01/05/16 21:26 - Τι γράφουν μεγάλοι Έλληνες ποιητές για την Ανάσταση!..

 

Τι γράφουν μεγάλοι Έλληνες ποιητές για την Ανάσταση!..

Με αφορμή τη σημερινή Πασχαλιά, ας θυμηθούμε ορισμένα ποιήματα που έγραψαν μεγάλοι Έλληνες Ποιητές, οι οποίοι, με τον τρόπο τους, τιμούν τη μεγάλη αυτή γιορτή της Χριστιανοσύνης!..Θυμηθείτε, για παράδειγμα, το «Πάσχα των Ελλήνων» του Άγγελου Σικελιανού. Μια ποίηση γραμμένη στα τέλη της δεκαετίας του 1920. Η εκτενής αυτή ποιητική σύνθεση εκφράζει μιαν υψηλή ανάταση του λυρικού πνεύματος, που εξυμνεί τα παιδικά χρόνια του Ιησού (όταν εκείνος δεν αντιμετωπίζει ακόμη το μαρτύριο που θα του επιφυλάξει ο ενήλικος βίος του), βάζοντας εκ παραλλήλου στο προσκήνιο το σεπτό και ασκίαστο πρόσωπο της μητέρας του. Οι μορφές του Χριστού και της Μαρίας αποτελούν στο «Πάσχα των Ελλήνων» πηγή χαράς και εκ βάθρων ανανέωσης αφού συνδέονται ευθέως με τη λαμπρότητα του ελληνικού τοπίου και της ελληνικής φύσης, που βρίσκουν την έκφρασή τους στην αμεσότητα του λαϊκού, προφορικού λόγου και τις ειδυλλιακές εικόνες της δημοτικής παράδοσης!..

Ἡ Ἡμέρα τῆς Λαμπρῆς

«Ξημερώματα τῆς Κυριακῆς τοῦ Πάσχα, δίκαια ἡ κριτικὴ τὸ θεώρησε ὡς τὴν πιὸ ἄρτια ἀπόδοσι τῆς μεγάλης γιορτῆς τῶν ὁρθοδόξων στὴ νεοελληνική ποίησι.»

«Καθαρότατον ἥλιον ἐπρομηνοῦσε
Τῆς αὐγῆς τὸ δροσάτο ὕστερο ἀστέρι,
Σύγνεφο, καταχνιά, δὲν ἀπερνοῦσε
Τ΄ οὐρανοῦ σὲ κανένα ἀπὸ τὰ μέρη·
Καὶ ἀπὸ κεῖ κινημένο ἀργοφυσοῦσε
Τόσο γλυκὸ στὸ πρόσωπο τ’ ἀέρι,
Ποὺ λὲς καὶ λέει μὲς στῆς καρδιᾶς τὰ φύλλα:
Γλυκειὰ ἡ ζωὴ κι ὁ θάνατος μαυρίλα.

Χριστὸς ἀνέστη: Νέοι, γέροι καὶ κόρες,
Ὅλοι, μικροὶ μεγάλοι, ἑτοιμαστεῖτε·
Μέσα στὲς ἐκκλησιὲς τὲς δαφνοφόρες
Μὲ τὸ φῶς τῆς χαρᾶς συμμαζωχτῆτε·
Ἀνοίξετε ἀγκαλιὲς εἰρηνοφόρες
Ὀμπροστὰ στοὺς Ἁγίους καὶ φιληθῆτε·
Φιληθῆτε γλυκὰ χείλη μὲ χείλη,
Πέστε Χριστὸς Ἀνέστη ἐχθροὶ καὶ φίλοι.

Δάφνες εἰς κάθε πλάκα ἔχουν οἱ τάφοι,
Καὶ βρέφη ὡραῖα στὴν ἀγκαλιά οἱ μαννάδες.
Γλυκόφωνα, κοιτώντας τὲς ζωγραφι-
σμένες εἰκόνες, ψάλλουνε οἱ ψαλτάδες·
Λάμπει τὸ ἀσήμι, λάμπει τὸ χρυσάφι
ἀπὸ τὸ φῶς ποὺ χύνουνε οἱ λαμπάδες·
Κάθε πρόσωπο λάμπει ἀπ' τὸ ἀγιοκέρι,
Ὁποῦ κρατοῦνε οἱ Χριστιανοί στὸ χέρι.»

[Πηγή: Διονυσίου Σολωμοῦ, Ἄπαντα, τόμος πρῶτος,
Ποιήματα, Ἐκδόσεις Ἴκαρος, Θ’ Ἔκδοσις, Ἀθῆναι 2006, σελ. 185-186.]

