10/07/16 18:32 - Διδάσκεται άραγε σήμερα ο Γεώργιος Ακροπολίτης;

 

Διδάσκεται άραγε σήμερα ο Γεώργιος Ακροπολίτης;

Μετά την ανακατάληψη της Κωνσταντινούπολης (1261) διορίστηκε καθηγητής της φιλοσοφίας και των μαθηματικών στην Ακαδημία της πρωτεύουσας, αλλά και από τη θέση αυτή απολύθηκε αργότερα ως ακατάλληλος. Το 1274 αντιπροσώπευσε τον αυτοκράτορα Μιχαήλ Παλαιολόγο στη σύνοδο της Λιόν και υπέγραψε την απόφαση για την ένωση των δύο Εκκλησιών, μολονότι παλαιότερα είχε γράψει δύο έργα για να αποκρούσει κάθε δογματικό συμβιβασμό με τους Δυτικούς. Άφησε ένα σπουδαίο έργο, τη Χρονική Συγγραφή, στην οποία εξιστορεί τα γεγονότα της λατινοκρατίας στο Βυζάντιο (1204-1261).

ΕΙΝΑΙ αλήθεια ότι το επίθετο Ακροπολίτης είναι επώνυμο βυζαντινής οικογένειας λογίων. Ανατρέχοντας στα ιστορικά λεξικά και την βυζαντινή γραμματεία βρήκαμε δύο εξ αυτών. Ας τους θυμηθούμε:

1. Γεώργιος Ακροπολίτης (Κωνσταντινούπολη 1217 – 1281). Ιστορικός, συγγραφέας, πολιτικός και θεολόγος. Σπούδασε και σταδιοδρόμησε αρχικά στη Νίκαια, πρωτεύουσα του ομώνυμου κράτους, όπου είχε συγκεντρωθεί η ηγεσία του Βυζαντίου μετά την άλωση της Πόλης από τους Λατίνους (1204). Εκεί το 1246 διορίστηκε μέγας λογοθέτης. Δεν είχε όμως ηγετικά προσόντα. Μια διπλωματική αποστολή του στη Βουλγαρία και μια στρατιωτική επιχείρηση που οργάνωσε απέτυχαν, γι’ αυτό έπεσε σε δυσμένεια. Μετά την ανακατάληψη της Κωνσταντινούπολης (1261) διορίστηκε καθηγητής της φιλοσοφίας και των μαθηματικών στην Ακαδημία της πρωτεύουσας, αλλά και από τη θέση αυτή απολύθηκε αργότερα ως ακατάλληλος. Το 1274 αντιπροσώπευσε τον αυτοκράτορα Μιχαήλ Παλαιολόγο στη σύνοδο της Λιόν και υπέγραψε την απόφαση για την ένωση των δύο Εκκλησιών, μολονότι παλαιότερα είχε γράψει δύο έργα για να αποκρούσει κάθε δογματικό συμβιβασμό με τους Δυτικούς. Άφησε ένα σπουδαίο έργο, τη Χρονική Συγγραφή, στην οποία εξιστορεί τα γεγονότα της λατινοκρατίας στο Βυζάντιο (1204-1261).
2. Κωνσταντίνος Ακροπολίτης (; – Κωνσταντινούπολη 1321;). Λόγιος, γιος του προηγούμενου. Κατείχε τη θέση του μέγα λογοθέτη σχεδόν έως τον θάνατό του. Ήταν γνωστός και ως συγγραφέας, ιδιαίτερα σε ρητορικούς λόγους και βιογραφίες αγίων.

