06/05/16 20:20 - Πώς χαρακτήριζαν τον μήνα Μάϊο οι αρχαίοι;

 

Πώς χαρακτήριζαν τον μήνα Μάϊο οι αρχαίοι;

Διαβάστε πολλά και αποκαλυπτικά ιστορικά στοιχεία για τον μήνα Μάϊο που όχι μόνον εξυμνούσαν, αλλά και εξύψωναν σε μια θεϊκή σφαίρα, αφού, γι’ αυτούς, ο μήνας αυτός ήταν ό,τι πιο όμορφο χάρισε ο θεός στον άνθρωπο, μετά το συναίσθημα της αγάπης!..Αυτή η ζωηρά και έντονη αγάπη, η ένθερμος επιθυμία προς συνάντησιν των δύο φύλων και η αφοσίωσίς των εξυμνήθη υπό όλων σχεδόν των μεγάλων αρχαίων Ελλήνων ποιητών ως του Αισχύλου, ο οποίος χαρακτήριζε τον έρωτα «θηλυκρατή», ενώ ο ίδιος ο Ευριπίδης, που τόσο παρεξηγήθη για μισογυνισμό, χρησιμοποιεί την φράσιν «ερώσ’ έρωτ’ έκδηλον»!..

ΛΕΝΕ πολλοί ότι ο μήνας Μάϊος είναι ο μήνας του Έρωτος. Και δεν μπορούσε να γίνει διαφορετικά αφού ο θείος έρως, ο θεός του έρωτος, ο θεός της αγάπης, αυτή η υπέρτατη δύναμις δια της οποίας συντηρούνται τα πάσης φύσεως όντα, δια τους ανθρώπους ειδικά και δη για τις αρχαίες Ελληνίδες οι οποίοι τόσο πολύ τον εξύμνησαν, δεν είναι παρά η προσωποποίησις της αμοιβαίας έλξεως και ενώσεως των δύο φύλων με απώτερον στόχο και σκοπόν, πέραν της προσωπικής ευτυχίας των, και την διαιώνισιν του είδους.
Κατά του ορφικούς ο έρως ήτο υιός της Νυκτός, κατά τον Ησίοδον γέννημα του Χάους, ενώ κατά την περίφημον Σαπφώ τέκνον το Ουρανού!
Την λέξιν «έρως» δεν την συναντάμε στον Όμηρο ο οποίος βεβαίως την αναφέρει δι’ άλλων όρων μιας και ο έρως έστω και παράνομος, όπως αυτός του Πάριδος μετά της ωραίας Ελένης, υπήρξε η αφορμή του δεκαετούς Τρωϊκού Πολέμου!..
Ο Πλάτων στο Συμπόσιό του, έργον το οποίον είναι αποκλειστικά αφιερωμένο στον έρωτα, θεωρεί τον θεόν της αγάπης υιόν του Πόρου και της Πενίας, ακόλουθος και θεράπων της Αφροδίτης και, κατά γενικήν ομολογίαν, υιός της Αφροδίτης ο οποίος παρίσταται απ’ όλους τους λυρικούς ποιητές και ποιήτριες ως ένας ωραίος νέος, πτερωτός και τοξότης.1
Αυτή η ζωηρά και έντονη αγάπη, η ένθερμος επιθυμία προς συνάντησιν των δύο φύλων και η αφοσίωσίς των εξυμνήθη υπό όλων σχεδόν των μεγάλων αρχαίων Ελλήνων ποιητών ως του Αισχύλου, ο οποίος χαρακτήριζε τον έρωτα «θηλυκρατή»,2 ενώ ο ίδιος ο Ευριπίδης, που τόσο παρεξηγήθη για μισογυνισμό, χρησιμοποιεί την φράσιν «ερώσ’ έρωτ’ έκδηλον»!3
Για το θέμα του θείου έρωτος και της αναφοράς, που κάνουν όλοι οι αρχαίοι ποιητές και φιλόσοφοι θα χρειαζόμασταν, ίσως, πολλά κεφάλαια, αφήνοντας αδικημένο τον χώρο της εξυμνήσεως αυτού υπό των αρχαίων Ελληνίδων και, ασφαλώς, των βιωματικών εμπειριών που απέκτησαν, κάνοντας τις όποιες σπονδές ή θυσίες στον βωμό του έρωτος.
Πώς, όμως, εγένετο η γνωριμία των κοριτσιών με τα αγόρια κατά την αρχαιότητα;

