11/06/16 22:00 - Μήπως πρέπει να μιλήσουμε για τον λησμονημένο συγγραφέα Χρήστο Παρμενίδη;

Μήπως πρέπει να μιλήσουμε για τον λησμονημένο συγγραφέα Χρήστο Παρμενίδη;

Κι όμως!.. Με το φιλολογικό ψευδώνυμο Χρήστος Αναστασιάδης, ο Χρήστος Παρμενίδης (περίπου 1820-1869), έγινε γνωστός στο χώρο των γραμμάτων κυρίως ως ποιητής, ενώ επιτυχία σημείωσε και ως μεταφραστής. Αξιοσημείωτη είναι η σταδιακή πορεία που πραγματοποίησε ο συγγραφέας από την ποιητική γραφή της τεχνοτροπίας του αθηναϊκού ρομαντισμού, στο ιστορικό μυθιστόρημα Ευγενία, με ενδιάμεσους σταθμούς [και επιρροές από] απόπειρες στο χώρο του έμμετρου αφηγήματος και μεταφράσεις ιστορικών μελετών, ενώ ενδιαφέρον παρουσιάζουν επίσης τα ταξιδιωτικά του κείμενα!..

ΕΙΝΑΙ αλήθεια, ότι ο Χρήστος Αναστασιάδης γεννήθηκε γύρω στο 1820 στην Κωνσταντινούπολη, γιος δασκάλου. Έχασε τη μητέρα του σε παιδική ηλικία και εγκαταστάθηκε με τον πατέρα του στην Αίγινα, όπου παρακολούθησε μαθήματα στο Κεντρικό Σχολείο του νησιού. Φοίτησε επίσης στο γυμνάσιο της Ερμούπολης (κατά τη διάρκεια της εικοσαετούς γυμνασιαρχίας του Γεώργιου Σερούιου) και το 1839 - οπότε πραγματοποίησε την παρθενική εμφάνισή του στη λογοτεχνία με τη δημοσίευση του ποιήματος Ο Λαιμοτομούμενος με το ψευδώνυμο Χρήστος Αναστασιάδης Βυζάντιος - ήταν μαθητής της τελευταίας τάξης. Το 1840 πέθανε ο πατέρας του και ο Χρήστος επέστρεψε στη γενέτειρά του για να ασχοληθεί με το εμπόριο. Εκεί παρέμεινε ως το 1845, οπότε γύρισε στην Αθήνα για να σπουδάσει φιλολογία. Το 1847 εξέδωσε μια μετάφραση του ιστορικού μυθιστορήματος του Villemain Λάσκαρις ή Οι Έλληνες κατά τον ΙΕ΄ αιώνα, όπου πρωτοχρησιμοποίησε το ψευδώνυμο Παρμενίδης και έφυγε για σπουδές στο Παρίσι. Το 1850 αναχώρησε για το Manchester της Αγγλίας, όπου εργάστηκε ως οικοδιδάσκαλος και έμπορος και παντρεύτηκε την Πηνελόπη το γένος Ηλία Κουσκούρη, με την οποία απέκτησε τέσσερα παιδιά. Παράλληλα συνέχισε τη λογοτεχνική του δραστηριότητα, δημοσιεύοντας και εκδίδοντας ποιήματα, ταξιδιωτικές εντυπώσεις, μεταφράσεις και το μυθιστόρημα Ευγενία. Συνεργάστηκε ως ανταποκριτής με τις εφημερίδες Ευνομία και Αθηνά και τα περιοδικά Ευτέρπη και Πανδώρα. Πέθανε στην Αθήνα, κατά τη διάρκεια επίσκεψής του για λόγους ανάρρωσης. Ο Χρήστος Παρμενίδης έγινε γνωστός στο χώρο των γραμμάτων κυρίως ως ποιητής, ενώ επιτυχία σημείωσε και ως μεταφραστής. Αξιοσημείωτη είναι η σταδιακή πορεία που πραγματοποίησε ο συγγραφέας από την ποιητική γραφή της τεχνοτροπίας του αθηναϊκού ρομαντισμού, στο ιστορικό μυθιστόρημα Ευγενία, με ενδιάμεσους σταθμούς [και επιρροές από] απόπειρες στο χώρο του έμμετρου αφηγήματος και μεταφράσεις ιστορικών μελετών, ενώ ενδιαφέρον παρουσιάζουν επίσης τα ταξιδιωτικά του κείμενα. 1. Για περισσότερα βιογραφικά στοιχεία του Χρήστου Παρμενίδη βλ. Ντενίση Σοφία, «Χρήστος Α. Παρμενίδης», Η παλαιότερη πεζογραφία μας · Από τις αρχές της ως τον πρώτο παγκόσμιο πόλεμοΕ΄ (1830-1880), σ.96-109. Αθήνα, Σοκόλης, 1996.

