13/05/17 19:03 - Τα κεράσια των αναμνήσεών μου!..

 

Τα κεράσια των αναμνήσεών μου!..

Μια κατάθεση ψυχής και καρδιάς!.. Μια νοσταλγική ανάμνηση των μαθητικών μου χρόνων, τότε που το μόνο μας αμάρτημα δεν ήταν οι κακές σκέψεις ή τα πονηρά βλέμματα, αλλά ο τρόπος ικανοποίησης ενός περίεργου αισθήματος, που σου δημιουργούσε η έλλειψη ορισμένων αγαθών! Διαβάστε το κείμενο που ακολουθεί. Κάποιοι από τους παλιότερους ίσως σκιρτήσουν από συγκίνηση και κάποιοι νεότεροι ίσως βρουν κι αυτοί έναν δίαυλο επικοινωνίας με το χθες!

ΚΑΘΕ φορά που βλέπω τα κατακόκκινα κεράσια πάνω στις κερασιές, ο νους μου ανατρέχει στα μαθητικά μου χρόνια και συγκεκριμένα στις θερινές προαγωγικές ή απολυτήριες εξετάσεις του τότε εξατάξιου Γυμνασίου Δάφνης Καλαβρύτων.
Μια φορά, μόλις παρέδωσα την κόλλα του διαγωνισμού στην τάξη, από τη χαρά μου σκέφτηκα να κάνω μια … αταξία: Να φάω μερικά κεράσια από την κερασιά του σπιτονοικοκύρη μας, αλλά υπήρχε πρόβλημα μεγάλο στο ανέβασμα λόγω του σοβαρού προβλήματος δυσκινησίας.
Βλέποντάς με ο αδελφός μου να επιχειρώ το ανέβασμα στην κερασιά, έρχεται γρήγορα και με βοηθάει ώστε να καθίσω σε ένα κλαδί και να φάω με την ησυχία μου όσα κεράσια ήθελα. Ωστόσο, με ρώτησε
--Πώς θα κατέβεις κάτω από την κερασιά; Εγώ θα φύγω για το χωριό!
--Μη σε νοιάζει, το κατέβασμα, του λέω. Για μένα δύσκολο είναι μονάχα το ανέβασμα!
--Καλά! Πρόσεχε μόνο μη σε δει ο Φωτογιώργης (ο σπιτονοικοκύρης μας, δηλαδή, το σπίτι του οποίου νοικιάζαμε για να πηγαίνουμε στο Γυμνάσιο Δἀφνης Καλαβρύτων επειδή η απόσταση από το χωριό μας, το Βεσίνι, ήταν πολλά χιλιόμετρα).

Φεύγει, που λέτε, ο αδελφός μου και χωρίς άλλη κουβέντα αρχίζω να τρώω με ηδονική ευχαρίστηση ό,τι κεράσια έβρισκα μπροστά μου. Ἀλλωστε ήταν τόσο λαμπερά τα κεράσια , καθώς αστράφτανε στις ακτίνες του ηλίου, που η ελκυστικότητά τους γινόταν πιο μεγάλη. Ακόμη περισσότερο όταν αυτά ήσαν νόστιμα και πολύ γλυκά! Έλα, όμως, που η τύχη δεν με ήθελε!
Ενώ ο Φωτογιώργης ερχόταν στο νοικιασμένο σπίτι κάθε πρωί και βράδυ, διότι το ισόγειο του σπιτιού, το λεγόμενο κατώγι, το χρησιμοποιούσε για στέγαση των ζώων, εκείνη την ημέρα, για κακή μου τύχη, ήρθε μέρα μεσημέρι διότι κουβαλούσε δεμάτια για αλώνισμα! Φαίνεται ότι κάτι ήθελε να πάρει από το κατώγι, σταματάει κάτω από την κερασιά, δένει το γαϊδούρι και καθώς βλέπει πολλά κουκούτσια κερασιών πεταμένα στο χώμα, αρχίζει και βρίζει τα … πουλιά, που δεν του άφηναν κεράσι για κεράσι να δοκιμάσει κι αυτός την γλύκα τους!
--Πανάθεμά σας, παλιόπουλα! Ούτε ένα κεράσι δεν θα με αφήσετε να φάω κι εγώ;
Λέγοντας λοιπόν αυτά, σηκώνει το κεφάλι του ψηλά, για να ρίξει μια ματιά στην κερασιά, αλλά, για καλή μου τύχη, παρά το γεγονός ότι είχε βάλει το χέρι του στο μέτωπό του για να κάνει σκιά, τον τύφλωνε το φως του ήλιου και δεν μπορούσε να δει. Απογοητευμένος άρχισε να μουρμουρίζει:
--Παλιόπουλα!.. Έ, παλιόπουλα!.. Παλιόπουλα!.. Έ, παλιόπουλα!..
Μουτζώνοντας και ξαναμουτζώνοντας τα κουκούτσια από τα κεράσια, που είχα ρίξει στο χώμα και νόμιζε ότι τα έφαγαν τα πουλιά, προχώρησε λίγα μέτρα πιο πέρα και μπήκε μέσα στο κατώγι του σπιτιού, μουρμουρίζοντας συνεχώς!