ΤΗΛΕΦΙΛΟΝ ΓΑΡ…

Μέσα στην ιστορική πραγματεία του Θεοδοσίου Β. Βενιζέλου για τον ιδιωτικό βίο των αρχαίων Ελλήνων,4 πληροφορούμεθα ότι οι νεαρές παρθένες δεν εξήρχοντο της οικίας των, παρά μονάχα όταν εγένοντο εορτές και πανηγύρεις, όπου, πλέον, τους εδίδετο η ευκαιρία να γνωρισθούν και να αναπτύξουν, συν τω χρόνω, τον έρωτά τους.
Ήταν τόσο άδολη η αγάπη μεταξύ των νέων που έφθαναν στο σημείο να… δαγκώνουν ο ένας τον άλλον ώστε να υπάρχουν και κάποια μαντικά μηνύματα, όπως για παράδειγμα:
Το  τ η λ έ φ ι λ ο ν. Τούτο ήτο ένα φύλλον κυρίως της μήκωνος, το οποίον επέθετον στους δύο πρώτους δακτύλους της αριστεράς χειρός, τους οποίους περνούσαν κυκλικά, ύστερα με το άλλο χέρι χτυπούσαν το φύλλο ούτως ώστε, δια του ήχου, να πιστεύουν εάν η αγάπη του ανθρώπου που ενδιαφερόταν ήτο υπαρκτή και εκ του μακρόθεν. Αυτός και λόγος που η λέξις «τηλέφιλον» εσήμαινε αγάπη από μακράν (εκ του τήλε και φίλου) και «πλαταγώνιον».5
Μάλιστα, περί της χρήσεως του τηλεφίλου, μας διδάσκει ο Θεόκριτος που λέει, μεταξύ άλλων, ότι:

«έγνων πραν, όκα μοι, μεμναμένω ες φιλέεις με,
ουδέ το τηλέφιλόν ποτεμάξατο το πλατάγημα,
αλλ’ αύτως απαλώ ποτί πάχεος εξεμαράνθη».6

ΑΛΛΑ και τα φύλλον του κρίνου ή του ρόδου, το οποίον εδίπλωναν και το φυσούσαν για να ξεδιπλωθή τραυματισμένο εις το μέτωπο των ερωτευμένων κορασίδων, ήτο ένα δείγμα τηλεφιλίας: Εάν ο ήχος ήτο λαμπρός, εδήλωνε την εύνοιαν και φιλίαν του ερωμένου, εάν όχι ξαναδίπλωναν άλλο φύλλο!
Τρίτο δείγμα τηλεφιλίας ήτο ο κόκκος των μήλων ο οποίος συμπιεζόμενος, όπως ήτο υγρός, δια των πρώτων δακτύλων της δεξιάς χειρός, εάν μεν το υγρό πηδούσε εις ύψος, εδήλωνε την εύνοιαν των ερωμένων,7 διαφορετικά τα μηνύματα ήσαν αρνητικά για τον ενδιαφερόμενο!

ΤΑΛΑΙΠΩΡΟΙ ΤΟΙΧΟΙ!..

Ένα άλλο στοιχείο, δεικνύον τον θείον έρωτα των νεαρών παιδιών των αρχαίων Ελλήνων, ήτο η συνήθεια (που υπάρχει ακόμη και σήμερον) να γράφουν στους τοίχους ή στις θύρες των οικιών, ή επί στηλών, ή επί δένδρων, ή επί φύλλων, ή επί σκευών, το όνομα του αγαπημένου προσώπου. Επειδή όμως η συνήθεια αυτή ήτο κυρίως των αγοριών, έγραφαν δίπλα στο επίθετο της αγαπημένης των το επίθετον κ α λ ή, όπως τουλάχιστον διαβάζωμε στον Αριστοφάνη:

«Αλλ’ ενί δη φλοιοίσι κεκομμένα τόσσα φέροιτε
γράμματα, Κυδίππην όσσ’ ερέουσι καλήν».8

Πλην, όμως, υπήρχαν και άλλες γραφές εις τις οποίες εγράφετο το επίθετον «καλοί» ή «καλή», πράγμα που αποδεικνύει το φλογερόν πάθος των νέων της αρχαίας εποχής για τον θείο έρωτά τους.

