03/06/17 19:29 - Οι άγνωστες πτυχές του Σωκράτη!..

Οι άγνωστες πτυχές του Σωκράτη!..

Βασικό χαρακτηριστικό του Σωκράτη -ο οποίος πριν ασχοληθεί με τη φιλοσο­φία διδάχθηκε την τέχνη του λιθοξόου, που ασκούσε ο πατέρας του Σωφρονίσκος- ήταν η διάθεση του να μην αφήνει τίποτε ανεξέταστο, να μη θεωρεί τίποτε δεδομένο αλλά πάντοτε να επιζητεί να ελέγχει το καθετί, όσο προφανές και αν φαινόταν αυτό. Η στάση του αυτή απέναντι στα πράγ­ματα τον έκανε να ξεχωρίζει από τους συνανθρώπους του. Κάποτε, μάλιστα, το Μαντείο των Δελφών, όταν ρωτή­θηκε σχετικά, αποφάνθηκε ότι ο πιο σοφός από τους ανθρώπους ήταν ο Σωκράτης. Η ρήση αυτή ξάφνιασε τον ίδιο τον Σωκράτη, ο οποίος πίστευε ότι κάθε άλλο παρά σο­φός ήταν. Παράλληλα, όμως, θεωρούσε ότι ένας θεός δεν θα μπορούσε να λέει ψέματα. Έτσι, θέλοντας να διαπιστώ­σει τι πράγματι εννοούσε ο θεός με την απόφανση εκείνη του Μαντείου των Δελφών, ο Σω­κράτης επισκέφθηκε ορισμένους συμπολίτες του που φημίζονταν για τη σοφία τους...

Ο Σωκράτης – κατά τον πανεπιστημιακό δάσκαλο και φιλόσοφο, Θεοδόση Πελεγρίνη- ήταν ένας φιλόσοφος, στον οποίο ο τρόπος του θανάτου του προσέδωσε ηρωική διάσταση. Ο Σωκράτης καταδικάσθη­κε σε θάνατο βάσει της καταγγελίας τριών συμπολιτών του -του Ανύτου, του Μελήτου και του Λύκωνα- ότι με τη διδασκαλία του διέφθειρε τους νέ­ους και εισήγε καινά δαιμόνια, δηλαδή νέους θεούς. Αν και θεώρησε την κατηγορία άδικη και μολονότι, μετά την καταδίκη του, με τη συνδρομή ισχυρών φίλων και μαθητών του, είχε τη δυνατότητα να αποδράσει από τη φυλακή, ο Σωκράτης δέχθηκε γαλή­νια την ποινή του θανάτου του, για να μην παραβεί τους νόμους της πόλεως του και προδώσει τις αρχές του, φρο­ντίζοντας, όμως, να προειδοποιήσει τους δικαστές του ότι η μέθοδος αυτή -το να βγάζεις από τη μέση όποιον διαφωνεί μαζί σου και σε κρίνει- είναι επικίνδυνη. Παρομοιάζοντας τον εαυ­τό του με αλογόμυγα (οίστρος), την οποία απέστειλαν οι θεοί στην πόλη, για να κρατάει σε εγρήγορση τους συμπολίτες του, οι τελευταίοι αυτοί, υπο­στήριξε κατά τη διεξαχθείσα δίκη του ο Σωκράτης, θα έπρεπε να του είναι ευγνώμονες και προειδοποίησε τους δικαστές του, και μέσω αυτών τους συμπολίτες του, πως, σκοτώνοντας τον, θα κοιμούνται σε όλη την υπόλοι­πη ζωή τους αμέριμνοι -εκτός και αν οι θεοί τους λυπηθούν και τους στεί­λουν καμιά άλλη αλογόμυγα.
Βασικό χαρακτηριστικό του Σωκράτη -ο οποίος πριν ασχοληθεί με τη φιλοσο­φία διδάχθηκε την τέχνη του λιθοξόου, που ασκούσε ο πατέρας του Σωφρονίσκος- ήταν η διάθεση του να μην αφήνει τίποτε ανεξέταστο, να μη θεωρεί τίποτε δεδομένο αλλά πάντοτε να επιζητεί να ελέγχει το καθετί, όσο προφανές και αν φαινόταν αυτό.
