08/05/16 21:58 - Τι καταλόγιζαν οι Βυζαντινοί στον Φτωχοπρόδρομο;

 

Τι καταλόγιζαν οι Βυζαντινοί στον Φτωχοπρόδρομο;

Ο Φτωχοπρόδρομος γεννήθηκε κατά τα 1150 απάνω - κάτω, βασιλεύοντας ο Μανουήλ ο Κομνηνός. Σ᾿ αυτόν τον βασιλιά αφιέρωσε δυό μεγάλα ποιήματα, και σ᾿ αυτά κλαίγεται για τη φτώχειά του, για την πείνα του, για τη γύμνια του, για την κακομεταχείρισή του στα μοναστήρια, κατηγορά τους ηγούμενους και τους καλοπερασμένους καλόγερους, και καταριέται την κλίση του στα γράμματα που τον έκανε να χάσει τον καιρό του για να τα μάθει, και δεν κύτταξε να μάθει καμμιά άλλη δουλειά που να βγάζει χρήματα, ώστε να μην ψοφά από πείνα. Ωστόσο, από τα γραφόμενά του φαίνεται πως ήτανε γουρσούζης, τεμπέλης, απρόκοφτος, στριμμένος και κακόγλωσσος. Τα λόγια του τον δείχνουνε σιχαμερόν και βρωμόγλωσσον!... Διαβάστε τι έγραψε γι’ αυτόν ο μεγάλος Έλληνας λόγιος Φώτης Κόντογλου!

Το Βυζάντιο ήτανε ένα βασίλειο που φαινότανε πως είχε αρχοντιά και πως ο λαός του δεν δυστυχούσε. Μα σε κάθε μεγάλο και δυνατό κράτος, δίπλα στα πλούτη και στην καλοπέραση, υπάρχει κι η φτώχεια, όπως ήτανε στην αρχαία Ρώμη, στην Περσία, στην Αίγυπτο, κι υστερώτερα στην τσαρική Ρωσία, στην Αγγλία και στην Τουρκία. Έτσι και στο Βυζάντιο, προπάντων στα χρόνια που αρχίσανε να φανερώνουνται τα γεράματά του.
Ένας τύπος φτωχός και πεινασμένος, που έζησε στο Βυζάντιο, ήτανε ένας καλόγερος που τον λέγανε Πρόδρομο, κι από τη φτώχεια κι από τη μιζέρια που είχε κι από τη ζητιανιά του, τον βγάλανε Φτωχοπρόδρομο. Το μικρό τ᾿ όνομά του ήτανε Θεόδωρος, το Πρόδρομος ήτανε οικογενειακό του. Αυτός μπορεί να παρομοιαστεί με τον σημερινόν Καραγκιόζη, που είναι ολοένα πεινασμένος, κι ο νούς του είναι στο φαγί.
Ο Φτωχοπρόδρομος γεννήθηκε κατά τα 1150 απάνω - κάτω, βασιλεύοντας ο Μανουήλ ο Κομνηνός. Σ᾿ αυτόν τον βασιλιά αφιέρωσε δυό μεγάλα ποιήματα, και σ᾿ αυτά κλαίγεται για τη φτώχειά του, για την πείνα του, για τη γύμνια του, για την κακομεταχείρισή του στα μοναστήρια, κατηγορά τους ηγούμενους και τους καλοπερασμένους καλόγερους, και καταριέται την κλίση του στα γράμματα που τον έκανε να χάσει τον καιρό του για να τα μάθει, και δεν κύτταξε να μάθει καμμιά άλλη δουλειά που να βγάζει χρήματα, ώστε να μην ψοφά από πείνα. Ωστόσο, από τα γραφόμενά του φαίνεται πως ήτανε γουρσούζης, τεμπέλης, απρόκοφτος, στριμμένος και κακόγλωσσος. Τα λόγια του τον δείχνουνε σιχαμερόν και βρωμόγλωσσον.
Στον καιρό του περνούσε για πολύ γραμματισμένος, γιατί είχε παραγεμισμένο το άδειο κεφάλι του με κάθε λογής διαβάσματα, αχώνευτα, ανακατεμένα, όπως κάνανε oι λογιώτατοι εκείνου του καιρού. Είχε γράψει πολλά συγγράμματα, πεζά και ποιήματα, θεολογικά, φιλοσοφικά, ιστορικά, ακόμα κι αστρονομικά. Μα τι το όφελος, αφού δεν είχε μηδέ κουκούτσι κρίση; Τα ποιήματά του, που είπαμε, είναι άτεχνα, ανόητα, παιδιακίσια, χωρίς καμμιά σοβαρότητα, και δεν έχουνε μήτε λίγη από τη χάρη που έχουνε κάποια άλλα σατιρικά βυζαντινά ποιήματα, όπως είναι εκείνο που έχει για τίτλο: «Γαιδάρου, λύκου κι αλωπούς, διήγησις χαρίεις».