ΜΑΝΤΙΚΕΣ ΠΑΙΔΙΕΣ

Συγκινείται κανείς εάν διαβάση κείμενα για τις λεγόμενες μαντικές παιδιές των νεαρών ερωτευμένων και δη τις προλήψεις που είχαν για την τύχη του έρωτά των.
Χαρακτηριστικό παράδειγμα οι παλμοί των βλεφάρων, ιδίως δε του δεξιού οφθαλμού – δείγμα ότι οσονούπω φθάνει ο αγαπημένος ή η αγαπημένη των παιδιών αφού, σύμφωνα με τον Θεόκριτο:

«Άλλεται οφθαλμός μευ ο δεξιός· άρα γ’ ιδησώ αυτάν;»9

Βεβαίως η συνήθεια αυτή υπάρχει ακόμη και σήμερον και δεν είναι λίγοι εκείνοι που λέγουν: «σπαρταράει το δεξί μου βλέφαρο· κάποιον θα δω»!…
Και νάταν μόνον αυτό;
Ένα άλλο παράδειγμα των προλήψεων των νεαρών ερωτευμένων της αρχαίας εποχής ήταν ο όποιος θόρυβος (= βόμβος) σε κάποιο από τ’ αυτιά, σημείον ότι τον θυμάται ο φίλος ή η φίλη!
Ας θυμηθούμε εδώ τον Λουκιανό όπου η Δορκάς λέγει στον Παρμενίωνα: «η που, ω Παρμένων, εβόμβει τα ώτα υμίν; αεί γαρ εμέμνητο η κεκτημένη μετά δακρύων, και μάλιστα, ει τις εληλύθει εκ της μάχης και πολλοί τεθνάναι ελέγοντο…».10
Και όχι μόνον….

«ΖΕΥ, ΣΩΣΟΝ»!..

Ένα τρίτο στοιχείο ερωτικών προλήψεων των αρχαίων Ελλήνων και Ελληνίδων ήτο ο π τ α ρ μ ό ς (= φτάρνισμα).
Όπως διαβάζομεν εις τον Όμηρον11 (αλλά και εις τον Πλούταρχον12 ή τον Ξενοφώντα13 και τον Θεόκριτον14), το πτάρνισμα (ή φτάρνισμα) εθεωρείτο καλός οιωνός, όπως ακριβώς συμβαίνει και σήμερον.15
Η Πηνελόπη, ακούγοντας τον πταρμόν του Τηλεμάχου, ο οποίος επταρνιζόταν την ώρα που αυτή προσευχόταν για την επιστροφήν του Οδυσσέως, περιχαρής αναφωνεί:
«Ουχ οράας, ο μοι υιός επέπταρε πάσιν έππεσι;»16

Και για να έρθωμε σ’ ένα τέταρτο προληπτικό στοιχείο των αρχαίων Ελλήνων και δη των ερωτευμένων, ας θυμηθούμε αυτό που σήμερον καλούμεν «έκτη αίσθησιν» ή «προαίσθησιν», όπου, ενώ σκεπτόμεθα κάποιο άτομο, εκείνη την στιγμή ακούμε την φωνή του ή τον βλέπουμε να εμφανίζεται μπροστά μας!
Εάν η ως άνω σκέψις εγένετο για καλό ή κακό, το αντίστοιχο θα συνέβαινε με το πρόσωπο αυτό. Η περίπτωσις αυτή για τους αρχαίους είχε την ονομασία «κληδών», «φήμη» ή «ομφή».17

«ΕΡΩΣ ΑΝΙΚΑΤΕ ΜΑΧΑΝ…»