Ο βίος του Γεωργίου Ακροπολίτη

Από το σύγγραμμα της κ. ΑΜΑΛΙΑΣ Ν. ΧΟΜΠΗ: «ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΑΚΡΟΠΟΛΙΤΗΣ – ΧΡΟΝΙΚΗ ΣΥΓΓΡΑΦΗ - Ύστερη Περίοδος της Βυζαντινής Ιστοριογραφίας», διαβάζουμε:

Ο Γεώργιος Ακροπολίτης ήταν επιφανής βυζαντινός ιστορικός του 13ου αι. και ειδικότερα της Φραγκοκρατίας και υπόδειγμα πολιτικής και ιστοριογραφικής δεινότητας. Έζησε την άνοδο της βυζαντινής αυτοκρατορίας της Νικαίας και την παλινόρθωση της βυζαντινής κυριαρχίας στην Κωνσταντινούπολη (1261-1282) ως ανώτατος υπάλληλος που βρισκόταν στο επίκεντρο των πολιτικών γεγονότων. Για την μεγάλη υπόληψη που απολάμβανε ως λόγιος συνάμα και πολιτικός μαρτυρούν όλοι οι σύγχρονοί του ενώ εγκώμιο του έγραψε ο μαθητής του αυτοκράτορας Θεόδωρος Β΄ Λάσκαρις. Γεννήθηκε στην Κωνσταντινούπολη το 1217, όταν η βασιλεύουσα βρισκόταν υπό λατινικό ζυγό. Ήταν λοιπόν φυσικό για έναν φέρελπι νέο να ζητήσει καταφύγιο στο βασίλειο της Νικαίας, πόλο έλξεως των Ελλήνων των λατινοκρατούμενων περιοχών. Στη Νίκαια ο νέος Ακροπολίτης μπόρεσε να επιδοθεί συστηματικά στη διεύρυνση και την ολοκλήρωση των σπουδών του και να γίνει δεκτός στους κύκλους της αυλής του αυτοκράτορα Ιωάννη Γ' του Βατάτζη, με. τον γιο του οποίου, τον μελλοντικό αυτοκράτορα Θεόδωρο Β' Λάσκαρι, συνδέθηκε αργότερα πολύ στενά. Ο Ακροπολίτης ευτύχησε να έχει δασκάλους δύο από τους σημαντικότερους λογίους της εποχής: αρχικά τον Θεόδωρο Εξαπτέρυγο και τον Νικηφόρο Βλεμμύδη λίγο αργότερα. Σύντομα ο συγγραφέας αναδείχθηκε σε σημαντικό λόγιο με αυτοδύναμη παρουσία στα πνευματικά πράγματα της αυτοκρατορίας, με αποτέλεσμα ο αυτοκράτορας να του αναθέσει το έργο της εκπαίδευσης του νεαρού και φιλομαθούς διαδόχου του, Θεοδώρου του Β'. Ήταν η αρχή μιας μακράς σχέσης, η οποία διατηρήθηκε ως τον πρόωρο θάνατο του Θεοδώρου το 1258, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι ήταν και αδιατάρακτη ή απαλλαγμένη δεινών παρεξηγήσεων και προστριβών. Το 1246 ο Ακροπολίτης συνόδευσε τον αυτοκράτορα Βατάτζη σε μία εκστρατεία του στην Ευρώπη, ενώ το 1252 ο αυτοκράτορας τον έστειλε ως επίσημο εκπρόσωπό του στον ηγεμόνα της Ηπείρου Μιχαήλ Β' Άγγελο. Όταν διαδέχθηκε τον πατέρα του ο Θεόδωρος Λάσκαρις απένειμε στον Ακροπολίτη το αξίωμα του μεγάλου λογοθέτη. Ωστόσο, οι διαφωνίες τους για την πολιτική που θα έπρεπε να ακολουθήσουν έναντι της Βουλγαρίας οδήγησαν τις σχέσεις τους σε σημείο οριακό: ο νεαρός αυτοκράτορας δεν δίστασε να. εξευτελίσει τον παλαιό του δάσκαλο μπροστά στον