Το μονάχο καλό που έχουνε για μας αυτά τα ποιήματα του Φτωχοπρόδρομου, είναι το ότι έχουνε θησαυρό από λέξεις του βυζαντινού καιρού, προ πάντων από φαγητά, που δείχνουνε πως τα ίδια λόγια κρατήσανε ίσαμε σήμερα σε πολλά μέρη της Ανατολής και της Ελλάδας.
Το πρώτο ποίημα αρχίζει με κάποια εγχώρια για τον βασιλέα, που είναι τόσο δουλικά και σιχαμερά, που να αηδιάζει ο αναγνώστης. Για την αυλοκολακεία φτιάνει κάποιες ασουλούπωτες λέξεις, σαν το: «Κομνηνόβλαστε, τετραυγουστόμορφε» κι άλλα τέτοια.
Αφού γεμίσει δυό φύλλα, με τις σιχαμερές κολακείες του, αρχίζει την ιστορία της ζωής του: «Από μικρόθεν μ᾿ έλεγεν ο γέρων ο πατήρ μου, - τέκνον μου, μάθε γράμματα, αν θέλεις να φελέσης. - Βλέπεις τον δείνα, τέκνον μου; Πεζός επεριπάτει, - και τώρα βλέπεις γέγονεν χρυσοφτερνιστηράτος. - Ο κόρφος του βουρβούριζεν ψείρας αμυγδαλάτας, - και τώρα από υπέρπυρα γέμει τα μανολάτα (φλουριά)». Καθώς φαίνεται, ο Φτωχοπρόδρομος τις ήξερε από τον εαυτό του τις αμυγδαλάτες ψείρες που βουρβουλιάζανε στον κόρφο του.
Το λοιπόν, «έμαθε τα γραμματικά, πλην μετά κόπου πόσου!». Αλλά λέγει παρακάτω: «Αφού δε τάχα γέγονα γραμματικός τεχνίτης, - επιθυμώ και το ψωμίν και κύταλον και ψύχαν. - Και διά την πείναν την πολλήν και την στενοχωρίαν, - υβρίζω την γραμματικήν, και κλαίγω και φωνάζω: - Ανάθεμαν τα γράμματα! Χριστέ, και που τα θέλει! - Ανάθεμαν και τον καιρόν, κι εκείνην την ημέραν, - όπου με παρεδώκασιν εις το σκολιόν εμέναν!». Καλύτερα, λέγει, να μάθαινα μία τέχνη, να γινόμουνα ράφτης. Γιατί αν μάθαινα «την κλαποτήν», δηλαδή τη ραφτική: «Να άνοιγα το αρμάριν μου, να το ῾βρισκα γεμάτον - ψωμίν, κρασίν, πληθυντικόν και θυνομαγερίαν, - και παλαμηδοκόμματα, και τζίρους και σκουμπρία, - παρού ότι τωρ᾿ ανοίγω το, βλέπω τους πάτους όλους, - και βλέπω χαρτοσάκκουλα γεμάτα τα χαρτία». Ύστερα λέγει πως έχει έναν γείτονα μπαλωματή, «πετζοτών τάχα ψευδοτζαγγάρην, - πλην ένε καλοψουνιστής, ένε και χαροκόπος (γλεντζές, χαρούμενος)». Κάθε πρωί λέγει στο τσιράκι του να πάγει ν᾿ αγοράσει «χορδόκοιλα» (μεζέδες, κάτι σαν κοκορέτσι), «-Φέρε και βλάχικον τυρόν, άλλην σταμεναρέαν. - Και δος του να προγεύωμαι και τότε να πετζώνω». Πίνει και κρασί βραστό με πιπέρι, γιατί κάνει κρύο στην Πόλη. Και σαν έρθει το μεσημέρι, «ρίπτει το καλαπόδιν του, ρίπτει και τα σανίδιν, - και λέγει την γυναίκα του: Κυρά και θες τραπέζιν». Και βάζουνε στο τραπέζι «μισόν εκζεστόν, δεύτερον το σφουγγάτον (ομελέτα),- και τρίτον το ακριόπαστον (παστό κρέας) οφθόν από μερίου, και τέταρτον μονόκυθρον (= μονόχυτρον, δηλαδή διάφορα φαγητά σε μία χύτρα), - πλην βλέπε να μη βράζει (να μην είναι ζεματιστό). - Αφού δε παραθέσουσιν, και νίψεται και κάτζει. -Ανάθεμά με, Βασιλεύ, και τρισανάθεμά με! -Όταν στραφώ και ίδω τον λοιπόν το πως καθίζει, - το πως ανασκουμπώνεται να πιάσει το κουτάλιν, - και δεν τρέχουν τα σάλια μου, ως τρέχει το ποτάμι. - Κι εγώ υπάγω κι έρχομαι πόδας μετρών των στίχων. -Ευθύς ζητώ τον ίαμβον, γυρεύω τον σπονδείον, - γυρεύω τον πυρρίχιον και τα λοιπά τα μέτρα, - αλλά τα μέτρα που φελούν στην άμετρόν μου πείναν;».