Χωρίς αμφιβολία, τον έρωτα οι αρχαίοι τον εθεωρούσαν ως θείο και ουράνιο δώρο. Έτσι τουλάχιστον επίστευε η Σαπφώ.
Και αν κάποιοι ρωτήσουν ποία η αντίδρασις των γονέων στην περίπτωσι που τα παιδιά των ερωτεύοντο, απαντάμε:
Οι γονείς, μόλις αντιλαμβάνοντο ότι ο θεός Έρως χτυπούσε τα φυλλοκάρδια των παιδιών τους, εφρόντιζαν αμέσως και φρονίμως να τα συζεύξουν (= παντρέψουν), δια του ιερού γάμου.
Εάν οι γονείς είχαν διαφορετική γνώμη δια τον γάμο των παιδιών, οι νέοι, από ντροπή και φόβο δεν αντιμιλούσαν στους γονείς, αλλά, μαραινόμενοι και στενοχωρούμενοι, οδηγούντο εις τον τάφον. Ακόμη περισσότερον όταν οι γονείς, δια λόγους που εκείνοι εγνώριζαν, συμπεριεφέροντο με βία και αγριότητα, χωρίς να λάβωμεν υπ’ όψιν και την πιο τραγική κατάληξη που είχαν οι νέοι εάν διεπίστωναν απιστίαν του ενός εκ των δύο ερωτευμένων, αφού όλα αυτά τα ερωτικά δράματα τα διαβάζομε εις τους αρχαίους τραγικούς ποιητάς!
Ας θυμηθούμε εδώ τον έρωτα του Ηρακλέους ο οποίος ήτο δούλος και λάτρις της Ομφάλης και η ζηλοτυπία της συζύγου του Δηϊάνειρας τον οδήγησε στον φριχτό θάνατο. Η Φαίδρα και ο Ιππόλυτος τον οποίον κατέστρεψε η άθελη κατάρα του πατρός αυτού Θησέως. Η Μήδεια η οποία εξ εμπαθούς έρωτος προς τον Ιάσονα δεν εδίστασε να κομματιάση τα παιδιά της μόλις είδε τον σύζυγό της να την εγκαταλείπη και να νυμφεύεται την Γλαύκην, θυγατέρα του Κρέοντος, ή πως ο γυιος του Κρέοντος Αίμων απέσφαξεν εαυτόν επί του τάφου της ερωμένης του Αντιγόνης δια την κακοβουλίαν του πατρός του. Αυτός και ο λόγος που ο Σοφοκλής βάζει στο δρόμο της «Αντιγόνης» του τα αθάνατα εκείνα λόγια:
«Έρως ανίκατε μάχαν,
Έρως, ος εν κτήμασι πίπτεις,
ος εν μαλακαίς παρειαίς νεάνιδος εννυχεύεις·
φοιτάς δ’ υπερπόντιος εν τ’ αγρονόμοις αυλαίς,
και σ’ ούτ’ αθανάτων φύξιμος ουδείς
ούθ’ αμερίων επ’ ανθρώπων, ο δ’ έχων μέμηνεν.»18

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ:

1 Ανακρ. 65, Σοφ. Αντ. 781, Ευρ. Ιππ. 525.
2 Αισχ. Χοηφ. 600.
3 Ευρ. Ιππ. 32.
4 Θεοδοσίου Β. Βενιζέλου: «Περί του ιδιωτικού βίου των αρχαίων Ελλήνων», Αθήναι 1873, σελ. 117 – 120.
5 Κατά τον Ησύχιον: «επλατάγησεν· εψόφησεν, ένθεν και πλαταγώνιον.»
6 Θεόκ. 3, 28 – 30.
7 Ίδε Πολυδ. Θ. 128.
8 Αριστ. Αχαρν. 144.
9 Θεοκρ. 3, 37.
10 Λουκ. εταιρ. διάλογ. 9.
11 Ομήρου, Οδύσσεια Β 545.
12 Πλουτ. Θεμιστ. 43.
13 Ξενοφ. Κύρου ανάβασις 3, 2, 9.
14 Θεοκρ. Ζ 95.
15 Δεν τυχαίον ότι όποιος φταρνίζεται του λέγουν «γεια σου» και «καλά νέα θάχης»!
16 Ομ. Οδ. Ρ. 545.
17 Ομ. Ιλ. Β. 41, Σ. 117. Πρβλ. και Αισχ. Προμ. 486.
18 Αντιγόνη, 780.