Ἡ δέηση τῆς Μαρίας καὶ τὸ ὅραμα τοῦ Λάμπρου

Τὸ ἑσπέρας τῆς Λαμπρῆς

«Καὶ προβαίνει ἡ Μαρία λίγη νὰ πάρει
δροσιὰ στὰ σωθικὰ τὰ μαραμένα•
εἶναι νύχτα γλυκειὰ, καὶ τὸ φεγγάρι
δὲ βγαίνει νὰ σκεπάσει ἄστρο κανένα•
περίσσια, μύρια, σ' ὅλη τους τὴ χάρη,
λάμπουν ἄλλα μονάχα, ἄλλα δεμένα•
κάνουν καὶ κεῖνα Ἀνάσταση ποὺ πέφτει
τοῦ ὁλόστρωτου πελάου μὲς στὸν καθρέφτη.

«Τὰ μαλλιὰ σέρνω στὰ λιγνά μου στήθη•
δένω σταυρὸ τὰ χέρια• Οὐράνια, θεῖα!
Πέστε Ἐκεινοῦ ποὺ σήμερα ἀναστήθη
νὰ ἐλεηθεῖ τὴ μαύρη τὴ Μαρία.
Μέρα εἶναι Ἀγάπης• Ἅδης ἐνικήθη•
καίονται τὰ σπλάχνα, καίονται τὰ στοιχεῖα•
καὶ ἡ πυρκαϊὰ τοῦ Κόσμου ἀναγαλλιάζει
καὶ κατ' Αὐτὸν τὴ σπίθα της τινάζει.

Ὁ Οὐρανὸς Ἀλληλούια ἠχολογάει•
κατὰ τὴ γῆν ἐρωτεμένος κλίνει•
ζεῖ τοῦ νεροῦ καὶ ἡ στάλα ὁποὺ κολλάει
στὸ ποτήρι• Ἀλληλούια ἐγὼ κι ἐκείνη.
Ὅταν ἡ Πύλη ἀκούστηκε νὰ σπάει,
τί χλαλοὴ στὸν κάτου κόσμο ἐγίνη!
Χαίρεται μέσα ἡ ἄβυσσο καὶ ἀσπρίζει•
ὁ περασμὸς τοῦ Λυτρωτῆ σφυρίζει».

Στὴν ἐκκλησίαν ὡστόσο ὁ Λάμπρος μένει,
ὅπου ἀνθρώπου πνοὴ δὲν ἀγρικιέται.
Ἀπ' ἕνα εἰς ἄλλο στοχασμὸ πηγαίνει•
εἶναι ὁ νοῦς του ἔρμος κόσμος ποὺ χαλιέται.
Μεσ' ἀπὸ τὸ στασίδι ἀγάλι βγαίνει,
καὶ ὀχ τὴν ψυχὴ του ὁ στεναγμὸς πετιέται•
μόνον οἱ σκόρπιες δάφνες ποὺ ἐμυρίζαν
ἐκεῖ ποὺ αὐτὸς ἐπερπατοῦσε ἐτρίζαν.

Καὶ τὸ πρόσωπο γέρνει ὡσὰν τὴ δειάφη
καὶ χαμηλὰ τοῦτα τὰ λόγια ρίχτει:
«Κουφοί, ἀκίνητ' οἱ Ἁγίοι, καθὼς καὶ οἱ τάφοι•
εἶπα κι ἔκραξα ὥς τ' ἄγριο μεσανύχτι:
Ἄντρας (κι ἡ μοίρα ὅ,τι κι ἄ θέλει ἂς γράφει)
τοῦ ἑαυτοῦ του εἶναι θεός, καὶ δείχτει
στὴν ἄκρα δυστυχία• μὲς στὴν ψυχή μου
κάθου κρυμμένη, ἀπελπισιά, καὶ κοίμου!».

Πάει γιὰ νὰ 'βγει στὴ θύρα ἀργὰ καὶ ἀνοίγει•
λεπτὴ φωνὴ τοῦ λέει «Χριστὸς ἀνέστη».
Εἰς τὴν ἄλλη πηδάει, καὶ φωνὴ ὀλίγη
καὶ παρόμοια, τοῦ λέει «Χριστὸς ἀνέστη».
Ἀπὸ τὴν τρίτα πολεμάει νὰ φύγει
καὶ μία τρίτα τοῦ λέει «Χριστὸς ἀνέστη».
Αὐτοκίνητες πάντα ἀνοιγοκλειοῦνε
οἱ τρεῖς θύρες καὶ ἀχὸ δὲν προξενοῦνε.

