29/06/17 22:00 - Λάκκον ώρυξε!..

 

Λάκκον ώρυξε!..

Διαβάστε πόσες φορές η Ελληνική Λαογραφία χρησιμοποιεί τον όρο «λάκκος» για να επισημάνει διάφορα θέματα της καθημερινότητας του λαού μας, από την αρχαιότητα μέχρι σήμερα, αφού οι φράσεις αυτές, που «γεννά» και «γονιμοποιεί» με την φαντασία του ο ελληνικός λαός δημιουργούν τον πραγματικό πνευματικό θησαυρό του Έθνους μας!

Το λήμμα "λάκκος" όπως ακριβώς αναλύεται από την  διαδικτυακή Πύλη για την Ελληνική Γλώσσα.

• Άνθρωπος του λάκκου
Εαρινός, Γεώργιος (1895)
Δηλαδή ετοιμοθάνατος
• Απού σκάφτει ξένο λάκκο μπαίνει ο ίδιος μέσα
Ρουσσομουστακάκης, Νικόλαος (1963)
Λέγεται για όσους πάθουν κακό στην προσπάθειά τους να ζημιώσουν ή να εκδικηθούν άλλους
• Αυτό το φά(β)α λάκκον έχει και το λά(δ)ι καμαρώνει
Μανωλακάκης, Εμμανουήλ (1893)
Ερμηνεία: Επί των υπαινισσομένων εκ προθέσεως (sic)
• Γι' άλλουν σκάφτ'ς του λάκκου μα του κιφάλ'ς θα βάλ'ς
Χριστοφίδης, Στέφανος (1959)
• Έπεσε στο λάκκο
Άγνωστος συλλογέας
• Έσκαψε μόνος τον λάκκο του
Σταμούλη – Σαραντή, Ελπινίκη
Με τα λόγια και τις πράξεις του, έγινε αιτία κακού στον εαυτό του
• Έσκαψε του λάκκουτ τσ' έπισει μέσα
Μπίμπελας, Παναγιώτης Α. (1956)
• Έχ' η φάβα λάκκο
Παπαδάκη, Ειρήνη (1938)
Όταν κάτι το ύποπτον υπάρχει σε μια υπόθεσι
• Έχ' η φάβα λάκκο
Ιωαννίδης, Εμμανουήλ (1876)
• Έχει η φάβα λάκκο
Καραβιτάκης, Νικόλαος Γ. (1963)
• Έχει το ένα πόδι στο λάκκο
Οικονομίδης, Δημήτριος Β. (1959)
Για τον ετοιμοθάνατο
• Έχει το να πόδι ςτο λάκκο
Νεστορίδης, Κ. (1889)
Ερμηνεία: Επί των εις θάνατον εγγιζόντων
• Έχει το φάβα λάκκο
Παπαϊωαννίδης, Κωνσταντίνος Δ. (1929)
Ότι κάθε αποτέλεσμα έχει την αιτίαν του
• Είν' ο πόδας μου μέσ' στο λάκκο
Ζευγώλη – Γλέζου, Διαλεχτή (1931)
Είμαι γέρος πια, θα πεθάνω γρήγορα
• Είνι κι μι τα τέσσιρα στου λάκκου
Λουκόπουλος, Δημήτριος (1926)
Είναι υπέργηρος
• Είνι κι τα δυό τ' πουδάρια μέσ' του λάκκου
Ιωαννίδης, Σωκράτης Ν. (1921)
Περί εσχατογήρου
• Είνι μι τόνα μέσ στου λάκκου
Λουκόπουλος, Δημήτριος (1926)
Έκλινε προς το γήρας
• Η φάβα έκαμε λάκκο
Άγνωστος συλλογέας
• Η φάβα έκαμε λάκκο
Κριάρης, Αριστείδης Ι. (1920)
• Θα σ' τουν φκιάσου του λάκκου ιγώ
Λουκόπουλος, Δημήτριος (1922)
Ερμηνεία: Θα σου παρασκευάσω κακόν, θα σε επιβουλευθώ
• Κάνει λάκκο
Ξανθουδίδης, Στέφανος Α. (1917)
Εις Βιάννο, Ι. Κονδυλάκη = κάμνει έρωτα, εργολαβεί, πιθανώς κατά τον Κονδυλάκην εκ la corte
• Κάνω λάκκο
Κονδυλάκης, Ιωάννης Δ.