Η στάση του αυτή απέναντι στα πράγ­ματα τον έκανε να ξεχωρίζει από τους συνανθρώπους του. Κάποτε, μάλιστα, το Μαντείο των Δελφών, όταν ρωτή­θηκε σχετικά, αποφάνθηκε ότι ο πιο σοφός από τους ανθρώπους ήταν ο Σωκράτης. Η ρήση αυτή ξάφνιασε τον ίδιο τον Σωκράτη, ο οποίος πίστευε ότι κάθε άλλο παρά σο­φός ήταν. Παράλληλα, όμως, θεωρούσε ότι ένας θεός δεν θα μπορούσε να λέει ψέματα. Έτσι, θέλοντας να διαπιστώ­σει τι πράγματι εννοούσε ο θεός με την απόφανση εκείνη του Μαντείου των Δελφών, ο Σω­κράτης επισκέφθηκε ορισμένους συμπολίτες του που φημίζονταν για τη σοφία τους.
Από τις επι­σκέψεις του εκείνες ο Σωκράτης διαπίστωσε ότι όλοι τους, ενώ εί­χαν τη φήμη του σοφού ανθρώ­που, στην πραγματικότητα δεν ήταν. Έτσι, κατέληξε στη διαπίστωση ότι «μόνον ο θεός είναι σοφός... και ότι η σοφία των ανθρώπων είναι ελάχι­στη, αν όχι ανύπαρκτη».
Την αλήθεια αυτή, όμως, την αγνοούσαν όλοι, εκτός από τον Σωκράτη, ο οποίος δεν δίσταζε να διακηρύσσει την άγνοια του λέγοντας «εν οίδα ότι ουδέν οίδα». Τούτο, το γεγονός ότι αναγνώρι­ζε την άγνοια του, συμπέρανε ο Σω­κράτης, θα πρέπει να ήταν ο λόγος για τον οποίο ο θεός τον διέκρινε από τους υπόλοιπους ανθρώπους, θεωρώ­ντας τον ως τον πιο σοφό.
Ένα άλλο, επίσης, χαρακτηριστικό του ήταν ότι πάντοτε, όταν επρόκειτο να αποφασί­σει για κάτι, εμπνεόταν από το δαιμόνιον, μία θεία φωνή μέσα του, που τον απέτρεπε από λανθασμένες επιλο­γές. Πράγματι, ο Σωκράτης -ο οποί­ος γεννήθηκε στην Αθήνα και δεν απομακρύνθηκε από αυτήν παρά μό­νο όταν συμμετέσχε το 431 π.Χ. στην εκστρατεία στην Ποτίδαια και το 424 π.Χ. στη μάχη του Δηλίου- ήταν μία ξεχωριστή μορφή ανθρώπου. Ασκού­σε μεγάλη γοητεία, και ιδιαίτερα στους νέους, μολονότι ήταν άσχημος.
Ήταν εγκρατής, καθόσον ήταν σε θέ­ση να κυριαρχεί επί των παθών του, χωρίς, όμως, να αρνείται τη χαρά των απολαύσεων. Έτσι, μπορεί μεν να απέφευγε να πίνει συχνά αλλά ήταν πολύ δυνατός στο κρασί- μπορεί ο ίδιος να μην έγινε ποτέ έρμαιο ερωτικού πάθους αλλά τούτο δεν τον εμπό­διζε να εξυμνεί τον έρωτα. Η πολυπρισματική αυτή συμπεριφορά του Σω­κράτη οδήγησε αργότερα τους μαθη­τές του, έχοντας την ως πρότυπο, να δημιουργήσουν διαφορετικές μεταξύ τους σχολές φιλοσοφίας: συγκεκριμέ­να, την κυνική σχολή, στο πλαίσιο της οποίας απορρίπτονταν οι ηδονές, και την κυρηναϊκή σχολή, στους κόλπους της οποίας υποστηριζόταν ότι η ευ­δαιμονία του ανθρώπου είναι συνυφα­σμένη με την κάρπωση των ηδονών.
Ο Σωκράτης, όπως οι σοφιστές, έστρεψε το φιλοσοφικό ενδιαφέρον του από τα ζητήματα της φύσης, στα οποία είχαν επικεντρώσει τη μελέτη τους οι εκπρόσωποι της προσωκρατι­κής φιλοσοφίας, στη διερεύνηση θεμάτων της ηθικής φιλοσοφίας.
Αντί­θετα, όμως, προς τους σοφιστές, οι οποίοι εισηγήθηκαν τη θεωρία της σχετικοκρατίας, την άποψη, δηλαδή, ότι η αλήθεια δεν είναι μία αλλά πολ­λές και ότι οι ηθικές αξίες ποικίλλουν από εποχή σε εποχή και από τόπο σε τόπο, ο Σωκράτης υποστήριζε ότι υπάρχει μία απόλυτη αλήθεια και ότι οι ηθικές αξίες έχουν οικουμενικό και όχι σχετικό χαρακτήρα, ότι δηλαδή το αγαθό, η δικαιοσύνη κ.ά. έχουν την ίδια ισχύ για όλους τους ανθρώ­πους, ανεξαρτήτως εποχής και τό­που.