Καὶ ἰδοὺ τρία. σὰν ἀδέλφια ἔρμα καὶ ξένα,
ποὺ ἕν' ἁγιοκέρι σβημένο βαστοῦσαν,
ὅπου στρίψει, ὅπου πάει, τ' ἀπελπισμένα
γοργὰ πατήματά του ἀκολουθοῦσαν.
Λιγδερὰ καὶ πλατιὰ κι ὅλα σχισμένα
τὰ λαμπριάτικα ροῦχα ὁπού φοροῦσαν.
Στὰ μπροστινά, στὰ πισινὰ στασίδια,
ὅλο σιμὰ του σειοῦνται τὰ ξεσκλίδια.

Ποτὲ δὲν τά 'χει εἰς τὴ φυγὴ του ἀνάρια•
ἐδῶ ἐκεῖ, μπρὸς ὀπίσω, ἀπάνου κάτου,
βαροῦν ὅμοια τὴν πλάκα ὀχτὼ ποδάρια,
τρέχουν ἴσια, κι ἀκούονται τὰ δικά του.
Νὰ φύγει μία στιγμὴ τ' Ἅδη τὰ χνάρια
σπρώχνει μάταια μακριὸ τὸ πήδημά του,
σὰν τ' ἄστρο ποὺ γοργὰ τὸ καλοκαίρι
χύνεται πέντε δέκα ὀργιὲς ἀστέρι.

Ἔτσι ἑνωμένοι ἐκάμανε τριάντα
φορὲς τὴν ἐκκλησιὰ ποὺ βοὴ στέρνει.
Σὰ νὰ 'χε μέσα θυμιατὰ σαράντα,
μυρωδιὰ λιβανιοΰ τὴ συνεπαίρνει.
Πάντα μὲ βία τὸ τρέξιμο, καὶ πάντα
ὁ ζωντανὸς τ' ἀραχνιασμένα σέρνει•
σκύφτουν, πολὺ κρυφομιλοῦν, καὶ σειέται
τὸ βαμπάκι, ποὺ λὲς καὶ ξεκολλιέται.

Ἄχ, ποῖος εἶδε τὰ χέρια νὰ σηκώνει
ἡ Παναγία, τὰ μάτια της νὰ κλείσει;
Ἄχ, ποῖος εἶδε τὸ Πάσχα αἷμα νὰ ἱδρώνει
ὁ Χριστός, καὶ παντοῦ νὰ κοκκινίσει;
Τί συφορὰ τὴν ἐκκλησιὰ πλακώνει,
ὁποὺ τὴν ἴδια μέρα εἶχε βροντήσει
ἀπὸ τόσες χαρὲς καὶ ψαλμῳδίες,
πού 'χε ἀντιλάμψει ἀπὸ φωτοχυσίες!

Βρίσκεται στ' Ἅγιο Βῆμα, ἀνατριχιάζει,
καὶ πέφτει ὀμπρὸς τοὺς γονατιστὸς χάμου.
Μὲ τρομάρα κοιτάει καὶ τοὺς φωνάζει:
«Σᾶς γνωρίζω' τί θέλτε; Εἶστε δικά μου.
Τοῦ καθενὸς τὸ πρόσωπό μοῦ μοιάζει•
ἀλλὰ πέστε τί θέλτε ἔτσι κοντά μου;
Συχωρᾶτε καὶ πάψτε. Ἀμέτε πέρα•
δὲν εἶναι ἀκόμα Παρουσία Δευτέρα!

Ὢ κολασμένα, ἀφεῖτε μου τὰ χέρια!».
Χείλη μὲ χείλη τότε ἐκολληθῆκαν.
Ὅσα εδῶσαν φιλιά, τόσα μαχαίρια
στοῦ δυστυχῆ τὰ φυλλοκάρδια ἐμπῆκαν.
Ἄφοῦ στὸν κόσμο ἐλάμψανε τ' ἀστέρια,
τέτοιου τρόμου φιλιὰ δὲν ἐδόθηκαν.
Φτυοΰνε τὰ χείλη σὰν ἀπὸ φαρμάκι•
μέσα τοῦ επῆε τὸ νεκρικὸ βαμπάκι.

Στέκει σὰ μάρμαρο ὥσπου ξημερώνει,
κι εἶναι φευγάτοι οἱ πεθαμένοι νέοι.
Τὴν τρομασμένη κεφαλὴ ψηλώνει
καὶ βαριὰ νεκρολίβανα ἀναπνέει.
Τέλος πάντων τὰ μάτια ἄγρια καρφώνει
στὲς δάφνες, καὶ πολληώρα ἔπειτα λέει:
«Σύρε, σημεῖο χαρᾶς!» καὶ φουχτωμένο
μὲ τὰ δυό, τὸ χτυπάει στὸ Σταυρωμένο.

