεις χαρακτηριστικές και στερεότυπες, που, αφού μπήκαν στην καθημερινή ζωή και γλώσσα, απέκτησαν ένα αποφθεγματικό τόνο, για παράδειγμα η έκφραση «φάγαμε ψωμί κι αλάτι» ή η παροιμιακή λέξη «μπακαλόγατος».
Οι παροιμίες έχουν αναμφισβήτητη λαογνωστική σημασία, γιατί σε αυτές είναι αποτυπωμένες παλιές συνήθειες και δοξασίες των λαών και «η πατροπαράδοτος σοφία, η περιβεβλημένη το απόλυτον κύρος της παλαιότητος και της παραδόσεως», κατά την έκφραση του Στίλπωνα Κυριακίδη. Είναι χαρακτηριστικό πως ο Παλαμάς, χαιρετίζοντας ενθουσιασμένος την έκδοση του Ν.Γ. Πολίτη, εξέφραζε την πεποίθηση πως η μελέτη των παροιμιών θα βοηθούσε στη δημιουργία μιας συνθετικής εργασίας για την ελληνική ψυχή.

Περί του θέματος αυτού θα συνεχίσουμε...