05/07/17 20:58 - Ποιος ήταν άραγε ο περιβόητος αγωνιστής Κατσιαβόγιαννης;

Ποιος ήταν άραγε ο περιβόητος αγωνιστής Κατσιαβόγιαννης;

Θρύλοι και παραδόσεις, δια στόματος απλοϊκών ανθρώπων του χωριού Βεσινίου Καλαβρύτων, για έναν άνθρωπο, όπως ο ηρωϊκός Κατσιαβόγιαννης, που έγινε ανυπότακτος και ακολούθησε την πορεία των μεγάλων κλεφτών και αρματολών, στα υπερήφανα βουνά μιας περιοχής, όπου δοξάστηκαν μεγάλες μορφές του Αγώνα και της μετεπαναστικής εποχής! Ο άνθρωπος αυτός γεννήθηκε και έζησε μια θρυλική ζωή, αγωνίστηκε σαν ήρωας, έζησε σαν ξακουστός και ανυπότακτος ληστής των βουνών, αλλά πέθανε σαν ένας ... αγνός καλόγερος! Ένα μονάχα: Για τον άνθρωπο, αυτό γράφτηκαν τόσα τραγούδια, όσα δεν γράφτηκαν για τον ίδιο τον Κολοκοτρώνη! (Διατηρείται η ορθογραφία της εποχής).

«Το βλέπεις ’κείνο το βουνό (: Άϊ-Λιας)
πούναι ψηλά από τ’ άλλα,
πόχει στη ρίζα καταχνιά
και στη κορφή μπαϊράκι;
Στην από πίσω τη μεριά
βγαίνει μια κρύα βρυσούλα (: η Μούσγα)
πούχουν οι κλέφτες σύναξη
και ρίχνουν στο σημάδι·
Εκεί είν’ κι ο Κατσιαβόγιανης,
ο πρώτος καπετάνιος!»

ΤΑ ΠΟΛΥ ΠΑΛΙΑ ΧΡΟΝΙΑ, ΠΡΙΝ ΑΚΟΜΗ ΞΕΣΗΚΩΘΟΥΝ οι Έλληνες εναντίον των Τούρκων, σε κάθε χωριό της πατρίδος μας, άνθρωποι που δεν μπορούσαν ν’ αντέξουν τον ζυγό της σκλαβιάς έπαιρναν τα βουνά και στις κορφές των γινόσανται «κλέφτες» τρομεροί για τους Τούρκους, οπλισμένοι μέχρι τα δόντια, για να παίρνουν πότε-πότε το δίκηο των Ελλήνων απ’ τους απίστους και να τους γίνονται ο φόβος και ο τρόμος και για ν’ αναπνέουν τον αέρα της βουνήσιας ελευθερίας!
Συνήθως όταν ακούμε: «κλέφτης», καταλαβαίνουμε ότι γίνεται λόγος για ’κείνους που δόξασαν την πατρίδα μας με τα ηρωϊκά κατορθώματά τους. Αυτοί ήσαν οι περισσότεροι!
Υπήρχαν όμως και οι άλλοι κλέφτες με την πραγματική σημασία της λέξεως: κλέφτης! Πιάνανε τα βουνά και κάθε τόσο κάνανε επιθέσεις στα χωριά και τα λεηλατούσαν! Κυρίως ο στόχος τους ήταν τα γίδια και τα πρόβατα!


Υπήρχε κι ένα άλλο είδος κλεφτών που στήνανε ενέδρα στις κορφές και στους δρόμους μήπως περάση κανένας πλούσιος για να τον «μαδήσουν» και να τα δώσουν στους πτωχούς (όπως έκανε πολλές φορές ο Κατσιαβόγιαννης!) ή κάνανε συμβούλια αρχηγών και αποφασίζανε να… κλέψουν καμμιά αρχοντοπούλα για να πάρουν ως ανταμοιβή λύτρα ή κάνανε εκδικήσεις!! Γι’ αυτό το λόγο πολλοί απ’ τους κατοίκους κάθε χωριού, οι τσοπάνηδες στις στάνες είχαν απαραιτήτως τουλάχιστον 2 σκυλιά μεγαλόσωμα, φορούσαν τα καριοφύλια των και «δεν το κουνάγανε ρούπι» από τα ξεχειμαδιά (κονάκια ή καλύβες) χειμώνα – καλοκαίρι!