Κάνω κόρτε, αργολαβία
• Κάπκοιολ λάκκον έσ' η φάβα
Κυριαζής, Νίκος Γ. (1940)
• Κάποιο λάκκο έχει η φάβα
Μαντζουράνης, Κ. Ι. (1939)
• Κάποιο λάκκο κρύβγει η φάβα
Ζευγώλη – Γλέζου, Διαλεχτή (1963)
Δηλαδή κάτι υποκρύπτεται
• Κάτ' λάκκον έχει η φάβα
Περδίκα, Νίκη Λ. (1943)
• Κάτ' λάκκουν έχ' η φάβα
Παπαθανασίου, Θεόδωρος (1952)
Ενδεικτικόν του ότι ο κρυφίος σκοπός είναι άλλος
• Κάτι λάκκο έχ η φάβα και χαμογελά το λάδι
Δουκάκης, Δημήτριος Χρ.
Ερμηνεία: Επί των αινιττομένων τι εκ προθέσεως
• Κάτι λάκκο έχ' η φάβα
Άγνωστος συλλογέας (1938)
Δηλαδή κάτι συμβαίνει
• Κάτι λάκκο έχ' η φάβα
Σταυρόπουλος, Κωνσταντίνος (1953)
Δηλαδή στην υπόθεσι αυτή, κάτι ύποπτον υπάρχει
• Κάτι λάκκο έχ' η φάβα
Σταματούλης, Ι. Π. (1909)
• Κάτι λάκκο έχ' η φάβα
Μανασσείδης, Συμεών Α. (1906)
Φάβα = εγκέφαλος
• Κάτι λάκκο έχ' η φάβα ρίχτε λάδι για να δείτε
Νεστορίδης, Κ. (1889)
Ερμηνεία: Επί των αινιττομένων τι εκ προθέσεως και επί των διδόντων τεκμήρια ενοχής, διότι η φάβα λάκκον έχουσα ελαίου δείται
• Κάτι λάκκο έχ' ο φάβας
Νεστορίδης, Κ.
• Κάτι λάκκο θάχη η φάβα
Ζευγώλη – Γλέζου, Διαλεχτή (1963)
Α. Κ.
• Κάτι λάκκον έχ' η φάβα
Ρέκας, Β. Δ.
• Κάτι λάκκον έχ' η φάβα
Κατζιούλης, Παρθένιος
• Κάτι λάκκον έχ' η φάβα
Argenti, Philip A.; Rose, H. J. (1949)
• Κάτι λάκκον έχ' η φάβα
Μανασσείδης, Συμεών Α. (1885)
• Κάτι λάκκον έχ' η φάβα
Ιωαννίδης, Εμμανουήλ (1876)
Χιακόν – Πελ;
• Κάτι λάκκον έχ' η φάβα που χαμογελάει το λάδι!
Κορύλλος, Χρήστος Π. (1910)
• Κάτι λάκκον έχ' ο φάβας
Κορύλλος, Χρήστος Π.
Ερμηνεία: Διότι εχρειάσθη πολύ λάδι προς παρασκευήν
• Κάτι λάκκον έχει η φάβα
Κανδηλώρος, Τάκης Χ. (1909)
• Κάτι λάκκον έχει η φάβα!
Μανούσος, Αντώνιος (1880)
• Κάτι λάκκον έχει ο φάβας
Κολλυβά – Χατζημιχάλη, Αγγελική
• Κάτι λάκκον εσ η φάβα
Κυριαζής, Νίκος Γ. (1940)
Δια πράξεις οπισθοβούλους είτε πλήρεις μυστηρίου
• Κατ' λάκκου έχ' η φάβα
Λουκόπουλος, Δημήτριος
Δόλος τις αποκρύπτεται
• Λάκκο έχ' η φάβα
Σταμούλη – Σαραντή, Ελπινίκη (1956)
Η υπόθεση δεν φαίνεται να είναι καθαρή
• Λάκκο έχ' η φάβα
Παππάς, Δημήτριος (1965)
Λέγεται για κάτι ύποπτο
• Λάκκο έχ' η φάβα
Βαφείδης, Θεολόγης Γ. (1917)
Όταν υποκρύπτεται σκοπός τις
• Λάκκο έχει η φάβα
Ιωαννίδης, Κωνσταντίνος Θ. (1963)
Λέγεται δια κάτι ύποπτον
• Λάκκον έσκαψε
Χρηστοβασίλης, Χ.