«Κόλαση; τὴν πιστεύω• εἶναι τή• αὐξάνει,
κι ὅλη φλογοβολάει στὰ σωθικά μου.
Ἀπόψε Κάποιος ποὺ ὅ,τι θέλει κάνει
μὄστειλε ἀπὸ τὸ μνῆμα τὰ παιδιά μου.
Χωρὶς νὰ τὴ γνωρίζω, ἐχθές μου βάνει
τὴ θυγατέρα αἰσχρὰ στὴν ἀγκαλιά μου.
Δὲ λείπει τώρα πάρεξ νὰ χαλάσει
τὸν Ἑαυτό του, γιατί μ' ἔχει πλάσει!».

Σηκώνεται καὶ παίρνει τὴν πεδιάδα,
σχίζει κάμπους καὶ δάση, ὄρη, λαγκάδια•
στὰ μάτια του εἶναι μαύρη ἡ πρασινάδα,
τὰ νερὰ καὶ τὰ δέντρα εἶναι μαυράδια•
χύνεται μὲ μεγάλη, ογληγοράδα,
καὶ γύρου ἂς εἶναι, ὅ,τι θωρεῖ, σκοτάδια.
Κι ἀκόμη λέει πὼς κυνηγιέται, ἀκόμα
τὰ βαμπάκια τοῦ Χάρου ἀκούει στὸ στόμα.

Ἔτσι ὁ φονιὰς ποὺ κρίματα ἔχει πλήθια,
ἐὰν φθάσει καὶ τοῦ κλείσει ὕπνος τὸ μάτι,
βγαίνουν μαζὶ καὶ τοῦ πατοῦν τὰ στήθια
οἱ κρυφὰ σκοτωμένοι, αἷμα γιομάτοι.
Μεγαλόφωνα κράζοντας βοήθεια
γυμνὸς πετιέται ὀχ τὸ ζεστὸ κρεβάτι,
κι ἔχει τόση μαυρίλα ὁ λογισμός του,
ποὺ μὲ μάτια ἀνοιχτὰ τοὺς βλέπει ὀμπρός του.»

[Πηγή: Διονυσίου Σολωμοῦ, Ἄπαντα, τόμος πρῶτος, Ποιήματα, Ἐκδόσεις Ἴκαρος, Θ’ Ἔκδοσις, Ἀθῆναι 2006]

-Ο Διονύσιος Σολωμός στο: «Εις μοναχήν»

«Από το θρόνο τ’ άπλαστου/ οι αγγέλοι κατεβήκαν
και μες στου μοσχολίβανου/ το σύννεφον εμπήκαν
να ιδούν που το κοράσιο/ κινάει στην εκκλησία
“Χριστός ανέστη” εκάνανε/ κι αστράφτανε σαν ήλιοι
και λόγια ετραγουδούσανε/ εγκάρδια και θερμά…»

-Ο Κωστής Παλαμάς στο ποίημα “Ανάσταση”

“Ανάσταση κι αγάπη λαμπερή,/ κάθε καμπάνα χαρωπά σημαίνει
και ξημερώνει μέρα και φορεί/ στολή μ’ αστέρια κ’ άνθια κεντημένη…
και μέσα στην καρδιά μου μυστικά/ νιώθω να ξημερώνει μια ημέρα,
με κάλλη πλέον μαγικά,/ απ’ όσα είναι στη γη και στον αιθέρα.”

Κι έτσι αενάως εντός μας το μέγα ερώτημα, όπως το διατύπωσε σ’ ένα στίχο του ο Ν. Καρούζος: “Γιατί να μας εφευρίσκει ο θάνατος;”
.…. Φθαρτόν το γένος των βροτών… Μεγαλώνουμε μέρα την ημέρα καταναλώνοντας μυριάδιες μικρούς θανάτους… Το θάνατο, ζώντας, ξεπληρώνουμε, καταθέτοντας τον οβολόν στη τράπεζα του μέλλοντός μας…. Κι Ανάσταση καμιά δεν προσδοκούμε… Αυτή, βλέπεις, είναι αποκλειστικότητα των Θεών…

«Το Πάσχα των Ελλήνων»

Μια από τις μεγαλύτερες γιορτές που έχει στήσει η ελληνική ποίηση για την ανάσταση του θεανθρώπου είναι το «Πάσχα των Ελλήνων» του Άγγελου Σικελιανού.

