13/05/16 22:51 - Τι αναφέρει στα Δώρα της Μοίρας ο συγγραφέας του 19ου αιώνα Ειρηναίος Ασώπιος;

 

Τι αναφέρει στα Δώρα της Μοίρας ο συγγραφέας του 19ου αιώνα Ειρηναίος Ασώπιος;

Μετά την επιστροφή του στην Αθήνα ασχολήθηκε με την έκδοση του περιοδικού Χρυσαλλίς από το 1863 έως το 1866 και του Αττικού Ημερολογίου από το 1867 έως το 1896. Στο χώρο της λογοτεχνίας ασχολήθηκε με το χρονογράφημα, ενώ έγραψε επίσης ιστορικές πραγματείες και ευθυμογραφήματα. Μέσα από τα περιοδικά με τα οποία συνεργάστηκε, άσκησε κριτική στην ελληνική κοινωνία που έφτανε έως το σαρκασμό. Θεωρείται πρόδρομος της ελληνικής ευθυμογραφίας. Το μόνο έργο που εξέδωσε ήταν το 1903 η συλλογή χρονογραφημάτων και μελετών με τίτλο Παλαιά και Νέα σε έναν μόνο τόμο χωρίς συνέχεια…

ΕΙΝΑΙ γνωστό, ότι ο Ειρηναίος Ασώπιος γεννήθηκε στις 5 Δεκεμβρίου 1825 στην Κέρκυρα. Πατέρας του ήταν ο λόγιος Κωνσταντίνος Ασώπιος. Αφού αποφοίτησε από την Ιόνιο Ακαδημία σπούδασε ιατρική και φιλολογία στην Αθήνα και στην Πίζα. Αναγορεύτηκε διδάκτωρ στο πανεπιστήμιο της Πίζας και εως το 1852 έμεινε στη Φλωρεντία όπου εργάστηκε ως γιατρός.
Στη συνέχεια ταξίδεψε στο Παρίσι όπου και έμεινε για τέσσερα χρόνια. Εκεί συνεργάστηκε με περιοδικά και εφημερίδες και γνωρίστηκε με τον Αλέξανδρο Δουμά και το Χάινριχ Χάινε, τον οποίο πρώτος έκανε γνωστό στο ελληνικό αναγνωστικό κοινό με την δημοσίευση σε πέντε συνέχειες, μιας διεξοδικής βιογραφίας του στο περιοδικό του Χρυσαλλίς. Στην Αθήνα επέστρεψε το 1857 και όπου και πέθανε στις 29 Ιανουαρίου 1905.
Μετά την επιστροφή του στην Αθήνα ασχολήθηκε με την έκδοση του περιοδικού Χρυσαλλίς από το 1863 έως το 1866 και του Αττικού Ημερολογίου από το 1867 έως το 1896. Στο χώρο της λογοτεχνίας ασχολήθηκε με το χρονογράφημα, ενώ έγραψε επίσης ιστορικές πραγματείες και ευθυμογραφήματα. Μέσα από τα περιοδικά με τα οποία συνεργάστηκε, άσκησε κριτική στην ελληνική κοινωνία που έφτανε έως το σαρκασμό. Θεωρείται πρόδρομος της ελληνικής ευθυμογραφίας. Το μόνο έργο που εξέδωσε ήταν το 1903 η συλλογή χρονογραφημάτων και μελετών με τίτλο Παλαιά και Νέα σε έναν μόνο τόμο χωρίς συνέχεια.

ΤΑ ΔΩΡΑ ΤΗΣ ΜΟΙΡΑΣ

Ι. Το κάλλος των γυναικών
Ἦτο παραμονή νέου ἔτους καὶ εὐεργετική τις Μοῖρα, ἡ Κυανῆ Μοῖρα, περὶ ἧς θὰ ἠκούσατε πολλά, κατέβη εἰς τὴν γῆν, - ἀπὸ τὸν οὐρανὸν βεβαίως, διότι ἐκεῖ ὅλα τὰ καλά-, φέρουσα τῆς πρωτοχρονιᾶς τὰ δῶρα.
Πότε καὶ ποῦ συνέβη τοῦτο δὲν εἶναι ἀκριβῶς γνωστόν, διότι αἱ ἱστορίαι τῶν Μοιρῶν δὲν εἶναι πολύ περιστατικαί.
Ἡ Κυανῆ Μοῖρα ἐκράτει μικρὸν κιβώτιον, διῃρημένον εἰς δύο, τὸ μὲν ἥμισυ λευκόν, τὸ δὲ ἄλλο ἥμισυ κυανοῦν.