Ακολουθούν το ποίημά του "Μνηστή Ανδρία" καθώς και διάφορα άλλα στοιχεία από την βιβλιογραφία και την εργογραφία του ποιητή:

Μνηστή Ανδρία

«Μαῦρα ἁπλόν' ἡ νὺξ πτερὰ ἀπόψε εἰς τὰ ὄρη,
Καὶ ἀφροβόλον παταγεῖ εἰς τὰς ἀκτὰς τὸ κῦμα˙
Μόνη ἀπόψε τί ζητεῖς ἐδῶ, καλή μου κόρη;
Πῶς εἰς τοὺς βράχους ἔρημον περιπλανᾷς τὸ βῆμα;
Ἰδὲ τὸν οὐρανὸν, ἰδὲ τὰ σύννεφα πῶς φεύγουν,
Ἰδὲ ἀπὸ τοὺς κόλπους των τί κρότους ἐξερεύγουν!
Τὴν ἀκατόν μου ἔσυρα ἐκεῖ ἐπὶ τῆς ἄμμου,
Καὶ φεύγω εἰς τὸ ταπεινὸν, ὦ τέκνον, οἰκημά μου.
Ἂν μακρὰν ἦναι ἀπ' ἐδῶ τὸ πατρικόν σου δῶμα,
Ἐλθὲ ὑπὸ τὴν στέγην μου, νὰ σὲ φιλοξενήσω,
Κ' εἰς τοὺς γονεῖς σου αὔριον πρωῒ νὰ σ' ὁδηγήσω.
Ἀλλὰ πῶς εἰς τὸ πέλαγος δακρύον στρέφεις ὄμμα;»
- «Οὔτε ἀπόψε φαίνεται! Τρεῖς μῆνας ἐδῶ μόνη
Πρωῒ καὶ βράδυ ἔρχομαι, τὸ πλοῖόν του προσμένω,
Τὰ κύματά της ἔρημα ἡ θάλασσα ἁπλόνει
Ἀλλὰ ἀπόψε θὰ φανῇ, δὲν φεύγω ἐδῶ μένω.»
- «Τί λέγεις; τί στοχάζεσαι τὴν νύκτα νὰ περάσῃς
Μὲ τὰς σκιὰς τοῦ οὐρανοῦ, τῆς γῆς καὶ τῆς θαλάσσης;
Τὸ ὡργισμένον πέλαγος τί θέλεις νὰ σὲ φέρῃ;»
- «Τὸν Φώτην, τὸν μηστῆρά μου!» -
Εἰς μακρυσμένα μέρη
Πρὸ τριῶν ἔφυγε μηνῶν μελαγχροινὸς καὶ νέος
Ὁ φίλος τῆς καρδίας της. Ὁ ναύτης ὁ ὡραῖος
Πρὸ χρόνων τὴν ἐγνώρισε. Χρηστῶν γονέων κόρη
Ἦν ἡ Ἀνθὴ καὶ καύχημα τῆς Ἀποικίων κώμης.[1]
Ὁ Φώτης μὲ ἐγκάρδιον στοργὴν τὴν ἐθεώρει,
Κ' ἐκείνη τὸν ἠγάπησε. Δι' ἀμοιβαίας γνώμης
Τῶν ἐραστῶν εὐλόγησαν τὰς κλῖσεις οἱ γονεῖς των,
Καὶ ἦτο ἄδολος χαρὰ ἡ νέα ὕπαρξίς των,