Εμένα η καρδιά μου πήγαινε να σπάσει από την αγωνία μου μήπως με δει ο σπιτονοικοκύρης μας, διότι εκείνο που με τρόμαζε πολύ ήταν μην το μαρτυρήσει στον πατέρα μου, ο οποίος κάθε βράδυ ήταν στο κρασοπουλειό του Φωτογιώργη! Κι ο πατέρας μου ήταν πολύ αυστηρός. Δεν ήθελε ποτέ ν' ακούσει τέτοια πράγματα και μάλιστα από τα παιδιά του! Αυτός και ο λόγος που δεν κατέβαινα από την κερασιά, όπου συνέχισα να τρώω τα κεράσια φτύνοντας προς το χώμα τα κουκούτσια, αλλά με μεγάλη προσοχή και επιφύλαξη, μήπως με αντιληφθεί κανείς!
Παρέμεινα, που λέτε, πάνω στο δέντρο, μέχρι να επιστρέψει ο σπιτονοικοκύρης μου, αλλά αυτός δεν εμφανιζόταν! Ακόμη και ο γάϊδαρος, φορτωμένος όπως ήταν με τα δεμάτια, έγειρε τα πόδια του και ξάπλωσε στο χώμα για να ξεκουραστεί, προσπαθώντας να ξυσει το σώμα του πάνω στον κορμό της κερασιάς!
Είχαν ήδη περάσει τουλάχιστον τρεις ώρες διότι ο ήλιος ήταν έτοιμος να δύσει κι εγώ ακόμη περίμενα καθισμένος πάνω στην κερασιά! Κι όχι μόνον αυτό! Κάποια στιγμή (οργανισμός είναι αυτός) αισθάνθηκα την ανάγκη να πάω προς νερού μου, αλλά τι πιο βολικό από το κλαδί της κερασιάς! Χωρίς άλλη σκέψη … ολόκληροι κρουνοί ζέοντος ύδατος άρχισαν να ρέουν προς το χώμα! Ακόμη και ο γάϊδαρος αναγκάστηκε να σηκωθεί όρθιος! Αλλά κι εκεί ακόμη η ατυχία μου με έδερνε ανελέητα!

Ο Φωτογιώργης κάποια στιγμή βγήκε από το κατώγι, όπου τον πήρε για τα καλά ο ύπνος! Αλλά μόλις έφθασε στην κερασιά και αντίκρισε την … παραγωγικότητα της άγνωστης πηγής ύδατος, θυμώνει και λέγοντας ό,τι θυμόταν εκείνη τη στιγμή, κοίταζε δεξιά, κοίταζε αριστερά, κοίταζε μπρος-πίσω για να δει ποιος πέρασε εκείνη τη στιγμή και έκανε την … ατιμιά! Μη βλέποντας κανέναν, άρχισε πάλι να μουρμουρίζει και να λύνει τον γάϊδαρο αναχωρώντας για το αλώνι, όπου θα ξεφόρτωνε τα δεμάτια, βρίζοντας και χειρονομώντας μέχρι που χάθηκε από τα μάτια μου:
--Πανάθεμά σας, παλιόπουλα!.. Πᾳνάθεμά σας και σεις!.. Πανάθεμά σας, παλιόπουλα!.. Πᾳνάθεμά σας και σεις!.