Γραμμένη στα τέλη της δεκαετίας του 1920, η εκτενής αυτή ποιητική σύνθεση εκφράζει μιαν υψηλή ανάταση του λυρικού πνεύματος, που εξυμνεί τα παιδικά χρόνια του Ιησού (όταν εκείνος δεν αντιμετωπίζει ακόμη το μαρτύριο που θα του επιφυλάξει ο ενήλικος βίος του), βάζοντας εκ παραλλήλου στο προσκήνιο το σεπτό και ασκίαστο πρόσωπο της μητέρας του. Οι μορφές του Χριστού και της Μαρίας αποτελούν στο «Πάσχα των Ελλήνων» πηγή χαράς και εκ βάθρων ανανέωσης αφού συνδέονται ευθέως με τη λαμπρότητα του ελληνικού τοπίου και της ελληνικής φύσης, που βρίσκουν την έκφρασή τους στην αμεσότητα του λαϊκού, προφορικού λόγου και τις ειδυλλιακές εικόνες της δημοτικής παράδοσης.
Το «Πάσχα των Ελλήνων» δεν αποτελεί παρόλα αυτά έργο ενός παραδοσιακού ποιητή. Ο Σικελιανός είναι ένας μυστικιστής που πιστεύει με όλες του τις δυνάμεις στη λυτρωτική δύναμη της τέχνης. Η τέχνη και το λυτρωτικό της όραμα είναι σε θέση για τον Σικελιανό όχι μόνο να ονειρευτούν την οικουμενικότητα του ανθρώπου, αλλά και να συμβάλουν στην απελευθέρωση του κόσμου από τα δεινά των καταστροφικών του συγκρούσεων. Με τη μύησή του στα μυστικά της φύσης και της γλώσσας ο ποιητής καταβάλλει μια τιτάνια προσπάθεια για να συνενωθεί με το σύμπαν, που συναιρεί το γήινο και το θείο σε μιαν αδιαίρετη ολότητα.
Η συνύπαρξη του γήινου και του θεϊκού στοιχείου διατρέχει απ’ άκρου εις άκρον το «Πάσχα των Ελλήνων», παντρεύοντας την πνευματικότητα της χριστιανικής υμνογραφίας με την προσήλωση του αρχαιοελληνικού λυρισμού στην υλική βάση της ζωής. Ο Ιησούς και η Θεοτόκος θα συναντήσουν στους στίχους του Σικελιανού την ανάσταση των αρχαίων θεών και του παγανισμού («Μικρή καμπάνα τρεμάμενη εφώναζε τον Πάνα») ενώ και χριστιανικά ονόματα ή σύμβολα θα αποκτήσουν αίφνης μια καθαρώς σωματική αίσθηση και διάσταση («Μαγδαληνή, Μαγδαληνή, του πόθου μέγα αστέρι»). Ο ποιητής θα μιλήσει για τη γέννηση της Μαρίας από τον Ιωακείμ και την Άννα, για τη μνηστεία της με τον Ιωσήφ, όπως και για το θεάρεστο μήνυμα του Ευαγγελισμού. Σε ό,τι αφορά τον μικρό Ιησού, ο Σικελιανός θα περιγράψει σε υποβλητικούς τόνους το πρώτο του θαύμα, που ήταν να εμφυσήσει πνοή σε δώδεκα περιστέρια τα οποία έφτιαξε από νερό και χώμα και θα συνταιριάξει στην παρουσία του την αθωότητα του παιδιού με τη μεγαλοσύνη του θεού.
Πολλοί έχουν μεμφθεί κατ΄επανάληψη τον Σικελιανό (από την πρώτη του εμφάνιση στα γράμματα μέχρι και τις ημέρες μας) για εκφραστικό συνωστισμό και υψηγορία: για μια στιχουργική που πνίγει με τις συνεχείς εξάρσεις της τη συγκίνηση και συσκοτίζει το νόημα. Το «Πάσχα των Ελλήνων» αφήνει σίγουρα από την πρώτη στιγμή πίσω του τέτοιες αιτιάσεις και μετατρέπει τη Θεοτόκο και τον Χριστό σε φορείς μιας σπάνιας και απροσποίητης ευφορίας.
Στο «Πάσχα των Ελλήνων» δεν υπάρχει θρήνος και ο πόνος ή η προδοσία ταξιδεύουν μακριά από τον τόπο του. Μοιάζει σαν η θεϊκή αποστολή να έχει επιτελέσει ήδη τον προορισμό της, με τον οικουμενισμό του ποιητή να θριαμβεύει. Η Μαρία και ο γιος της είναι τα πρόσωπα του θείου δράματος, όπως τα έχει αναδείξει ολόκληρη η χριστιανική θεολογία, από την άλλη, ωστόσο, μεριά είναι και κάτι άλλο: οι πυλώνες για την είσοδο σε μιαν ευλογημένη γη, σε μιαν αστραφτερή ποιητική χώρα, όπου θεοί και άνθρωποι ξεκινούν από την αρχή την πορεία τους, έτοιμοι να υπερβούν κάθε αντίθεση και να καταργήσουν την οποιαδήποτε αντινομία. Όπως θα πει στον παλαιότερο «Αλαφροΐσκιωτο» (1907) ο ποιητής: «Πετιώμαι απάνω. Η αλαφρότη μου / είναι ίσια με τη δύναμή μου / Λάμπει το μέτωπό μου ολόδροσο / στο βασίλεμα σειέται ανοιξιάτικο / βαθιά το κορμί μου / Βλέπω γύρα. Το Ιόνιο / και η ελεύτερη γη μου!»