Αἱ Μοῖραι σπανίως ταξειδεύουσι μόναι, ἔχουσιν ὡς ἐπί τὸ πλεῖστον ἀκολουθίαν, καὶ ἡ Κυανῆ Μοῖρα συνωδεύετο ὑπὸ ἑνὸς νάνου, καλουμένου Ἀμαράντου, ὡς αἱ μεγάλαι, κυρίαι ὑπό ἑνός groom• ἐκλέγονται δὲ οἱ grooms μικρόσωμοι καὶ μικροσκοπικοὶ εἰς ἀνάμνησιν τῶν νάνων, ἵνα οὕτω καὶ αἱ μεγάλαι κυρίαι περάσουν ὀλίγον ὡς Μοῖραι, καὶ εἰς τοῦτο πολλαὶ δὲν ἀπατῶνται.
Ὅτε λοιπὸν ἡ Μοῖρα ἔφθασεν εἰς μαγευτικήν τινα πεδιάδα, ἀληθῆ παράδεισον, ἔστη πρό τινος ὡραίου λοφίσκου, ἐκάθισεν ἐπὶ τῆς χλόης καὶ ἔνευσεν εἰς τὸν Ἀμάραντον.
Ὁ Ἀμάραντος εἶχεν ἐπὶ τοῦ στήθους κερατίνην, ἔφερεν αὐτὴν εἰς τὰ μικρά του χείλη καὶ ἐσάλπιγξεν ἑπτάκις, διότι καβαλιστικὸς ὁ ἀριθμὸς ἑπτά.
Εἰς τὸ ἕκτον σάλπισμα νεφύδριά τινα ἐφάνησαν εἰς διάφορα τοῦ ὁρίζοντος σημεῖα, εἰς δὲ τὸ ἕβδομον, ὢ τοῦ θαύματος! ἡ Μοῖρα εὑρέθη περιεστοιχισμένη ὑπὸ πλήθους νέων γυναικῶν, ὧν ἑκάστη ἀντεπροσώπει ἓν ἔθνος ἐν τῇ Συνόδῳ ἐκείνῃ.
Ἐνταῦθα πᾶς ἄνθρωπος εὑρίσκεται εἰς ἀπορίαν, δὲν ἠξεύρει τί πρῶτον καὶ τί μᾶλλον νὰ θαυμάσῃ• τὸ ἠχηρὸν τῆς σάλπιγγος, ἥτις ἀντήχησε μέχρι περάτων τῆς γῆς; (τῆς αὐτῆς κατασκευῆς θὰ εἶναι βεβαίως καὶ ἡ σάλπιγξ τῆς Δευτέρας Παρουσίας), -τὴν ὀξεῖαν ἀκοὴν τῶν γυναικῶν, αἵτινες ἤκουσαν τόσῳ μακρὰν τὴν κερατίνην ;-τὴν μεγάλην προθυμίαν, ἣν πρὸς τὴν Σύνοδον ἔδειξαν ἢ τέλος τὴν ἀπαραδειγμάτιστον ὁμόνοιαν, ἥτις ἐπεκράτησε καθ' ὅλην αὐτῆς τὴν διάρκειαν; (διότι ἡ ἱστορία δὲν ἀναφέρει καθόλου νὰ ἐπιάσθησαν αἱ ἀντιπρόσωποι ἀπὸ τὰ μαλλιὰ ἢ κἂν νὰ ἐμάλλωσαν). Ἀλλ' ἐξ ἄλλου μέρους πῶς ἦτο δυνατὸν νὰ μὴ ἀκούσωσιν αἱ κυρίαι τὴν σάλπιγγα τῆς Μοῖρας, ὅτε ἡ Μοῖρα τὰς ἐκάλει διὰ νὰ τὰς κάμῃ ὡραίας; Ἡ ὡραιότης . . . ἰδοὺ τὸ μυστήριον τῆς ἀκοῆς, τῆς ὁμονοίας (ἦσαν τότε, φαίνεται, ἄσχημοι ἢ τοὐλάχιστον ἀνούσιαι), τῆς προθυμίας ἣν πρός τὴν Σύνοδον ἔδειξαν.
Τὸ βέβαιον εἶναι ὅτι, ὅτ' ἔφθασε καὶ ὁ τελευταῖος τοῦ μεσοφουστάνου ἀπεσταλμένος, ἡ βραδυκίνητος Γερμανίς, «Φίλαι μου εἶπεν ἡ Μοῖρα, προσκαλοῦσα αὐτὰς νὰ καθίσωσι καὶ λαμβάνουσα θέσιν προέδρου, ἐπιθυμῶ ἑκάστη ὑμῶν νὰ μή παραπονεθῇ καὶ νὰ μείνῃ εὐχαριστημένη ἀπὸ τὸ δῶρον, τὸ ὁποῖον θὰ τῆς κάμω. Δὲν εἶναι εἰς τὴν ἐξουσίαν μου νὰ δώσω εἰς ἑκάστην τὸ αὐτὸ πρᾶγμα, ἀλλὰ μία τοιαύτη ὁμοιότης εἰς τὰ χαρίσματά μου δὲν ἤθελεν ἀφαιρέσει πᾶσαν αὐτῶν ἀξίαν;»
Καὶ ταῦτα εἰποῦσα ἐσιώπησεν, αἱ Μοῖραι δὲν ὁμιλοῦσι πολλά, καὶ ἀνοίξασα τὸ κιβώτιον ἀπὸ τὸ μέρος τὸ κυανοῦν ἤρχισε νὰ ἐξάγῃ τὰ δῶρά της καὶ νά τα διανέμῃ. Καὶ ἐχάρισεν :
Εἰς τὴν νεαρὰν γυναῖκα, ἥτις ἀντεπροσώπει τὰς δύο Καστιλλίας, τὴν μελάγχρουν καὶ καλλίποδα Ἱσπανίδα, κόμην λαμπράν, τοσούτῳ μακρὰν καὶ μέλαιναν, ὥστε νὰ δύνηται νά τὴν μεταχειρισθῇ ὡς μαντήλιον• προσέτι δὲ χεῖρα μικρὰν καὶ ὡραίαν, ἀξίαν νὰ παίζῃ μὲ μαργαρίτας ἢ μὲ ἀδαμαντοκόλλητον ἐγχειρίδιον, ὡς τὴν χεῖρα τῆς κυρίας***.