Λάκκον έσκαψε γι' άλλον κι' έπεσε ο ίδιος μέσα
• Λάκκον έσκαψε κι' έπεσεν ο ίδιος μέσα
Χριστοβασίλης, Χ.
• Λάκκον έχ' η φάβα
Ευαγγελίδης, Τρύφων Ε.; Μιχαηλίδης – Νουάρος, Μιχαήλ Γ. (1935)
Δηλαδή υπό την προκειμένην υπόθεσιν κάτι ύποπτον κρύπτεται
• Λάκκον έχ' η φάβα
Ιωαννίδης, Εμμανουήλ (1876)
• Λάκκον έχει η φάβα...
Παντουβάκης, Μιχαήλ (1940)
Λέγεται στην περίπτωση που καταλαβαίνουμε πως κάποια πανουργία βρίσκεται στη μέση
• Λάκκον έχει ο φάβας
Αλεξανδρής, Απόστολος (1902)
• Λάκκον ηύρεν
Χαβιαράς, Δημοσθένης (1910)
Ερμηνεία: Εγένετο λακκόπλουτος
• Λάκκον ώρυξε και ανέσκαψεν αυτόν και ενέπεσεν εις βόθρον ον ειργάσατο
Κορύλλος, Χρήστος Π. (1910)
Εν χρήσει
• Λάκκον ώρυξε και εμπεσείται εις βόθρον ον ειργάσατο
Ξανθουδίδης, Στέφανος Α. (1914)
• Λάκκον ώρυξε!
Καββαδίας, Γεώργιος (1876)
• Λάκκον ώρυξηε
Χριστοβασίλης, Χ.
Ερμηνεία: Επί πεσόντων εις την πλεκτάνην δι' άλλον παρεσκεύαζον
• Λάκου έχ' η φάβα
Σαρέλλης, Εμμανουήλ (1961)
• Μι τα χέρια μ' σκάφτου του λάκκου μ'
Αναγνώστου, Σ.
Ερμηνεία: Επί εκείνων οίτινες αυτοί εαυτοίς καταστρέφουσι
• Μονάχος σκάφτ τον λάκκον του
Ζήκος, Αστέριος (1892)
Ερμηνεία: Προς τον όλεθρόν του τρέχει, δημιουργεί κακόν μέλλον
• Ο ένας του πόδας είναι στο λάκκο
Λουκόπουλος, Δημήτριος (1926)
Είναι εγγύς του θανάτου
• Ο μισός του πόδας είναι στο λάκκο
Άγνωστος συλλογέας (1892)
• Ο πόδας του είναι στο λάκκο
Άγνωστος συλλογέας (1892)
• Όποιος 'νοίει λάκκο γι' άλλο μπαίνει ο ίδιος μέσα
Παπαμιχαήλ, Άννα Ι. (1964)
• Όποιος αππηά λάκκους πολλούς, εν να πέση σε κανένα
Κυριαζής, Νίκος Γ. (1940)
Δεν αποφεύγομεν πάντοτε τας συνεπείας αξιοποίνων πράξεων
• Όποιος βγάζει του αλλουνού το λάκκο πέφτει ο ίδιος μέσα
Παπαδάκης, Γεώργιος (1963)
Ο κακός τιμωρείται
• Όποιος βκάλλει τον λάκκον του άλλου πέφτει ο ίδιος μέσα
Κωνσταντίνου, Χαρίλαος Ζ. (1954)
Όποιος το λάκκο τ' αλλουνού σκάβει πέφτει ο ίδιος μέσα
• Όποιος σκάβ', τ' αλλουνού το λάκκο, μπαίν' ο ίδιος μέσα
Παππάς, Δημήτριος (1965)
Λέγεται για όσους ενεργούν να κάνουν κακό στον άλλο, και τη πληρώνουν οι ίδιοι
• Όποιος σκάβγκει το λάκκο ντ' αλλουνού, μπαίνει ο ίδιος μέσα
Ζάρακας, Νικόλαος Α. (1958)
Συμβαίνει όταν προετοιμάζωμεν κακόν δι' άλλον, να το υφιστάμεθα ημείς
• Όποιος σκάβει λάκκο σ' άλλο πέφτει ο ίδιος
Σπυριδάκης, Γεώργιος Κ. (1962)
• Όποιος σκάφ' το λάκκο τ' άλλ' νου σκάφτ' τον δικό τ
Οικονομίδης, Δημήτριος Β. (1959)
• Όποιος σκάφτει ξένου λάκκο, πέφτει μέσα ο ίδιος
Μανούσος, Αντώνιος (1880)
• Όποιος σκάφτει το λάκο αλλουνού πέφτει ο ίδιος μέσα
Σεϊτανίδης, Δημήτριος (1960)
• Όποιος σκάφτει το ξένο λάκκο, πέφτει ο ίδιος μέσα
Κυδωνάκη – Μαστοράκη, Ειρήνη (1964)
• Όποιος το λάκκο σκάβει τ' αλλουνού, ο ίδιος μπαίνει μέσα
Βρατσάλης, Μάρκος Στ. (1960)
• Ποιός σκάφτει λάκκο του αλλουνού, ο ίδιος πέφτει μέσα
Χριστοβασίλης, Χ.