στρατό διατάζοντας να. τον μαστιγώσουν. Ο Ακροπολίτης δεν μπόρεσε να ξεπεράσει ποτέ αυτό το ψυχικό τραύμα, με αποτέλεσμα να γίνει ένθερμος υποστηρικτής του διαδόχου του Θεοδώρου, Μιχαήλ Η' του Παλαιολόγου, ο οποίος ακολούθησε σε πολλά σημεία πολιτική αντίθετη προς τον προκάτοχό του. Με μένος που δύσκολα κρύβεται, ο Ακροπολίτης καταφέρεται στην Ιστορία του εναντίον των κακών συμβούλων του Λάσκαρι, και ιδιαίτερα εναντίον του πρωτοβεστιαρίτου Γεωργίου Μουζάλωνος, ο οποίος κατάφερε να κερδίσει την εμπιστοσύνη του Λάσκαρι παραγκωνίζοντας τον συγγραφέα. Είχε όμως και. άλλους λόγους ο Ακροπολίτης να ευγνωμονεί τον Παλαιολόγο, αφού αυτός φρόντισε, μόλις ανέλαβε την εξουσία, να τον απελευθερώσει από τα χέρια του Μιχαήλ Β' Αγγέλου, ο οποίος τον είχε αιχμαλωτίσει κατά την πολιορκία του Πριλάπου. Μετά την απελευθέρωση της βασιλεύουσας από τον ζυγό των Σταυροφόρων, ο Ακροπολίτης ανέλαβε διοικητικά καθήκοντα στο πλευρό του νέου αυτοκράτορα. Παράλληλα ενδιαφέρθηκε για την αναδιοργάνωση της εκπαίδευσης παραδίδοντας μαθήματα λογικής, ρητορικής και φιλοσοφίας σε προικισμένους νέους, όπως έκανε κι ο μετέπειτα οικουμενικός πατριάρχης Γρηγόριος ο Κύπριος, ο οποίος τον αναφέρει εγκωμιαστικά στην Αυτοβιογραφία του. Επίσης συνέχισε να παρέχει τις διπλωματικές του ικανότητες σε όλες τις κρίσιμες ώρες της αυτοκρατορίας. Έτσι εκπροσώπησε τον αυτοκράτορα στη ενωτική σύνοδο της Λυών (1274). Στη Ρώμη ήταν εκείνος που ανέγνωσε ενώπιον του Πάπα τη λατινίζουσα ομολογία πίστεως του αυτοκράτορα και υπέγραψε εξ ονόματός του τον Τόμο της Ένωσης 2 των Εκκλησιών, με τον οποίο αναγνωριζόταν από την ορθόδοξη Εκκλησία το παπικό πρωτείο. Ο ίδιος κατά βάση ήταν αντίθετος στη θεολογία της Δύσεως αλλά οι όροι για την ένωση είχαν γίνει ήδη δεκτοί από τον αυτοκράτορα για την εξυπηρέτηση της δυτικής του πολιτικής. Πέθανε το 1282, λίγο πριν πεθάνει και ο προστάτης του, αυτοκράτορας Μιχαήλ Η' Παλαιολόγος. Εκτός από την Ιστορία, που είναι το πιο γνωστό έργο του, ο Ακροπολίτης συνέθεσε έναν επιτάφιο λόγο για τον αυτοκράτορα Ιωάννη Γ' τον Βατάτζη, δύο λόγους κατά των Λατίνων, που πραγματεύονται το θέμα της εκπορεύσεως του Αγίου Πνεύματος, έναν εγκωμιαστικό λόγο για τους αποστόλους Πέτρο και Παύλο, μία ερμηνεία επιλεγμένων φράσεων του Αγίου Γρηγορίου του Θεολόγου, καθώς και πολλά ποιήματα και υμνογραφικά συνθέματα. Ανάμεσα στα ποιήματα του ξεχωρίζουν οι ιαμβικοί στίχοι για τον θάνατο της αυτοκράτειρας Ειρήνης, συζύγου του Βατάτζη και κόρης του Θεοδώρου Α' Λάσκαρι.