Εἰς τὴν Ἰταλίδα ὅλα τοῦ ἔρωτος τὰ δῶρα• ὀφθαλμοὺς ἀμυγδαλωτούς, ζωηροὺς καὶ λάμποντας, ὡς ἔκρηξιν Οὔεσουίου ἐν τῷ μέσῳ τῆς νυκτὸς καί, ἐν ἐπιμέτρῳ, καρδίαν ἐκ λάβας.
Εἰς τὴν Ἀγγλίδα, βόρειον σέλας, ἵνα βάφῃ τὰς παρειάς, τὸν λαιμὸν καὶ τοὺς ὤμους.
Εἰς τὴν Γερμανίδα, χρῶμα κρίνου καὶ ῥόδων καὶ κόμην ξανθήν, ἀναμιμνήσκουσαν τὰς ἀκτῖνας τοῦ ἡλίου, τόσῳ σπανίας ἐν τῇ νεφελώδει Γερμανίᾳ.
Εἰς τὴν Ῥωσίδα, βασιλικὴν μεγαλοπρέπειαν.
Εἰς τὴν Ὀθωμανίδα εὐσαρκίαν στρογγύλην, ὡς τὴν πανσέληνον καὶ δέρμα μαλθακόν, ὡς τῆς νήσσης.
Εἶτα δὲ μεταβαίνουσα εἰς τὰ καθ' ἕκαστα ἔθηκε τὴν ζωηρότητα εἰς τὸ βλέμμα τῆς Νεαπολιτίδος, τὴν εὐφυΐαν ἐν τῇ κεφαλῇ τῆς Ἰρλανδίδος, τὸν κοινὸν νοῦν εἰς τὴν καρδίαν τῆς Βελγίδος καὶ τὸ κιβώτιον εὑρέθη κενόν.
- Καὶ ἐγώ, Madame? εἶπεν εἰς τὴν Μοῖραν μὲ γλυκὺ παράπονον ἡ Παρισίνη, κρατοῦσα αὐτὴν ἀπὸ τὰ κυματοῦντα κράσπεδα τοῦ κυανοῦ της πέπλου.
- Καὶ πῶς, σ' ἐλησμόνησα;
- Ἐντελῶς, κυρία.
- Ἦσο, φαίνεται, πάρα πολὺ πλησίον μου καὶ δέν σε εἶδον. Ἀλλὰ τί νά σοῦ κάμω τώρα, φίλη μου; τὸ κιβώτιον τῶν δώρων ἐξηντλήθη.
Ἡ Μοῖρα ἐσκέφθη πρὸς στιγμήν• τὸ πρᾶγμα ἦτο τῷ ὄντι δύσκολον, ἀλλ' αἱ Μοῖραι εἶνε γυναῖκες, κἄτι περισσότερον παρὰ γυναῖκες, καὶ
Ce que femme veut, Dieu le veut.
Ὅθεν στραφεῖσα πρὸς τὰς τόσῳ πλουσίως προικισθεῖσας, αἵτινες ἔτρεχον ἤδη ἐδῶ καὶ ἐκεῖ ὑπὸ τὰ δένδρα, τὰς ἀνεκάλεσε καὶ εἶπεν αὐταῖς: «Εἶσθε καλαί, διότι εἶσθε ὡραῖαι• δύνασθε λοιπὸν νὰ ἐπανορθώσητε μεγάλην ἀδικίαν, τὴν ὁποίαν ἔπραξα χωρὶς νὰ θέλω. Εἰς τὴν διανομήν μου ἐλησμόνησα τὴν ἀδελφήν σας τῶν Παρισίων• ἑκάστη λοιπὸν ἐξ ὑμῶν ἂς ἀποσπάσῃ, παρακαλῶ, μέρος τι τοῦ δώρου τὸ ὁποῖον τῆς ἔκαμα, καὶ ἂς τὸ δώσῃ τὴν λησμονηθεῖσαν ἀδελφήν• θ' ἀπολέσητε ὀλίγον καὶ θὰ ἐπανορθώσητε πολύ».