Ο καημένος ο λιμασμένος Φτωχοπρόδρομος, από την πείνα του τους βλέπει όλους σαν λούκουλους παραχορτασμένους και τα παραλέγει, όπως κάνει με τα συμπόσια του φτωχού του μπαλωματή.
Παρακάτω λέγει πως μετάνοιωσε γιατί δεν έγινε χαμάλης, να τρώγει και να πίνει καλά. Ύστερα στεναχωριέται γιατί δεν έγινε περιβολάρης: «Κηπουρικήν πολύκαρπον ν᾿ αργαζόμουν την τέχνην, - συκίτζια και ροδάκινα, ροδίτζια, μυγδαλίτζια, - δαμασκηναπιδόμηλα, δαμάσκηνα κροκάτα, - τα λέγουν ανατολικά, τα λέγουν λαγωνάτα, - και τάλλα τα των κηπουρών σκόρδα και κρομμυδίτζια, - ματζάνες (μελιτζάνες), λαχανόγουλα, κραμπιά και σευκλογούλια».
Κι αφού πεί κι άλλα πολλά παρόμοια, φωνάζει: «Πείνα μου, πάλιν πείνα μου, και δεύτερον σε γράφω». Στο τέλος λέγει πως πέρασε από ένα χασάπικο που είχε παχειά κρέατα, κι η τζίκνα τον ζάλισε και μπήκε μέσα. «Εκείβρα κρέας και ψήνασιν σουγλιταρέαν μεγάλην. - Του μακελλάρη την γυνήν ηρξάμην κολακεύειν. - Κυρά, κυρά μαστόρισσα, κυρά χορδοκοιλίστρα. -και μουτλογατανόσκουφε γυνή του μακελλάρη, - δος με ολίγον έντερον, δος με δαμίν μαστάριν. - ... εκ την λαπάραν σου, εξαύτην την βαστάζεις». Κι εκείνη η παλιογυναίκα προσποιήθηκε πως τον λυπήθηκε και τον κάθησε στο τραπέζι, ως που σε μία στιγμή που καθότανε ανύποπτος, τον περίχυσε, τον δυστυχή, μ᾿ έναν πατσά, και τον έκανε ελεεινόν, βρώμισε και την κάπα του που την είχε μοναχοκόρη.
Κι αρχίζει το μοιρολόγι της κάπας του: «Κάπα μου, πάλιν κάπα μου, παλιοχαρβαλωμένη, - κάπα μου, όταν σ᾿ έθηκεν η βλάχα να σε φάνει, - πολλά δάκρυα σε γέμισεν και στεναγμούς μεγάλους. - Εσέν έχω για πάπλωμαν, κάπα κι απανωφόριν,- εσέναν και πουκάμισον, εσέν᾿ επιβαλτάριν».
Ύστερα από τo πάθημά του πηγαίνει στο σπίτι του, «το σπίτιν το παλαιόσπιτον το καινουργιοχαλασμένον. - Νυστάζω, πέφτω τάχα τε, τυλίγομαι την κάπαν. - Κοιμούμ᾿ ως το μεσάνυκτον, και άκου τι παθαίνω. - Εμπλέκονταί μ᾿ οι ψείρες μου άνωθεν έως κάτω, - και βάνω το χερίτζιν μου, συντρίβω και τζακίζω, - ευγάνω τ᾿ ολοκόκκινον, νάπες βαφέαν ομοιάζω».
Μ᾿ αυτές τις σιχαμερές ιστορίες τελειώνει το πρώτο ποίημα του Φτωχοπρόδρομου. Στο δεύτερο κακολογά τους γούμενους των μοναστηριών και τους άλλους καλόγερους που καλοπερνούσανε, για τούτο έχει την επιγραφή: «Κατά ηγουμένων».