Τὸν τελευταῖον Αὔγουστον, κυριακῆς πρωΐαν,
Ὁ ἱερεὺς εὐλόγησε, μετὰ τὴν λειτουργίαν,
Τὰ δύω δακτυλίδια τοῦ νέου ἀῤῥαβῶνος,
Καὶ εἰς τὰ δάκτυλα αὐτῶν τὰ ἔβαλε συγχρόνως
Ὄλβιον γάμον ὁ καλὸς τοῖς ἐπευχήθη γέρων,
Ἐπὶ τῆς κεφαλῆς αὐτῶν τὴν δεξιάν του φέρων.
Χαρμόσυνος ἐπέρασεν ἐκείνη ἡ ἡμέρα,
Καὶ ὑπὸ τῶν γονέων της τὴν στέγην ἡ ἑσπέρα
Τοὺς συγγενεῖς συνήθροισεν εἰς τράπεζαν πλουσίαν.
Αἱ φίλαι τοῦ χωρίου των μ' ᾀσμάτων μελῳδίαν
Καὶ μὲ φαιδροὺς ἑώρτασαν χοροὺς τὸν ἀῤῥαβῶνα.
Τὴν τρίτην ὕστερον αὐγὴν μ' ἐγκάρδιον ἀγῶνα
Ὁ Φώτης ἦλθε τὴν Ἀνθὴν νὰ ἀποχαιρετήσῃ˙
Ἔφευγον, εἶχεν οὔριος ὁ ἄνεμος φυσήσει,
Καὶ ἠνωμένους μὲ εὐχὰς καὶ ὅρκους ἀμοιβαίους
Ἐχώριζε τοὺς ἐραστὰς τὸ πέλαγος τοὺς νέους.
Τὸ ὕστερον τὴν ἔδωκεν ὁ Φώτης φίλημά του,
Τὸ πρόσωπόν της ἔβρεξε μὲ δάκρυα θερμά του˙
Ματαίως τὴν θρηνοῦσάν του μνηστὴν ἐπαρηγόρει.
Ἐλάλει καὶ τὴν θάλασσαν μὲ θλίψιν ἐθεώρει,
Ὡς μόνον κατ' αὐτῆς πικρῶς νὰ ἐπαραπονεῖτο,
Καὶ ὡς τὴν θεωρίαν της αὐτὸς νὰ ἐφοβεῖτο,
Αὐτὸς ὅστις ἐπάλαισε μὲ τόσας τρικυμίας
Κι' ἀνέβη ἐπὶ τῶν ἱστῶν εἰς ὥρας ἀπαισίας.
Τὸ χρέος τέλος ἴσχυσε νὰ τὸν καταπραΰνῃ˙
Ἐχύθη εἰς τὴν ὄψιν του ὑπομονὴ κ' εἰρήνη,
Κ' ἔκραζεν «Ὑγιαίνετε!» ὁ ἀποπλέων ναύτης,
Κ' «Ὑγίαινε!» τὸν ἔκραζον ἀπὸ τῆς ἀκτῆς ταύτης.-
- «Καὶ ἔκτοτε δὲν ἔλαβες κἀμμίαν εἴδησίν του;»
- «Τρεῖς μῆνες ἐχθὲς ἔκλεισαν, καὶ τὴν ὑπόσχεσίν του
Ὁ Φώτης δὲν ἐφύλαξε… Πλὴν τί ὁ Φώτης πταίει,
Εἰς ἄπιστον ἂν πέλαγος τὸ βρίκιόν του πλέῃ;
Τὸ σκάφος σου, ὦ γέρε μου, ἐκτὸς κινδύνου μένει,