ΑΓΓΕΛΟΣ ΣΙΚΕΛΙΑΝΟΣ: «Στ’ Οσιου Λουκά το μοναστήρι»
«Στ’ Οσιου Λουκά το μοναστήρι, απ’ όσες
γυναίκες του Στειριού συμμαζευτήκαν
τον Επιτάφιο να στολίσουν, κι’ όσες,
μοιρολογήτρες, ως με του Μεγάλου
Σαββάτου το ξημέρωμα αγρυπνήσαν,
ποια να στοχάστη έτσι γλυκά θρηνούσαν! –
πώς, κάτου απ’ τους ανθούς, τ’ ολόαχνο σμάλτο
του πεθαμένου του Αδωνη ήταν σάρκα
που πόνεσε βαθιά;

Γιατί κι’ ο πόνο
στα ρόδα μέσα, κι’ ο επιτάφιος θρήνος,
κ’ οι αναπνοές της άνοιξης που μπαίναν
απ’ του ναού τη θύρα, αναφτερώναν
το νου τους στης Ανάστασης το θάμα,
και του Χριστού οι πληγές σαν ανεμώνες
τους φάνταζαν στα χέρια και στα πόδια,
τι πολλά τον σκεπάζανε λουλούδια,
που έτσι τρανά, έτσι βαθιά ευωδούσαν!

Αλλά το βράδυ το ίδιο του Σαββάτου,
την ώρα π’ απ’ την Αγια Πύλη το ένα
κερί επροσάναψε όλα τ’ άλλα ως κάτου,
κι’ απ’ τ’ Αγιο Βήμα σάμπως κύμα απλώθη
το φως ως με την ξώπορτα, όλοι κι’ όλες
ανατριχιάξαν π’ άκουσαν στη μέση
απ’ τα «Χριστός Ανέστη» μιαν αιφνίδια
φωνή να σκούξει: “Γιώργαινα, ο Βαγγέλης!”

Και να, ο λεβέντης του χωριού, ο Βαγγέλης,
των κοριτσιών το λάμπασμα, ο Βαγγέλης,
που τον λογιάζαν όλοι για χαμένο
στον πόλεμο – και στέκονταν ολόρτος
στης εκκλησιάς τη θύρα, με ποδάρι
ξύλινο, και δε διάβαινε τη θύρα
της εκκλησιάς, τι τον κυττάζαν όλοι
με τα κεριά στο χέρι, τον κυττάζαν
το χορευτή που τράνταζε τ’ αλώνι
του Στειριού, μια στην όψη, μια στο πόδι,
μα ως να το κάρφωσε ήταν στο κατώφλι
της θύρας, και δεν έμπαινε πιο μέσα!

Και τότε, – μάρτυράς μου νάναι ο στίχος,
ο απλός κι’ ο αληθινός ετούτος στίχος, –
απ’ το στασίδι πούμουνα στημένος
ξαντίκρυσα τη μάνα, απ’ το κεφάλι
πετώντας το μαντίλι, να χιμήξει
σκυφτή και ν’ αγκαλιάσει το ποδάρι,
το ξύλινο ποδάρι του στρατιώτη,
(έτσι όπως τόειδα ο στίχος μου το γράφει,
ο απλός κι’ αληθινός ετούτος στίχος),
και να σύρει απ’ τα βάθη της καρδιάς της
ένα σκούξιμο: «Μάτια μου, Βαγγέλη!».

***

ΒΑΡΝΑΛΗ Κ.: «Η Μάνα του Χριστού
«Πώς οι δρόμοι ευωδάνε με βάγια στρωμένοι,
ηλιοπάτητοι δρόμοι και γύρω μπαξέδες!
Η χαρά της γιορτής όλο πιότερο αξαίνει
και μακριάθε βογκάει και μακριάθε ανεβαίνει.