Αἱ ὡραῖαι ἐκεῖναι κυρίαι ἠδύναντο νὰ παρακούσωσι τὴν παράκλησιν Μοίρας, καὶ ἰδίᾳ τῆς Κυανῆς Μοίρας;
Οὐχὶ βεβαίως, ὅθεν ὅλαι ἐπλησίασαν τὴν Παρισίνην μὲ τὴν ἀφελῆ ἐκείνην χάριν, ἣν ἐπιδεικνύουσιν οἱ εὐτυχεῖς ἄνθρωποι, καὶ ἐχάρισαν αὐτῇ ἑκάστη μικρόν τι• ἡ μὲν μέρος τῶν μελανῶν της πλοκάμων, ἡ δὲ ὀλίγα ῥόδα ἐκ τοῦ προσώπου της• αὕτη ἀκτῖνας ἀπὸ τὴν ζωηρότητά της, ἐκείνη ὅ,τι ἠδυνήθη ἀπὸ τὴν εὐαισθησίαν της. Καὶ ἰδοὺ πῶς ἡ πρῴην πτωχὴ καὶ παρηγκωνισμένη Παρισίνη, ἁρπάξασα κἄτι ἀπ' ἐδῶ, οἰκονομήσασα κἄτι ἀπ' ἐκεῖ, κατέστη ἡ μᾶλλον θελκτικὴ καὶ ἀξιολάτρευτος γυνὴ τοῦ κόσμου, κατὰ τὴν γνώμην τῶν … Παρισίνων, ἣν βεβαίως δὲν συμμερίζεσθε, ὡραῖαί μου ἀναγνώστριαι.
- Καὶ ἐγώ, κυρά; ἠκούσθη φωνή τις ὄπισθεν τῆς Μοίρας;
- Πῶς; ἐλησμόνησα καὶ ἄλλην ! εἶπεν ἔκπληκτος ἡ Μοῖρα, καὶ στραφεῖσα μετὰ περιεργίας πρὸς τὴν λαλοῦσαν, σὺ εἶσαι φίλη μου ; … εἶπε μειδιῶσα, σὲ ξαναεῖδα, ἀλλὰ ποῖος δίδει εἰς τοὺς πλουσίους, κόρη μου;
Καὶ πράγματι ἦτο αὕτη πολύφερνος, εἶχε καλὸν τὸ ἀνάστημα, μέλαιναν καὶ λάμπουσαν τὴν κόμην, ὀφθαλμοὺς ἀπαστράπτοντας, τοὺς δὲ χαρακτῆρας τοῦ προσώπου ὡσεὶ ἀρχαίου ἀγάλματος.
Ἀλλὰ τίς ὁ πλούσιος, ὁ μὴ ἐπιθυμῶν πλείονα;
Καὶ ἡ πλουσία Ἑλληνίς, διότι ἐκείνη ἦτο ἡ Ἑλληνίς, ἐμιμήθη τὴν πτωχὴν ΙΙαρισίνην καὶ ἐζήτησε κἄτι παρ' ἑκάστης ἀδελφῆς, -ἦσαν ἀκόμη ἀδελφαί-, καὶ πᾶσαι ἔδωκαν ἀπὸ ἕνα φιόγκον εἰς τὴν Ἑλληνίδα• ἡ δὲ φιλάρεσκος Ἑλληνὶς ἐκρέμασεν ὅλους τοὺς φιόγκους εἰς τὸ φόρεμά της.
Ἔκτοτε δὲ χρονολογεῖται ἡ συνήθεια, ἣν ἔχουσιν αἱ ἐκ τῆς Ἑλληνίδος ἐκείνης καταγόμεναι, νὰ ἐξέρχωνται ὡς σημαιοστόλιστα πλοῖα.
Ἐν τούτοις αἱ ὡραῖαί μας, φαιδραὶ καὶ περιχαρεῖς, ὡσεὶ εἰς νέαν ζωὴν ἀναγεννηθεῖσαι, ἔτρεχον ὑπὸ τὰς δενδροστοιχίας τοῦ παραδείσου, μυριοτρόπως τὴν ἔξαλλον αὐτῶν χαρὰν διαδηλοῦσαι.