Ἡ λάμπουσα ἑστία σου ἀπόψε σὲ προσμένει,
Ἐν ᾧ ἐκεῖνος… Τί βρασμὸς κυμάτων! μαύρη πτέρυξ
Τῆς Ἄνδρου ταῦτα τὰ βουνὰ σκεπάζει ὅλα πέριξ!»
- «Τῆς Ἄνδρου βράζει τὸ στενὸν ἀπόψε καὶ ἀφρίζει,
Ἰδὲ τὰ σύννεφα ἐκεῖ τί ἀστραπὴ φλογίζει!
Νύκτα κακὴν θὰ ἔχωμεν, ἂς φύγωμεν, ὦ κόρη.»
- «Νὰ φύγωμεν˙ τὸν Φώτην μου ἐγὼ ἐδῶ ν' ἀφήσω;
Ὤ μᾶλλον ὡς ἡ ἀστραπὴ αὐτὴ κ' ἐγὼ νὰ σβύσω!
Ἄφες με μόνην, ἄφες με ἐδῶ καὶ ἀναχώρει.»
- «Ἰδοὺ τ' ἀποτελέσματα τοῦ ἔρωτος! Εἰς ποίαν
Ἐπροσευχήθης σήμερον, εἰπέ με, ἐκκλησίαν;
Τί στέκεις; τί τὸ βλέμμα σου ζητεῖ ν' ἀνακαλύψῃ;
Δὲν βλέπεις πῶς ἡ καταιγὶς κατέρχεται τὰ ὕψη,
Καὶ τοῦ πελάγους τὰ πτηνὰ μὲ τί φωνὰς θρηνώδεις
Ζητοῦν εἰς βράχους ἄσυλον καὶ εἰς σχισμὰς ζοφώδεις;
Ἂς φύγωμεν, δὲν φαίνεται κἀνὲν λευκὸν πανίον˙
Εἰς τοὺς λιμένας ἕκαστον ἀπόψε μένει πλοῖον,
Πᾶς ναύτης εὗρεν ἄσυλον καὶ εἶν' ἐκτὸς κινδύνου.»
- «Περὶ τὸ μεσημέριον εἰς τοῦ βουνοῦ ἐκείνου
Τὴν δενδροφόρον κορυφὴν μονάχη ἐστεκόμην,
Τὴν θυμωμένην θάλασσαν μὲ φρίκην ἐθεώμην,
Καὶ τὸν πυκνόνεφον Τσικνιὰν τῆς Τήνου, ὅστις κλείει
Εἰς τ' ἄντρα του γογγύζοντας ἀνέμους, καὶ μηνύει
Νύκτας συχνάκις φοβερὰς κ' εἰς τοὺς ἐμπείρους ναύτας.
Ὁ νοῦς μου ἀπὸ τὰς σκηνὰς ἐθορυβεῖτο ταύτας,
Ὅτε λευκάζον τι μακρὰν ἀνεκαλύφθη πλοῖον
Τὰ στήθη σχίζον ὑψηλῶν κυμάτων καὶ ἀγρίων,
Καὶ τὴν ἀφρώδη πρώραν του πρὸς τὰ ἐδῶθεν στρέφον.
Τὸ βρίκιον τοῦ θείου μου μ' ἐφάνη ἐπιστρέφον.
Κατέβην ἀπὸ τὸ βουνὸν καὶ μετὰ ἐγκαρδίου
Ἐλπίδος εὐθὺς ἔτρεξα ἐντὸς παρεκκλησίου.