Έναν τέτοιο κλέφτη που είχε όλα (μα όλα!) τα χαρίσματα και τα ελαττώματα των κλεφτών,  γέννησε και το χωριό μας Βεσίνι Καλαβρύτων! Τον περιβόητο: Κατσιαβόγιαννη, για τον ηρωϊσμό του οποίου θα μιλήσουμε σε άλλο μεγάλο κεφάλαιο, αφού σήμερα θ' ασχοληθούμε περισσότερο με τον χαρακτήρα και την εν γένει ψυχοσύνθεση του διαβόητου "καπετάνιου".
Το πραγματικό του όνομα ήταν: Ιωάννης Κατσιαβός και είχε άλλα έξι (6) αδέλφια: τον Χρίστο, τον Αγγελή, την Βασίλω, την Αναστασούλα και άλλες 2 που παντρεύτηκαν η μία στο Πράσινο της Γορτυνίας και η άλλη στην Κόκκοβα ή Σκοτάνη Καλαβρύτων!
Την Αναστασούλα, την αδελφή του Κατσιαβόγιαννη, ήλθε ένας Αναστάσιος Βάρδας, από την Βάχλια και την πήρε για γυναίκα του. Έμεινε ’σώγαμπρος στο Βεσίνι και απέκτησε δύο παιδιά: τον Χρίστο και τον Κώστα!
Ο Χρίστος έκανε έξι παιδιά: την Μαριγούλα που πέθανε 22 ετών, τον Γιάννη (πατέρα των σημερινών: Βαρδο-Χρίστου, Βαρδο-Παναγιώτη και Μαριγούλας Χρ. Γιαννακόπουλου), τον Βασίλη που πέθανε κι αυτός ανύπαντρος (: ανύμφευτος) με τα πόδια του στραβά, τον Θεοδωράκη που πέθανε άκληρος και τους σημερινούς γέροντες: Γιωργία (κοινώς Τσιοτσιογιωργούλα) και Αναστάση (κοινώς Βαρδαναστάση).
Ο δε Κώστας έκανε τα εξής παιδιά: Τον Χρίστο (πατέρα της συγχωρεμένης Πηνελόπης Γ. Σπυροπούλου) την Ευθυμίτσα που είχε μία κόρη η οποία πέθανε από φθίση και ο άνδρας της πήρε την Αγγέλω του Λαζουρά, τον Γιάννη που πέθανε νέος και παντρεμένος, τον Βασίλη (πρώτη γυναίκα του Κων. Θ. Σακκέτου ή Τσιοτσιοδάσκαλου η οποία πρόλαβε, πριν πεθάνη, να γεννήση τον Δημ. Κ. Σακκέτον, κάτοικον Νασίων, λίγο πριν το 1918 που πέθανε από γρίππη και τον Γεώργιο (κοινώς Γιωργάκη που βρίσκεται σήμερα στην Αμερική).
Από την Τσιοτσιο-γιωργούλα λοιπόν βγήκαν τα «εν τη ζωή» πέντε παιδιά: η Ευανθία Αθ. Χριστοπούλου, η Θεοδώρα Δ. Τσιρώνη, η Ελένη Κ. Γιαννοπούλου και ο Παν. Ανδρ. Σακκέτος εκ του οποίου ένας γυιος, από τα «8» παιδιά του, είναι και ο… συγγραφεύς  της Ιστορίας Βεσινίου Καλαβρύτων.
Για να μην ... «μουρλαθούμε» λοιπόν από τον λαβύρινθο του γένους μας σας… πληροφορώ ότι ο Κατσιαβόγιαννης ήταν αδελφός της γιαγιάς της γιαγιάς μου τσιοτσιο-Γιωργούλας!
Σπουδαία τα… λάχανα λοιπόν….
Ώρα όμως για λίγη σοβαρότητα:
Οι Κατσιαβαίοι γεννήθηκαν γύρω στα 1800! Μεγάλωσαν όπως οι άνθρωποι του καιρού εκείνου, φτωχικά και άθλια σε κατάστασι.