Ἡ Παρισίνη κατεδίωκε χρυσαλλίδας καὶ ἐπλήρου τὸν ἀέρα γελώτων καὶ εὐθύμων φωνῶν, ὁσάκις κατώρθου νὰ συλλάβῃ μίαν. Ἡ Ὀθωμανὶς ἔστη καὶ κατεκλίθη ὑπὸ πλάτανον, ἔνθα ἀηδόνες ἐκελάδουν, ζητοῦσα τὸ κέφ. Ἡ Ἑλληνὶς ἔκοπτεν ὅσα συνήντα καθ' ὁδὸν ἄνθη καὶ ἐκόσμει τὴν κεφαλὴν καὶ τὸ στῆθος. Ἡ Ἰταλὶς ἔβαινε ῥεμβάζουσα καὶ ψιθυρίζουσα ἐρωτικόν τι ᾆσμα. Ἡ Ἰσπανὶς ἔτρεχεν ὡς δορκάς, μαραίνουσα τὰ ῥόδα διὰ τῶν φλογῶν τοῦ βλέμματος. Αἱ δὲ λοιπαὶ ἀδελφαὶ κατεσκεύαζον ἀνθοδέσμας, ἃς φιλοφρόνως ἀλλήλαις προσέφερον. Συνέλεγε δὲ ἄνθη καὶ ἡ Ἀγγλίς, ἀλλ' ὡς βοτανικός• ἔθλιβεν αὐτὰ ἀσπλάγχνως ἐντὸς λευκώματος ἔνθα τὰ ἐνεταφίαζεν. Ἀλλ' αἴφνης ζωηραὶ χαρᾶς φωναὶ ἀντήχησαν πανταχόθεν• τί συνέβαινεν; αἱ ἀδελφαὶ διεῖδον εἰς μικράν τινα ἀπόστασιν ἀργυρώδη ἐπιφάνειαν καὶ πᾶσαι, οὐδὲ τῆς Ὀθωμανίδος ἐξαιρουμένης, ἔτρεξαν ἐκεῖ ἵνα κατοπτρισθῶσιν εἰς τὰ διαυγῆ τῆς λίμνης ὕδατα.
ΙΙ. Τα σύμβολα
Ὅτε δὲ ἡ Μοῖρα εἶδε τὰς ὡραίας ἐπασχολουμένας εἰς τὴν φιλάρεσκον ἐκείνην ἐργασίαν, ἐμειδίασε καὶ στραφεῖσα πρὸς τὸν Ἀμάραντον ἔνευσεν αὐτῷ. Ὁ Ἀμάραντος ἔφερε καὶ πάλιν τὴν κερατίνην ἐπὶ τῶν χειλέων καὶ ἐσάλπιγξεν ἑπτάκις.
Εἰς δὲ τὸ ἕβδομον σάλπισμα ἰσάριθμοι τῶν γυναικῶν ἄνδρες, ταὐτὰ ἀκριβῶς καὶ ἐκεῖναι ἔθνη ἀντιπροσωποῦντες καὶ ἐκ τῶν αὐτῶν σημείων τοῦ ὁρίζοντος ἐρχόμενοι, ἐνεφανίσθησαν ἐνώπιον τῆς Μοίρας, ἣν ἐχαιρέτισαν ἀποκαλυπτόμενοι καὶ κλίνοντες τὴν κεφαλὴν μετὰ σεβασμοῦ. Ἡ Μοῖρα ὑπεδέχθη τοὺς νεοελθόντας εὐμενῶς, δῆλα δὴ μειδιῶσα, εἶτα δὲ προσκαλοῦσα αὐτοὺς νὰ καθίσωσι, «Κύριοι, εἶπεν, ἐκτελῶ ἁπλῶς ἀνωτέρας διαταγὰς καὶ ἓν μόνον δῶρον φέρω εἰς ἕκαστον ὑμῶν, ἀλλὰ τὰ δῶρά μου εἶναι τοιαύτης φύσεως, ὥστε ἕκαστος δύναται, ἂν θέλῃ, νὰ προσαποκτήσῃ δι' ἐπιμελείας καὶ ὑπομονῆς καὶ τὸ δῶρον τοῦ ἄλλου χωρὶς νὰ τὸν ἀποστερήσῃ.
Καὶ ταῦτα εἰποῦσα ἀνέῳξε τὸ κιβώτιον ἐκ τοῦ μέρους τοῦ λευκοῦ καὶ ἤρξατο τῶν διανομῶν.
Εἰς τὸν κομψὸν Παρισῖνον ἔδωκε μικρὰν ἀργυρᾶν δᾷδα φέρουσαν φλόγας χρυσᾶς, σύμβολον τοῦ πνεύματος.
Eἰς τὸν μεγαλοπρεπῆ καὶ ὑπερήφανον Ἱσπανὸν ἐγχειρίδιον πολύτιμον ἔχον λαβήν• ὁ Ἱσπανός δὲν εἶναι πάντοτε Ἑρνάνης, πάντοτε συνωμότης;
Εἰς τὸν φιλόπονον Βέλγον μικρὰν σκαπάνην καὶ σφῦραν ἐν ἀργυρῷ συμπλέγματι, ἔμβλημα τῆς γεωργίας καὶ βιομηχανίας.
Βιβλίον εἰς τὸν φιλομαθῆ Γερμανόν.