Τὰ γόνατά μου ἔκλινα πρὸ τῶν σεπτῶν εἰκόνων,
Καὶ μίαν ὥραν μὲ ψυχῆς ἐπροσευχήθην πόνον.
Ὦ ναύτα, ἀπὸ τοῦ Θεοῦ τὸν τόπον ἐξελθοῦσα
Νὰ τὸν προσμείνω ἔσπευσα ἐδῶ δακρυῤῥοοῦσα.» -
Ἀλλὰ ἐπῆλθεν ὑετὸς μετ' οὐ πολὺ ῥαγδαῖος,
Καὶ τῆς νυκτὸς ἐξαπλωθεὶς ὁ πέπλος φρικαλέος
Χωρὶς τινὸς ἀναβολῆς ἐβίασε τὸν ναύτην
Τὴν κόρην εἰς τὸ δῶμά του να παραλάβῃ ταύτην,
Τὸ ταραγμένον πνεῦμά της μ' ἐλπίδας νὰ πραΰνῃ,
Τὴν τρικυμίαν μέχρις οὗ διαδεχθῇ γαλήνη.
Παρῆλθον τὰ μεσάνυκτα μὲ πλήρη ἀγρυπνίαν.
Τὴν ὑλακτοῦσαν ἤκουον κ' οἱ δύω τρικυμίαν,
Κ' ἐν ᾧ τῶν δύω σιωπὴ συνέκλεινε τὸ στόμα
Ἐνίοτε τοῦ γέροντος τὸ νυσταγμένον ὄμμα
Αἱ ἀγρυπνοῦσαι μέριμναι διήνοιγον κ' οἱ κρότοι,
Καὶ εἰς τὴν τρεμοφέγγουσαν κανδήλαν εἰς τὰ σκότη
Γονυπετῆ διέκρινε καὶ ἄναυδον τὴν νέαν
Εἰς προσευχὴν ἐβύθιζε τὸν νοῦν της σιγαλέαν,
Τὸν ἅγιον Νικόλαον θερμῶς ἐπεκαλεῖτο,
(Εἰκόνισμά του ἔμπροσθεν αὐτῆς ἀρχαῖον ἦτο,
Κληρονομία σεβαστὴ τοῦ ναύτου καὶ προστάτις.)
Καὶ ἡ παρθένος ἔχυνε τ' ἀθῶα δάκρυά της.
Δεν εἶχε μόνην της χαρὰν καὶ φωτεινὴν ἐλπίδα,
Καὶ μόνην τῶν ὀνείρων της καὶ πόθων της πυξίδα
Εἰς τῆς ζωῆς τὴν θάλασσαν τὸν Φώτην της δὲν εἶχε;
Ποῖαι τὸν περιέμενον τοιαύτην ὥραν τύχαι!
- «Ἡ τρικυμία, κόρη μου, ἀρχίζει νὰ πραΰνῃ
Τὴν λύσσαν της, καὶ βαθμηδὸν θὰ ἔλθῃ ἡ γαλήνη.
Ἀνάπαυσε τὸ σῶμά σου, ὁ πετεινὸς φωνάζει
Μόλις χαράζει, εἶναι νὺξ, ὁ Φώτης ἡσυχάζει
Τώρα εἰς τὸν λιμένα μας, ἂν ἄραξε τὸ πλοῖον.
Γέλωτες ἴσως τὴν αὐγὴν ἀντὶ θερμῶν δακρύων
Θὰ λούωσι τὴν ὄψιν σου» -