Σιγά-σιγά όμως αποκτήσανε πράμματα (: πρόβατα και λίγα γίδια) και ζούσαν ήρεμοι διότι δεν τους ενοχλούσε κανείς αλλ’ ούτε κι ενοχλούσαν κανέναν!
Με τον καιρό παντρεύτηκαν οι τρεις αδελφές του (η Αναστασούλα στο Βεσίνι και οι άλλες δύο, στο Πράσινο και στην Κόκκοβα) και έμεινε η Βασίλω η οποία είχε κοινή μοίρα με τ’ αδέλφια της Αγγελή, Γιάννη και Χρίστο.
Ο πρώτος και ο τελευταίος έκαναν ό,τι τους έλεγε ο Γιάννης. Και κάποια μέρα θέλεις για εκδίκηση, θέλεις για το «έτσι θέλω», κλέψανε ή τους κατηγορήσανε ότι έκλεψαν ένα ολόκληρο… βόδι και το έφαγαν!!
Πράγματι τους πήρανε και τους πήγανε (και τους 4) στον κατή των Τούρκων να τους δικάση.
Έγινε η δίκη και ο Κατσιαβόγιαννης δικάστηκε να πληρώση όσα ασημικά είχε στο σιλάχι του!
Την στιγμή όμως που πήγαινε να τραβήξη τα λεφτά για να πληρώση ο Χρίστος και ο Αγγελής συνεννοημένοι κάτι είπανε στη Βασίλω και ενώ βγαίνανε προς τη πόρτα ακούστηκε η φωνή της αδελφής του:
- Ωρέ, Κατσιαβόγιαννη, σου πρέπει τέτοια τιμή;
Η καρδιά του αδελφού της κτύπησε δυνατά από την προσβολή που του έδωσε σχεδόν κι απότομα βάζει τα ασημικά στο σιλάχι του για να πιάση κατόπιν ό,τι εύρισκε κοντά του και να τα τινάξη στα κεφάλια των Τούρκων και του κατή (: καρέκλες, δηλαδή, τραπέζια κ.λ.π.)!!
Μετά, παρά το κυνηγητό των Τούρκων, βρέθηκαν και οι 4 μαζί πολύ μακριά απ’ τους άλλους!
Από τότε ο πασάς κυνηγούσε πολύ τον Κατσιαβόγιαννη ενώ πολλές φορές προσπαθούσε να τον πιάσει με διάφορες ύπουλες πράξεις.
Κάποτε, ως λέγει ο Αναστάσιος Βάρδας και φημολογείται πήγαν να τον πιάσουν μερικοί άνδρες, σταλμένοι του πασά και να τον πάνε κοντά του για να τον έχει πρωτοπαλλήκαρο, με δόξες και τιμές!!
Μόλις όμως αυτοί πλησιάσανε τον είδαν που φύσαγε το καλάμι (: έπαιζε δηλ. τη φλογέρα) και αθόρυβα σαν γάτοι τον γραπώσανε από τα μπράτσα του.
Τότε αυτός, ατάραχος, σηκώνεται όρθιος και σαν αστραπή σφίγγει τα χέρια και τινάζει τα μπράτσα του ξαπλώνοντάς τους κάτω και να βρεθή σε λίγα λεπτά στο Πετροβούνι παίζοντας τη φλογέρα του σα να μη συνέβαινε τίποτε! Τα πρόβατά του ξανάβλεπαν τον γίγαντά τους! Μόλις είδανε οι Τούρκοι τι παλληκάρι ήτανε, πήγαν πάλι στον πασά και του διηγήθηκαν τι συνέβη. Τότε αυτός αφρίζοντας από το κακό τους είπε:
- Ωρέ δεν υπάρχει πουθενά άνθρωπος να μου τον φέρη;