ΙΙροτομὴν τοῦ Σὰν Ζεννάρο εἰς τὸν δαιμονισμένον Νεαπολίτην• δὲν ἐλέχθη ὅτι ἡ Νεάπολις εἶναι παράδεισος κατοικούμενος ὑπὸ δαιμόνων;
Χρυσῆν εἰκόνα τοῦ ΙΙάπα, εἰς τὸν εὐσεβῆ Ίρλανδόν.
Πῆχυν εἰς τὸν Ἄγγλον• δὲν ἐγεννήθη ἔμπορος;
Εὐαγγέλιον εἰς τὸν Ῥῶσον• δὲν εἶναι τοῦτο ἡ βάσις τοῦ πολιτικοῦ του προσηλυτισμοῦ;
Εἰς τὸν νωχελῆ Ὀθωμανόν, πολυτελὲς τσιμπούκ, ἔχον γεγλυμμένον ἐπὶ τοῦ ἱμμαμέ ὡς λόγιον :
Ἐν τῷ καπνίζειν ὁ βίος,
ἐφ' ὅσον ὁ ῥαγιᾶς πληρώνει τὸν καπνόν.
Εἰς δὲ τὸν φουστανελλοφόρον συμπολίτην μας, φύλλον λευκοῦ χάρτου, φέροντος ὡς ἐπιγραφήν:
Ἢ ὑπούργημα μοῦ δίδεις ἢ ἐφημερίδα γράφω.
«Κύριοι, εἶπε, τότε ἡ Μοῖρα ἐγειρομένη, τὰ δῶρα ἐτελείωσαν, δύνασθε ν' ἀπέλθητε, ἄλλ ὁ ἱπποτισμὸς ἀπαιτεῖ νὰ μὴ ἀφήσητε τὰς κυρίας μόνας• εἶναι ἐκεῖ κάτω παρὰ τὴν λίμνην. Χαίρετε καὶ εὐδαιμονεῖτε».
Καὶ ταῦτα εἰποῦσα ἔρριψε τὸ ἤδη κενὸν κιβώτιον καὶ ἐγένετο ἄφαντος σὺν τῷ Ἀμαράντῳ.
Ἡ Μοῖρα εἶχεν ἤδη μεταβάλει διὰ τῶν συμβολικῶν αὑτῆς δώρων τὴν ὄψιν τῆς Εὐρώπης καὶ αἱ ὡραῖαι ἐξηκολούθουν ἔτι κατοπτριζόμεναι εἰς τὴν λίμνην, ἡ μία τῆς ἄλλης τὰ κάλλη πανηγυρίζουσα, ὡς καλαί ἀδελφαί.
ΙΙΙ. Εικών
Ὁ ἥλιος ἐχαιρέτιζε τὴν λίμνην διὰ τῶν τελευταίων αὑτοῦ ἀκτίνων, ῥίπτων χρυσοπόρφυρα χρώματα ἐπὶ τῆς ὡραίας ταύτης εἰκόνος.
Παρὰ τὴν ὄχθην ἐκάθητο ῥεμβάζουσα ἡ εὐαίσθητος Ἰταλὶς τὴν κεφαλὴν ἐπὶ τοῦ λευκοῦ της βραχίονος στηρίζουσα• πλησίον δὲ αὐτῆς ὁ Ἰταλὸς ἔκρουε τὴν κιθάραν, μέλπων ἐρωτικόν τι μέλος, ὅπερ, ἂν μὴ ἦτο τὸ ᾆσμα τοῦτο τοῦ Ριγολέττου
Bella figlia dell'amore
Schiavo son de'vezzi tuoi,
πολὺ ὅμως ὡμοίαζε. -Ὑπὸ σκιερὸν δένδρον ὁ Ὀθωμανὸς ἐσκέπτετο καπνίζων τὸ πολυτελὲς τῆς Μοίρας τσιμπούκ. -Ὁ Βέλγος περιήρχετο τὰ πέριξ, ἐξετάζων τὴν ποιότητα τοῦ ἐδάφους. -Ὁ Ἰρλανδός ἦτο γονυκλινής, λέγων τὸ Ave Maria. -Ὁ Νεαπολίτης ἐπλανᾶτο ἐδῶ καὶ ἐκεῖ, κόπτων ὀπώρας καὶ τρώγων, καὶ ἦτο τόσῳ ἀφηρημένος, ὥστε ἐζήτει τὸ μαντῆλί του εἰς τὰ θυλάκια τῶν συναδέλφων του. -Ὁ Ῥῶσος συμπεριεπάτει μετὰ τοῦ Ἄγγλου καὶ ἠρώτα αὐτὸν δεικνύων τὸν ὁρίζοντα «ποῦ νὰ πίπτῃ ἡ Κωνσταντινούπολις;» -«δὲν ἠξεύρω καλῶς, ἔλεγεν ὁ Ἄγγλος, ἀλλὰ βεβαίως ἀπ' ἐκεῖ, ποῦ εἶναι καὶ ὁ ἀγγλικὸς ὁ στόλος». -Ὁ Γερμανὸς ἦτο μακρὰν καὶ ἀνεγίνωσκε τὸ βιβλίον, ὅπερ ἐχάρισεν αὐτῷ ἡ Μοῖρα. -Ὁ Ἕλλην ἔγραφε• τί νὰ ἔγραφεν; ἴσως τὸν πρῶτον ἀριθμὸν τῆς πρώτης ἐπὶ γῆς ἐφημερίδος. -Ὁ Παρισῖνος ἔλεγε ça ira καὶ ἐζωγράφει πρόσωπα• ἔκαμνε τὴν γελοιογραφίαν τῆς εἰκόνος. Ἀλλ' αἱ ὡραῖαι ποῦ ἦσαν; ὅλαι αἱ ἀδελφαί, ἐκτὸς τῆς Ἰταλίδος, ἔλειπον• τίς οἶδε ποῦ νὰ ἔτρεχον• ἀλλὰ καὶ ὁ Ἱσπανὸς δὲν ἐφαίνετο.