Πλὴν τὸ πρωῒ ὁ γέρων
Βλέμμα θολὸν τριγύρω του ῥαθύμως περιφέρων
Τὴν ξένην τῆς ἑστίας του δὲν ἔβλεπεν. Ἐκείνη
Ἂμ' ἄνωθεν μὲ τὴν αὐγὴν ἐπέστρεψεν εἰρήνη,
Ἀφῆκε τὸ φιλόξενον τοῦ ἁλιέως δῶμα.
Ἐκ λόφου παρετήρησε μὲ τ' ἄγρυπνόν της ὄμμα,
Καὶ εἶδε πλοῖον νεωστὶ τὴν ἄγκυράν του ῥίψαν.
Ἡ θέα του τῶν πόθων της διήγειρε τὴν δίψαν,
Ἀκτὶς χαρᾶς ἐπέψαυσε τὸ νέον μέτωπόν της,
Ὠνόμασε τὸν Φώτην της, τὸν τρισαγαπητόν της,
Κ' εἰς τὸν λιμένα ἔστρεψε τὸ ἐλαφρόν της βῆμα.

Ἐξαίφνης ἐσταμάτησεν. Ἐκεῖνο πῶς τὸ κῦμα
Ὠγκοῦτο κ' ἐλευκαίνετο. Πλὴν τὴν ἐφάνη κἄτι
Ὅτ' εἰς τὰ νῶτα τῶν θολῶν ὑδάτων ἐκυμάτει,
Καὶ πρὸς τὴν ἄμμον τῆς ἀκτῆς ἐφέρετο, ὠθεῖτο˙
Τὸ πρᾶγμ' αὐτὸ τὸ ἄμορφον τί ἆρά γε νὰ ἦτο;
Μὲ περιέργειαν πολλὴν ἡ νέα ἐθεώρει,
Ὑπέτρεμεν, ἐδίσταζεν, ἠπίστει καὶ ἠπόρει,
Καὶ πότε πρὸς τὰ ἄνωθεν καὶ πότε πρὸς τὰ κάτω
Τὸ βλέμμα της μὲ ταραχὴν καὶ ζάλην ἐπλανᾶτο˙
Ἀλλ' ἤδη ἐπλησίασε τὸ σῶμα τὸ προσπλέον,
Καὶ ἡ ταλαίπωρος Ἀνθὴ ἀφῆκε φρικαλέον
Φθόγγον τῶν σπλάγχνων της! πετᾷ… ἐῤῥίφθη εἰς τὸ κῦμα
Καὶ ἥρπασε καὶ ἔσυρε τῆς τρικυμίας θῦμα
Τὸν Φώτην, τὸν μνηστῆρά της ζητοῦντα πλέον μνῆμα!

Μετὰ μικρὸν τὴν τάλαιναν μνηστὴν εὗρεν ὁ ναύτης,
Καὶ οἱ αὐτόπται μάρτυρες τῆς δυστυχίας ταύτης
Τὸν θάνατον τοῦ ἀτυχοῦς ἐθρηνολόγουν νέου.
Οὗτος ἐν μέσῳ τῆς νυκτὸς τὸν ῥοῦν τοῦ θυμαλέου
Περιφρονήσας συρφετοῦ, εἰς κινδυνώδη ὥραν,
Ἐν ᾧ λυσσῶντα κύματα ἐπήδων εἰς τὴν πρώραν,
Καὶ τὰ πανία ἔσχιζον, εἰς τὸν ἰστὸν ἀνέβη
Θρασὺς καὶ ἀκατάπληκτος˙ ἀλλ' αἴφνης τὰ ἐρέβη
Τὸν πόδα του ἠπάτησαν, καὶ κατεσφενδονίσθη
Ὁ τάλας εἰς τὴν ἄβυσσον˙ ἐκεῖ κατηφανίσθη
Καὶ πᾶσαν τέλος ἔρευναν κατέστησε ματαίαν!