… Τα χρόνια όμως κυλούσαν και οι Κατσιαβαίοι είχαν μισο-σηκωθή στο κλαρί. Ένα άλλο γεγονός όμως τους έκανε να τελειοποιήσουν την απόφασί τους:
Κάποτε μία γυναίκα, από σόι του Μπουζιώτη, η οποία λεγόταν Πλατιά, τους έκοψε το νερό από τ’ αυλάκι στον Πιτεμό. Για να μην της το πάρουν δε, πήγε κι εκάθισε ’πάνω στο… αυλάκι!!
Τότε ο Κατσιαβόγιαννης θύμωσε πολύ και πήγε να βρη το δίκηο του με το… ξυνάρι του.
Πράγματι· μόλις έφθασε εκεί είδε και την αναίδειά της, να καθίση και πάνω στο νερό και της κόβη δυο ξυναριές στα… πισινά αφήνοντάς της για πολλή ώρα αναίσθητη.
Όταν συνήλθε η Πλατιά έτρεξε κατ’ ευθείαν να διαμαρτυρηθή στον δήμαρχο Φαρσή, στη Στρέζοβα.
Ο δήμαρχος τότε έκανε ό,τι ήθελε σχεδόν κι αποφάσισε να κυνηγήση τους Κατσιαβαίους. (Σημειωτέον ότι ο δήμαρχος δημιουργούσε μόνος του αποσπάσματα και έπαιρνε όποιον ήθελε στρατιώτη ή τον απέλυε).
Πράγματι· πήγαν στο Βεσίνι, δεν βρήκαν εκεί τον Κατσιαβόγιαννη και τ’ αδέλφια του και τότε έκανε κάτι που τέλος πάντων δεν ήτανε και τόσο δίκαιο: Του πήρανε και τα εκατό, περίπου, κεφάλια πρόβατα που είχε!
Τότε ο Κατσιαβόγιαννης "λύσσαξε απ’ το θυμό του" και ορκίστηκε: να εκδικήται τους Βεσιναίους εκείνους που δεν τον βοήθησαν στην προκειμένη περίπτωση, ώστε να μην χάση τα πρόβατά του!…Έτσι λοιπόν τα 4 αδέλφια, με αρχηγό πάντοτε τον Γιάννη, σηκώθηκαν οριστικά στο κλαρί.
Σιγά-σιγά με το μέρος του «σήκωσαν μπαϊράκι» και άλλοι κλέφτες και ενώθηκαν με τον Κατσιαβόγιαννη. Οι κλέφτες αυτοί ήσαν απ’ όλα σχεδόν τα μέρη της Ελλάδος και κυρίως της Πελοποννήσου.