Ὁ Ἰταλὸς ἐξηκολούθει ψάλλων καὶ ἡτοιμάζετο νὰ μεταβῇ ἐκ τῆς μουσικῆς εἰς τὴν ποίησιν• ἐψιθύριζε δὲ τὸν πρῶτον στίχον σονέττου:
S'amor non è, che dunque è quel ch'io sento?
ὅτε στρέφων τὸ βλέμμα, ἵνα ζητήσῃ παρὰ τῆς Μούσης τὸν δεύτερον, εἶδεν αἴφνης ἐνώπιόν του θέαμα, ὅπερ τῷ ἐφάνη παράδοξον. Ὅλαι τῆς Ἰταλίδος αἱ ἀδελφαὶ ἐν συνοδείᾳ τοῦ Ἱσπανοῦ ἦσαν ἐκεῖ πλησίον συνηγμέναι καὶ ὅλων τὰ βλέμματα ἦσαν προσηλωμένα ἐπὶ τῶν δύο καλλιτεχνῶν, οἵτινες ἔψαλλον ἐν ὑπαίθρῳ τὴν δυῳδίαν τῆς Φαβορίτας, ὁ μὲν διὰ τῶν χειλέων, ἡ δὲ διὰ τῶν ὀφθαλμῶν. Τὰ βλέμματα ἐκεῖνα οὐδόλως ἐτάραξαν τὸν Ἰταλόν, ἀλλὰ δὲν εὕρισκε πλέον τὸν δεύτερον τοῦ σονέττου στίχον. Ὀλίγον κατ' ὀλίγον εἰς τοὺς ὀφθαλμοὺς προσετέθησαν καὶ τὰ χείλη, καὶ εἰρωνικά μειδιάματα διεδέχθησαν τὰ βλέμματα τῶν ἀδελφῶν• δὲν ἐβράδυνε δὲ καὶ ἡ γλῶσσα νὰ λάβῃ μέρος εἰς τὴν συναυλίαν καὶ ψιθυρισμοὶ ἠκούσθησαν. Ὁ Ἱσπανὸς δὲν ἐκρατεῖτο• περιεφέρετο ὡς μαινόμενος. «Τί ἀναίδεια! ἔλεγεν, αὐτοὶ οἱ Ἰταλοὶ δὲν ἔχουν τίποτε ἱπποτικόν. Τρεῖς ὥρας τὴν λατρεύει, ὡς νὰ μὴ ἦσαν ἐδῶ ἄλλαι ὡραῖαι παρὰ τὴν Ἰταλίδα! Τὴν εὑρίσκει ὡραίαν, ἐγὼ ὅμως χούμ!..»
- Ὄχι δὰ εἶναι ὡραῖα, ἀλλὰ δὲν ἔχει χάριν, ἴσως δὲ καὶ esprit, εἶπεν ἡ τῶν ΙΙαρισίων ἀδελφή.
- Τῆς λείπει ἡ ζωηρότης, προσέθηκεν ἡ Ἱσπανὶς καὶ ἔρριψε βλέμμα τοσούτῳ ζηλότυπον ἐπὶ τῆς κιθάρας, ὥστε εὐθὺς ἠκούσθη ὁ κρότος θραυομένης χορδῆς.
- Εἶναι εὔμορφη, εἶπεν ἄλλη ἀδελφή, ἡ Ἀγγλίς, ἀλλὰ δὲν ἔχει χρῶμα.
- Δὲν ἔχει κρέας ἐπάνω της, εἶπεν ἡ ἀδελφὴ Ὀθωμανίς, ῥίπτουσα ἐπὶ τοῦ σώματός της βλέμμα αὐταρεσκείας.
- Δὲν ἠξεύρει νὰ ἐνδυθῇ, ἐψιθύρισεν ἡ Ἑλληνὶς, ἐπιθέτουσα νέον ἄνθος εἰς τὴν κόμην της.
- Δὲν θὰ εἶναι καλή οἰκοκυρά, προσέθηκεν ἡ Γερμανίς.