• Πώς παν οι γκαβοί στο λάκκο; Ο ένας κατόπ παν τον άλλο
Γρέζος, Τριαντάφυλλος (1915)
• Πώς παν οι γκαβοί στο λάκκο; Ο ένας κατόπ' που τον άλλο
Γρέζος, Τριαντάφυλλος (1915)
• Σκάβγε βαθιά τον λάκκο σου
Ιωαννίδης, Εμμανουήλ (1876)
• Σκάβγει τολ λάκκον του
Χαβιαράς, Δημοσθένης (1910)
Ερμηνεία: Κρυφίως με διαβάλλει
• Σκάβει μόνος του τον λάκκο του
Μπίμπελας, Παναγιώτης Α. (1956)
• Σκάβει το λάκκο του μόνος του
Κανδηλώρος, Τάκης Χ. (1909)
• Σκάπτει τον λάκκον του με τα δόντια
Κολλυβά – Χατζημιχάλη, Αγγελική
Μιλώντας δια ένα φαγάν
• Σκάφτ το λάκκο τ με τα δκά τ τα χέρια
Χουρμουζιάδης, Κ. (1941)
Ερμηνεία: Επί του ενεργούντος εναντίον των ιδίων αυτού συμφερόντων
• Τ' τουν έφκιασαν του λάκκου αυτ'νου
Λουκόπουλος, Δημήτριος (1922)
Τον επεβουλεύθησαν επιτυχώς
• Το να τ' του πουδάρ είνι μέσ' του λάκκου
Οικονομίδης, Απόστολος Β. (1893)
• Τόνα τ' ποδάρζι έναι μες στο λάκκο
Περδίκα, Νίκη Λ. (1943)
Είναι ετοιμοθάνατος
• Του 'σκαψε το λάκκο
Βογιατζίδης, Ι. Κ. (1956)
Παρεσκεύασε την καταστροφήν
• Του λάκκου αμ μεν του πης μπα, εσ σου λαλεί μπου
Κυριαζής, Νίκος Γ. (1940)
• Του σκάβει το λάκκο
Κανδηλώρος, Τάκης Χ. (1907)
Υπονόμευσις αξιώματος
• Του σκάβει το λάκκο
Κανδηλώρος, Τάκης Χ. (1909)
Ερμηνεία: Επί μνησικακούντος
• Του σκάβει τον λάκκο
Παπαδόπουλος, Άνθιμος Α. (1950)
Συνοδεύεται από κείμενο...
• Του σκάφτει τον λάκκο
Παναγιωτίδης, Δ. Α. (1902)
Ερμηνεία: Εργάζεται κρυφίως κατ' αυτού
• Του σκάφτει τον λάκκο του
Άγνωστος συλλογέας (1892)
Ερμηνεία: Τον υπονομεύεται

[Βασική Πηγή: ΚΕΝΤΡΟ ΕΡΕΥΝΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΛΑΟΓΡΑΦΙΑΣ της ΑΚΑΔΗΜΙΑΣ ΑΘΗΝΩΝ]