Αρχίζει πάλι με την κλάψα: «Και γαρ αγράμματος ειμί και νέος ρακενδύτης, - και μοναχός των ευτελών των αποκαθισμένων, - και την ισχύν επίσης τε μύρμηκος κεκτημένος». Κι αρχίζει να λέγει τη δική του τη φτώχεια από τόνα μέρος και την καλοπέραση των ηγουμένων από τ᾿ άλλο: «Αυτός έχει καν τέσσαρα λαμπρά κρεβατοστρώσια, - και συ κοιμάσαι στο ψαθίν και γέμεις και τας ψείρας. - Αυτός ψουνίζει πάντοτε λαβράκια, φιλομήλας (φαγκριά), και συ ποτέ ουκ ηγόρασας καν τορνεσίου χαβιάριν». «Και σήλθες ανυπόδετος και δίχα υποκαμίσου, - και το βρακίν σου φαίνετον από πενήντα τρύπας».
Ύστερα αραδιάζει τα φαγητά που μπαίνουνε στα γουμενοτράπεζα: «Και τις υποίσει καθορών τα πλήθη των ιχθύων, - των ηγουμένων έμπροσθεν προκείμενα συνήθως; - Πρώτον διαβαίνει το έκζεστον ψησόπουλον τουρδάτον (φουσκωτό ψητό), - και δεύτερον ακρόβραστον μαζεί (στήθος) αρβαλιασμένον (ψιλοκομμένον), - και τρίτον οξυνόγλυκος κροκάτη μαγειρία, - έχουσα στάχος σύγουρδον καριόφυλλον τριψίδιν (με μυρουδικά και με τριμμένο μοσχοκάρφι), - αμανιτάριν όξος τε, και μέλιν εκ των τ᾿ ακάπνην (μέλι άκαπνο) - και μέσα κείται κόκκινος μεγάλη φιλομήλα (φαγκρί), - και κέφαλος τρισπίθαμος αυγάτος εκ το ρύζιν (από το μπουγάζι), - και συναγρίδα πεπανή (παχειά), ω θεέ μου, μαγειρία!», κι άλλα πολλά αραδιάζει ο λαίμαργος Φτωχοπρόδρομος, που δε μπορούνε να τα φάνε μήτε δέκα άνθρωποι.
Και πάλι παρακάτω λέγει τον αναβαλλόμενο για τους ηγουμένους: «Εκείνοι τα νομίσματα συνάγουσιν απλήστως, - ημάς δε κατηχίζουσι περί φιλαργυρίας. - Εκείνοι τα λαβράκια και τους τρανούς κεφάλους, - ημείς δε το βρωμόκαπνον εκείνο το αγιοζούμιν (ένα νερόπλυμα με βρασμένα κρομμύδια). - Εκείνοι τα γοφάρια, τις ίσχας, τα ψησία, - ημείς δε πάλιν τρώγομεν εκείνο, πως το λέγουν;...». Και σαν παραπονεθεί, του λένε πως είναι από φτωχό σόγι, «καλογερίτζιν ταπεινόν υπάρχεις εκ το Μήλιν, - ψωριάρικον, κιτρινιάρικον, γυμνόν, απολεσμένον, - γαδούριν παλαιόπληγον, ορνίθιν κορυντζάριν (κορυζάρικο)».
Στο τέλος πιάνει πάλι τα εγκώμια και τις κολακείες στο βασιλιά, που τον λέγει: «τον Μανουήλ τον Κομνηνόν, τον της πορφύρας γόνον, - τον πύργον της Ανατολής, της Δύσεως το δόρυ».
Τα ποιήματα του Φτωχοπρόδρομου είναι κακότεχνα και κακορίζικα, αλλά μέσα σ᾿ αυτά βρίσκει κανένας θησαυρό από λόγια, που πολλά απ᾿ αυτά βρίσκουνται στο στόμα του λαού ως τα σήμερα. Βάζω παρακάτω λίγα απ᾿ αυτά: παπάς, κάτα (έτσι λένε σήμερα τη γάτα σε κάποια μέρη), μελιτζάνες, λαβράκια, παλαμίδες, παλαμιδοκόμματα, σκουμβριά, σκουμπροπαλαμιδοκόμματα, γοφάρια, συναγρίδες, σαβρίδια, μουρούνες, χτένια, σουλήνες (και τα δυό είναι θαλασσινά μαλακόστρακα, που τα πιο φημισμένα ήτανε της Μυτιλήνης, και τώρα είναι του Αιβαλιού), παγούρια (τα σημερινά παβούρια, μεγάλα νόστιμα καβούρια), ξύδι, βλησκούνι (η λεγόμενη μέντα), φάβα, αρκουδίζω (περπατώ με τα τέσσερα, όπως κάνουνε τα παιδιά· έτσι λέγανε στη Μ. Ασία, ενώ εδώ λένε μπουσουλώ), ξυνάγαλον, αθότυρον (όπως το λένε στην Κρήτη), κι άλλα. Βρήκα και τη λέξη σακολέβα, που λέγανε μ᾿ αυτή το παλιόρασο, ενώ σακολέβες λέγανε ως προχτές κάτι καίκια ανατολίτικα, ίσως γιατί ήτανε φτωχοκάικα.