- Ἀλλοίμονον εἰς τὸ σπίτι της! ἔκραξεν ἡ ἀδελφὴ Βελγίς.
- Δὲν θὰ ἔχῃ πολλὴν εὐφυΐαν, ἀφοῦ κάμνει τοιαῦτα πράγματα . . . εἶπε σιγαλῇ τῇ φωνῇ ἡ Ἰρλανδίς, φέρουσα μετὰ σεμνότητος κάτω τὰ βλέμματα.
- Aἴ! Διάβολε! τί την τρῶτε ζωντανὴ τὴ γυναῖκα! ἐφώνησεν ἡ Νεαπολῖτις μὲ θυμόν, κάμετε καὶ σεῖς τὸν ἔρωτα• ποιὸς σᾶς ἐμποδίζει;
Ἄλλ' αἴφνης φωναὶ διέκοψαν τὸν πανηγυρικόν ἐκεῖνον καὶ πάντες καὶ πᾶσαι ἐστράφησαν πρὸς τὸ μέρος, ὅθεν ἤρχοντο αἱ φωναί.
Ἐπὶ λοφίσκου, τῆς λίμνης ὑπερκειμένου, ἵστατο ἀνὴρ ὑψηλοῦ ἀναστήματος, λευκὸς τὴν χροιάν, ἐρυθρὸς τὰς τρίχας, τρέφων γενειάδα ἄνευ μύστακος, ἐνδεδυμένος στολὴν καθαρὰν ἀλλ' ἰδιόρρυθμον! Ἐκράτει ῥάβδον, ἐφ' ἧς εἶχεν ἀναρτήσει χειρόμακτρον, δίκην σημαίας, ἣν ἔσειε φωνάζων: Προσέλθετε! προσέλθετε.
Μετ' οὐ πολὺ δὲ πᾶσαι αἱ ὡραῖαι καὶ πάντες οἱ ὑπὸ τῆς Μοίρας εὐνοηθέντες ἄνδρες, ἐξαιρέσει τοῦ Γερμανοῦ, ὄστις δὲν ἀφῆκε τὸ βιβλίον του, ἦσαν ἐπὶ τοῦ λόφου.
«Κύριοι καὶ κυρίαι, εἶπε τότε ὁ κρατῶν τὴν σημαίαν, ὅστις ἦτο ὁ Ζιὼν Μπούλ, ἐκτίθεται εἰς δημοπρασίαν τὸ περίφημον κιβώτιον, ποῦ εἶχε τὰ δῶρα τῆς Μοίρας, καὶ ἡ δημοπρασία θὰ γείνῃ ὑπὸ τὴν προστασίαν τῆς ἀγγλικῆς σημαίας».
Καὶ ταῦτα λέγων ἐνέπηξεν ἐπὶ τοῦ λόφου τὴν φέρουσαν τὸ χειρόμακτρον ῥάβδον.
«Κύριοι καὶ κυρίαι, ἐπανέλαβεν ὁ Ἄγγλος, ἄρχεται ἡ δημοπρασία».
Καὶ λαβῶν στάσιν δημοπράτου ἤρξατο φωνάζων:
«Τὸ περίφημον κιβώτιον τῆς Μοίρας μία γκινέα! Κύριοι ἀγορασταί, προσέλθετε! Μία γκινέα ἀλλὰ οὔνα! Τὸ περίφημον κιβώτιον τῆς Μοίρας μία γκινέα ἀλλὰ ντοῦε! Κύριοι ἀγορασταί, τὸ περίφημον κιβώτιον τῆς Μοίρας μία γκινέα καὶ ἕνα σελίνι».
Δὲν ἠξεύρω ἂν ὁ Ζιὼν Μπούλ εὗρεν ἀγοραστήν, τὸ βέβαιον ὅμως εἶναι ὅτι ὁ κατηραμένος ἐκεῖνος ἔμπορος κατέστρεψε τὴν παρὰ τὴν λίμνην παράστασιν, ἐν τῇ δραματικωτάτῃ αὐτῆς στιγμῇ, ὅτε αἱ ἀδελφαὶ ἡτοιμάζοντο νὰ ἐπιπέσωσι κατὰ τῆς ἀδελφῆς Ἰταλίδος καὶ νὰ τῆς βγάλουν τὰ 'μάτια ἐν ὀνόματι τῆς ἀδελφότητος.
Καὶ τοιαύτη ἡ ἱστορία τῶν δώρων τῆς Μοίρας, ἀλλὰ πόθεν τὴν ἔμαθον; ἐρωτᾶτε βεβαίως.
Δὲν τὸ ἐμαντεύσατε, εὐφυεῖς καὶ χαρίεσσαι ἀναγνώστριαι; ἀπὸ τὴν ἐφημερίδα τοῦ Ἕλληνος, διότι ἐφημερίδα ἔγραφεν.
Βλέπετε λοιπὸν ὅτι καὶ αἱ ἐφημερίδες ἔχουσι καὶ αὐταὶ τὰ καλά των.