Τη χαρά σου, Λαοθάλασσα, κύμα το κύμα,
των αλλώνε τα μίση καιρό τήνε θρέφαν,
κι αν η μαύρη σου κάκητα δίψαε το κρίμα,
να που βρήκε το θύμα της, άκακο θύμα!

Φεύγεις πάνω στην άνοιξη, γιε μου καλέ μου.
Ανοιξή μου γλυκιά, γυρισμό που δεν έχεις.
Η ομορφιά σου βασίλεψε κίτρινη, γιε μου,
δε μιλάς, δεν κοιτάς πώς μαδιέμαι, γλυκέ μου!

Κει στο πλάγι δαγκάναν οι οχτροί σου τα χείλη..
Δολερά ξεσηκώσανε τ’ άγνωμα πλήθη,
κι όσο ο γήλιος να πέση και νά ‘ρθη το δείλι,
το σταυρό σου καρφώσαν κι’ οχτροί σου και φίλοι.

Μα γιατί να σταθής να σε πιάσουν! Κι ακόμα
σα ρωτήσανε: “Ποιος ο Χριστός;” τί ‘πες “Νά ‘με”!
Αχ! δεν ξέρει τι λέει το πικρό μου το στόμα!
Τριάντα χρόνια παιδί μου δε σ’ έμαθ’ ακόμα!».

ΒΑΡΝΑΛΗΣ Κ.: «Οι πόνοι της Παναγιάς»
«Πού να σε κρύψω, γιόκα μου, να μη σε φτάνουν οι κακοί;
Σε ποιο νησί του Ωκεανού, σε ποια κορφήν ερημική;
Δε θα σε μάθω να μιλάς και τ’ άδικο φωνάξεις
Ξέρω πως θάχεις την καρδιά τόσο καλή, τόσο γλυκή,
που με τα βρόχια της οργής ταχιά θενά σπαράξεις.

Τη νύχτα θα σηκώνομαι κι αγάλια θα νυχοπατώ,
να σκύβω την ανάσα σου ν’ ακώ, πουλάκι μου ζεστό
να σου τοιμάζω στη φωτιά γάλα και χαμομήλι,
κ’ υστέρα απ’ το παράθυρο με καρδιοχτύπι να κοιτώ
που θα πηγαίνεις στο σκολιό με πλάκα και κοντύλι…

Κι αν κάποτε τα φρένα σου μ’ αλήθεια, φως της αστραπής,
χτυπήσει ο Κύρης τ’ ουρανού, παιδάκι μου να μη την πεις
Θεριά οι ανθρώποι, δεν μπορούν το φως να το σηκώσουν
Δεν είν’ αλήθεια πιο χρυσή σαν την αλήθεια της σιωπής.
Χίλιες φορές να γεννηθείς, τόσες θα σε σταυρώσουν!»

Ν. ΚΑΖΑΝΤΖΑΚΗΣ: «Μαγδαληνή»
«Ω Κύριε, εγώ ‘μαι που έσπασα σα μυρογιάλι
στα ιερά σου πόδια την καρδιά μου, και τα ολόξανθα
μακριά μαλλιά μου εγώ τ’ ανέμισα στις τρέμουλες,
σκυφτές των Αποστόλων κεφαλές, σα φλάμπουρο!
Εγώ ‘μαι που όντας όλοι οι εδικοί μακριάθε
κοιτώντας το σταυρό σε κλαίγαν σκορπισμένοι,
στεκόμουν στο πλευρό σου παραστάτης, κι όρθια
στα χέρια μου εδεχόμουν, στην ποδιά, στο πρόσωπο,
πηχτό, ζεστό, σαν όμπρο θερινό, το γαίμα σου!
Κ’ έκραζα: Ανοίξου γης, ποτίσου γης, σκιρτήστε
σα σπόροι αθάνατοι στο χώμα, ώ πεθαμένοι!
Χριστέ, κι αν όλοι σ’ αρνηθούν, δε θα πεθάνεις!
Γιατί στον κόρφο μου το αθάνατο νερό
κρατώ και σε κερνώ, και κατεβαίνεις πάλι
στη γης, και περπατάς μαζί μου στα χωράφια,
βολές σωπαίνοντας γλυκά, βολές ταΐζοντας
το Λόγο τον καλό στα πεινασμένα πλήθη».