Παρατίθεται κατωτέρω απόσπασμα από ποίημα απευθυνόμενον προς τον βασιλέα Μανουήλ Κομνηνόν.)

Από μακρόθεν μ’ έλεγεν ο γέρων ο πατήρ μου:
«Παιδίν μου, μάθε γράμματα και ωσαν εσέναν έχει.
Βλέπεις τον δείνα, τέκνον μου ; Πεζός επεριπάτει,
και τώρα διπλοεντέληνος και παχυμουλαράτος.
Αυτός, όταν εμάνθανε, υπόδησιν ουκ είχεν
και τώρα, βλέπεις τον, φορεί τα μακρυμύτικά του.
Αυτός, όταν εμάνθανε, ποτέ του ουκ εκτενίσθη,
και τώρα καλοκτένιστος και καμαροτριχάρης.
Αυτός, όταν εμάνθανε, λουτρόθυραν ουκ είδε
και τώρα λουτρακίζεται τρίτον την εβδομάδα.
Και πείσθητι γεροντικοίς και πατρικοίς μου λόγοις
και μάθε τα γραμματικά, και ωσάν εσέναν έχει» . . .
Και έμαθον τα γραμματικά μετά πολλού του κόπου
Αφ’ ου δε τάχα γέγονα γραμματικός τεχνίτης,
επιθυμώ και το ψωμίν και του ψωμιού την μάνναν.
Υβρίζω τα γραμματικά λέγω μετά δακρύων:
«Ανάθεμαν τα γράμματα, Χριστέ, και οπού τα θέλει !
Ανάθεμαν και τον καιρόν και εκείνην την ημέραν,
καθ’ ην με παραδώκασιν εις το διδασκαλείον,
προς το να μάθω γράμματα, τάχα να ζω απ’ εκείνα !»
Εδάρε τότε αν μ’ έποικαν τέχνίτην χρυσορράπτην,
απ’ αυτούς όπού κάμνουσι τα κλαπωτά και ζώσι
και έμαθα τέχνην κλαπωτήν την περιφρονημένην,
ου μη ήνοιγα το αομάριν μου και ηύρισκα, ότι γέμει
ψωμίν, κρασίν πληθυντικόν και θυννομαγειρίαν
και παλαμιδοκόμματα και τσίρους και σκουμπρία·
παρ’ ου ότι τώρα ανοίγω το, βλέπω τους πάτους όλους,
και βλέπω χαρτοσάκκουλα γεμάτα τα χαρτιά,
Ανοίγω τη αρκλίτσαν μου, να εύρω ψωμίν κομμάτιν,
και ευρίσκω χαρτοσάκκουλον άλλο μικροτερίτσιν.
Απλώνω εις το περσίκιν μου, γυρεύω το πουγγίν μου,
διά στάμενον το ψηλαφώ, και αυτό γέυει χαρτιά.
Αφού δε τας γωνίας μου τας όλας ψηλαφήσω,
ίσταμαι τότε κατηφής και απομεριμνημένος,
λιποθυμώ και ολιγωρώ εκ της πολλής μου πείνας.
Αλλ’ ω Κομνηνοβλάστητον από πορφύρας ρόδον,
βασιλευόντων βασιλεύ και των ανάκτων άναξ
και κράτος το τρισκράτιστον μητρόθεν και πατρόθεν,
εισάκουσόν μου της φωνής και της δεήσεώς μου,
θύραν ελέους άνοιξον και χείρα πάρασχέ μοι
ανάγουσαν εκ βόθρου με, λάκκου του της πενίας.
Συ γαρ ελέους οικτιρμών μετά Θεόν η θύρα,
συ μόνος υπερασπιστης των εν ανάγκαις βίου,
συ και το καταφύγιον πάντων των χριστωνύμων,
συ βασιλέων βασιλεύς και πάντων συ δεσπότης
ρύσαι με της στερήσεως, ρύσαι με της πενίας.