Ἐν τούτοις τὴν πρὸς τὸν νεκρὸν προσκολλημένην νέαν
Καὶ βυθισμένην εἰς σιγὴν καὶ εἰς θανάτου σκότη,
Ὅπου πᾶν ἄστρον τηλαυγὲς καὶ σβύνεται κ' ὑπνώττει
Τὸ κρίνον τὸ καταστραφὲν, τὸ συντριμμένον πλάσμα,
Ἀνορθωθεῖσαν ἔξαφνα τὴν ἔβλεπον ὡς φάσμα.
Θανάτου χρῶμα, ἄτακτον τὴν κόμην εἶχεν, ὄμμα
Περιεπλάνα σκοτεινὸν, χωρὶς ψυχὴν καὶ χρῶμα.
Τὰς χεῖρας ἐσταυρόδενεν εἰς τὰ γυμνά της στήθη,
Τὸ σῶμά της συνέστρεφε μὲ σχήματ' ἀσυνήθη
Καὶ μὲ σπασμώδη οἰμωγὴν τὴν θάλασσαν ὡμίλει,
Ἠπείλει καὶ ἐπέπληττε καὶ ἐσιώπα πάλιν˙
Ἀλλ' ὡς νὰ κατεβλήθησαν ἀπὸ τοσαύτην ζάλην
Αἱ φρένες της, ἀπαίσιος τῇ ἦλθε τότε γέλως…
Τὸν οὐρανὸν ἐξύβρισεν… Ἦτο παράφρων τέλος!

Ἐν Παρισίοις, Ὁκτώβριος, 1849

Ενδεικτική Βιβλιογραφία

• Δημαράς Κ.Θ., «Χρήστος Α. Παρμενίδης», Δελτίον της Αναγνωστικής Εταιρείας Κερκύρας17, 1980, σ.65-74.
• Δημαράς Κ.Θ., «Ο Χ.Παρμενίδης στο Παρίσι του 1848», Δελτίο Αναγνωστικής Εταιρείας Κερκύρας22, 1988, σ.11-29.
• «Νεκρολογία», Πανδώρα19, 1868-1869, σ.400.
• Ντενίση Σοφία, «Χρήστος Α. Παρμενίδης», Η παλαιότερη πεζογραφία μας · Από τις αρχές της ως τον πρώτο παγκόσμιο πόλεμοΕ΄ (1830-1880), σ.96-109. Αθήνα, Σοκόλης, 1996.

Εργογραφία

(πρώτες αυτοτελείς εκδόσεις)

Ι.Ποίηση
• Ο Λαιμοτομούμενος · Ποίημα ελεγείον και εν αίνιγμα. Ερμούπολη, 1839.
• Αι πρώται εμπνεύσεις. Κωνσταντινούπολη, 1844.
• Νέα ποιήματα. Αθήνα, 1858.
• [Ο Λάσκαρις ή Οι Έλληνες κατά τον ΙΕ’ αιώνα · μετάφρασις εκ των του κυρίου Βιλλεμαίνου] και Διάφορα ποιήματα υπό Χρήστου Α.Παρμενίδου. Αθήνα, 1847.
ΙΙ.Μεταφράσεις
• Ο Λάσκαρις ή Οι Έλληνες κατά τον ΙΕ΄ αιώνα · μετάφρασις εκ των του κυρίου Βιλλεμαίνου και Διάφορα ποιήματα υπό Χρήστου Α.Παρμενίδου. Αθήνα, 1847.
• Βίος Λαυρεντίου του από Μεδίκων επικαλουμένου Μεγαλοπρεπούς υπό Γουλιέλμου Ρόσκου. Αθήνα, 1858.
• Θεοδώρα Φραντζή ή Η πτώσις της Κωνσταντινουπόλεως, υπό του αιδεσίμου I. [J]. M. Neale. Αθήνα, 1860.
• Σαρδανάπαλος· Τραγωδία του λόρδου Βύρωνος, Ο Υιός της Δούλης και Ευγενία υπό Χρήστου Α. Παρμενίδου. Αθήνα, 1865.
ΙΙΙ.Πεζογραφία
• [Σαρδανάπαλος· Τραγωδία του λόρδου Βύρωνος, Ο Υιός της Δούλης και] Ευγενία υπό Χρήστου Α. Παρμενίδου. Αθήνα, 1865.

Βασική πηγή: Εθνικό Κέντρο Βιβλίου