Ειδικότερα, ο Σωκράτης ταύτισε την αρετή με τη γνώση. Πίστευε, δη­λαδή, ότι, αν πράττει κανείς το κακό, το πράττει επειδή δεν γνωρίζει ότι αυ­τό που πράττει είναι κακό και ότι, αν γνώριζε ότι αυτό που πράττει είναι πράγματι κακό, δεν θα το έπραττε-κανένας δεν είναι κακός, επειδή θέλει να είναι κακός - ουδείς εκών κακός.
Επομένως, εκείνο που προέχει, για να καταστεί κανείς ηθικώς καλός, είναι η γνώση για το τι είναι πράγματι καλό, μία γνώση, όμως, η οποία θα πρέπει να αποκτάται βάσει της σωστής με­θόδου- αν όλοι οι άνθρωποι, υποστή­ριξε ο Σωκράτης, ακολουθούσαν τη σωστή μέθοδο, τότε όλοι θα συμφωνούσαν ποιο είναι το πραγματικό αγαθό -το πραγματικό δίκαιο, το πραγματικό όσιο κ.ο.κ.-, οπότε όλοι θα ήταν ηθικώς καλοί.
Η σωστή μέ­θοδος, κατά τον Σωκράτη, που πρέ­πει να ακολουθεί κανείς, για να απο­κτήσει τη γνώση του αγαθού, του δι­καίου και κάθε άλλης αρετής, αλλά και, γενικότερα, της αλήθειας του κά­θε πράγματος, συνίσταται σε τρία βα­σικά στάδια: πρώτον ο ζητητής της αλήθειας θα πρέπει να απαλλαγεί από κάθε προκατάληψη, να θεωρήσει, προσεγγίζοντας ένα ζήτημα, ότι δεν γνωρίζει τίποτε γι' αυτό- δεύτερον, αντιμετωπίζοντας με εντελώς παρθέ­να μάτια το υπό εξέταση ζήτημα, να το διερευνήσει από όλες τις πλευρές και παραμέτρους του- τρίτον, έχο­ντας, ύστερα από την επισταμένη ερευνά του συγκεντρώσει όλες τις πληροφορίες για το ζήτημα που τον απασχολεί, να σχηματίσει την έννοια του πράγματος, στη διερεύνηση του οποίου στοχεύει. Κατέχοντας την έν­νοια, π.χ., της δικαιοσύνης, είναι σε θέση κανείς, συγκρίνοντας μία πράξη προς την έννοια της δικαιοσύνης, να γνωρίζει αν η πράξη αυτή είναι δίκαιη για να την πράξει, ή αν είναι άδικη για να την αποφύγει.
Ο Σωκράτης επιχείρησε να προβάλει τη διδασκαλία του για τη γνώση και την αρετή -αλ­λά και γενικότερα τις απόψεις του-όχι κατά τρόπο απόλυτο, αλλά συζη­τώντας με τους μαθητές του και τους άλλους συνομιλητές του. Πρόθεση του δεν ήταν να τους επιβάλει τις δι­κές του δοξασίες αλλά να διαμορφώ­σουν μόνοι τους άποψη για το εκά­στοτε υπό εξέταση ζήτημα. Προς τού­το ο Σωκράτης -ο οποίος για το διδα­κτικό έργο του δεν έπαιρνε χρήματα, όπως οι σοφιστές, οι οποίοι δίδα­σκαν επ' αμοιβή- χρησιμοποιούσε έναν τρόπο διδασκαλίας, τον οποίο εμπνεύσθηκε από τη μητέρα του Φαιναρέτη, που ήταν μαία. Όπως η μαία βοηθάει την εγκυμονούσα γυναίκα να γεννήσει το παιδί που φέρει μέσα της, έτσι και ο Σωκράτης προσπαθού­σε, συζητώντας με τους μαθητές ή τους συνομιλητές του, με τις κατάλλη­λες ερωτήσεις να τους κατευθύνει κα­τά τέτοιο τρόπο, ώστε να φθάσουν μόνοι τους στη λύση του υπό εξέταση ζητήματος -με άλλα λόγια, να τους εκμαιεύσει την επιζητούμενη λύση. (…).