ΓΙΑΝΝΗΣ ΡΙΤΣΟΣ: «Εαρινή Συμφωνία»
«Ακου τα σήμαντρα
των εξοχικών εκκλησιών.
Φτάνουν από πολύ μακριά
από πολύ βαθιά.
Απ’ τα χείλη των παιδιών
απ’ την άγνοια των χελιδονιών
απ’ τις άσπρες αυλές της Κυριακής
απ’ τ’ αγιοκλήματα και τους περιστεριώνες
των ταπεινών σπιτιών.

Ακου τα σήμαντρα
των εαρινών εκκλησιών.
Είναι οι εκκλησίες
που δε γνώρισαν τη σταύρωση
και την ανάσταση.

Γνώρισαν μόνο τις εικόνες
του Δωδεκαετούς
που ‘χε μια μάνα τρυφερή
που τον περίμενε τα βράδια στο κατώφλι
έναν πατέρα ειρηνικό που ευώδιαζε χωράφι
που ‘χε στα μάτια του το μήνυμα
της επερχόμενης Μαγδαληνής.

Χριστέ μου
τι θα ‘τανε η πορεία σου
δίχως τη σμύρνα και το νάρδο
στα σκονισμένα πόδια σου;».

ΡΙΤΑ ΜΠΟΥΜΗ – ΠΑΠΠΑ: «Ανοιξη»
«Ερχεται απ’ το νοτιά με την καλοκαιριά
μπρος έστειλε τα χελιδόνια
να ψαλλιδίσουν κάθε δισταγμό
πίσω σέρνει τις μέλισσες,
τυφλές από το πάθος να τα δίνουν όλα
τ’ άνθια κροτούν στα δάχτυλα των δέντρων
γι’ αυτό σήκωσαν σήμερα σημαία στο κάστρο
καί λύθηκαν τα σήμαντρα της πόλης.
(…)Πάσχα, μητέρα Πάσχα!
Σφάξε το ζαρκάδι – δε θα κλάψω!».

ΒΡΕΤΤΑΚΟΣ ΝΙΚΗΦΟΡΟΣ: «Ελεγείο πάνω στον τάφο ενός μικρού αγωνιστή»

Πάνω στο χώμα το δικό σου λέμε τ' όνομά μας.
Πάνω στο χώμα το δικό σου σχεδιάζουμε τους κήπους και τις πολιτείες μας.
Πάνω στο χώμα σου Είμαστε. Έχουμε πατρίδα.
Έχω κρατήσει μέσα μου την τουφεκιά σου.
Γυρίζει μέσα μου ο φαρμακερός ήχος του πολυβόλου.
Θυμάμαι την καρδιά σου που άνοιξε κι έρχονται στο μυαλό μου
κάτι εκατόφυλλα τριαντάφυλλα
που μοιάζουνε σαν ομιλία του απείρου προς τον άνθρωπο.
'Έτσι μας μίλησε η καρδιά σου.
Κι είδαμε πως ο κόσμος είναι μεγαλύτερος
κι έγινε μεγαλύτερος για να χωρά η αγάπη.
Το πρώτο σου παιχνίδι, Εσύ.
Το πρώτο σου αλογάκι, Εσύ.
Έπαιξες τη φωτιά. Έπαιξες το Χριστό.
Έπαιξες τον Αϊ Γιώργη και το Διγενή.
Έπαιξες τους δείχτες του ρολογιού που κατεβαίνουν απ’ τα μεσάνυχτα.
Έπαιξες τη φωνή της ελπίδας εκεί που δεν υπήρχε φωνή.
Η πλατεία ήταν έρημη. Η πατρίδα είχε φύγει
Ήταν καιρός! Δε βάσταξε η καρδιά σου περισσότερο!
Ν’ ακούς κάτω απ’ τη στέγη σου τ’ ανθρώπινα μπουμπουνητά της Ευρώπης!
Άναψες κάτω απ’ το σακάκι σου το πρώτο κλεφτοφάναρο.
Καρδιά των καρδιών! Σκέφτηκες τον ήλιο και προχώρησες…
Ανέβηκες στο πεζοδρόμιο κι έπαιξες τον Άνθρωπο!

Ασφαλώς και υπάρχουν πολλοί άλλοι μεγάλοι Έλληνες Ποιητές οι οποίοι έγραψαν για το Πάσχα, όπως για παράδειγμα τα ποιήματα των Γ. Βερίτη (που έχει γράψει πολλά θρησκευτικά ποιήματα),  Σ. Μαρτζώκη, Ιασ. Δεπούντη, Χ. Βαΐου, Ν. Καρούζου και της Κ. Δημουλά και άλλων. Για τους Νομπελίστες ποιητές μας Γιώργο Σεφέρη και Οδυσσέα Ελύτη θα κάνουμε ειδικό αφιέρωμα.