Μόνος του, λοιπόν, ο καπετάνιος Κατσιαβόγιαννης είχε βρει άλλα 20 παλληκάρια και γίνανε 24 άτομα στα οποία μοναδική γυναίκα ήταν η αδελφή του Βασίλω, η γνωστή  Κατσιαβοβασίλω  (Βασιλική Κατσιαβού), που από τις πανουργίες και την εξυπνάδα της έγινε ο 2ος καπετάνιος μετά τον αδελφό της!
Πριν συνεχίσω θα ήθελα να πω ότι ο Κατσιαβόγιαννης δεν πήγε ποτέ σχεδόν να πολεμήση τους εχθρούς με τον όποιο τακτικό ελληνικό στρατό, αυτόν κυρίως που δημιουργούσαν οι καπεταναίοι. Κτυπούσε τους άπιστους πάντοτε μόνος του! Αλλά αυτά σε άλλο κεφάλαιο!!
Ισχυρός πλέον άρχισε να κάνη διάφορες περιοδείες στα γύρω χωριά. Πάντοτε μαζί τους, φυσικά, και η Κατσιαβοβασίλω για να την χρησιμοποιούν ως δόλωμα και να τους συγυρίζει (: πλύσιμο, φαγητό κ.λ.π.)

     Κάποτε, λέγουν, έφθασε στο Λεβίδι για να εκδικηθή τον δήμαρχο αυτού. Τον βρήκε και του ζητούσε να του παραδώση τα όπλα. Ο δήμαρχος με κανέναν τρόπο δεν δεχόταν να κάνη αυτό το πράγμα. Φθάσανε στο σημείο να πιαστούν μπράτσα με μπράτσα και να παλεύουν επί πολύ ώρα. Ο Κατσιαβόγιαννης τότε τραβήχτηκε απότομα, ως πιο ευκίνητος και απαιτούσε συνεχώς να πάρη τα όπλα από τον δήμαρχο. Νευριασμένος εκείνος του απαντά με τα λόγια αυτά!
- Τί λες εκεί Τουρκάραπα / πεύκα καψαλισμένη;…»
Τότε ο καπετάνιος των κλεφτών τραβάει τη πιστόλα του και αφού του ρίχνει μια «μπαταριά» τον ξαπλώνει νεκρό, που τον έβρισε σκληρά!
(Ας σημειώσω -λέει ο αφηγητής μπαρμπα-Γιάννης Πανουτσακόπουλος-ότι το περιστατικό που ανέφερα έχει γίνη τραγούδι αλλά δεν μπόρεσα να το γράψω όπως το λέγανε).
Στις πολλές περιοδείες του ο Κατσιαβόγιαννης γνωρίστηκε με πολλά παλληκάρια της Ελλάδος όπως τον Νταβέλη, τον Λύγκο και άλλους πολλούς. Μάλιστα δε και σήμερα ακόμη εκτός του Νταβέλη, του θρυλικού αυτού πολεμιστή με τα πολλά τραγούδια, τραγουδούν και το ακόλουθο τραγούδι, για τον Λύγκο:

«- Μην τον είδατε - μωρέ παιδιά -
μην τον απαντήσατε
τον Λύγκο τον λεβέντη
τον αρματολό και κλέφτη,
- Ψες τον είδαμε
σε μια βλαχοκαλύβα
κι έτρωγε έπινε,
αρνιά και γουρ’νοπούλες
και τον κέρναγαν
πέντ’ έξι βλοχοπούλες.
Και η μικρότερη
γυρίζει και του λέει:
«Δεν παντρεύεσαι
δεν προξενεύεσαι
- Λύγκο λεβέντη μου –
να πάρης βλαχοπούλα
σαν κι εμένανε.
- Δεν παντρεύομαι
δεν προξενεύομαι
γιατ’ έχω ένταλμα
έχω κατασχετήριο (: εις θάνατον)».

  Όπου κι αν περνούσε, ο Κατσιαβόγιαννης, δημιουργούσε και λημέρια τα οποία τα έκανε «λημέρια» αφού πρώτα βεβαιωνότανε ότι δεν επρόκειτο να τον πιάσουν. Στον Άϊ-Βλάση, το Καλαβρυτινό, ως λέγουν είχε μια σπηλιά (που και σήμερα λέγεται του «Κατσιαβού η Σπηλιά») τόσο απότομη και τόσο γλιστερή που κανένας δεν το είχε σκεφθεί ότι εκεί ήταν το λημέρι του. Κατόρθωσε δε σκάβοντας το βουνό να φέρη νερό στη σπηλιά του (!!).
Με το πέρασμα του χρόνου άρχισε να σμίγη με πολλά κλέφτικα. Εκείνο όμως που του έμεινε πιστό μέχρι τέλους ήταν το σώμα ενός «Κοντοβουνήσιου», από την Κόρινθο, ο οποίος είχε άλλα 25 παλληκάρια! Κατ’ αυτόν τον τρόπο εδημιούργησε ένα σώμα από 50 άτομα (24 δικοί του και 26 του Κοντοβουνήσιου). Και οι 50 λοιπόν κρατήσαν μέχρι τέλους της ιστορίας των!!
Καπετάνιος ο Κατσιαβόγιαννης, ο Κοντοβουνήσιος και η Κατσιαβοβασίλω. Πρωτοπαλλήκαρα πριώτα οι Κατσιαβο-Χρίστος Κατσιαβο-Αγγελής και οι υπόλοιποι στρατιώτες του σώματος αυτού. Όπως καταλαβαίνουμε γίνανε πλέον οι Κατσιαβαίοι πολύ ισχυροί.
Ας σημειώσω εδώ ότι ο Κοντοβουνήσιος φορούσε εκτός από τα άλλα ρούχα κι ένα ειδικό για αρχηγούς ρούχο το οποίο το λέγανε: «Ντουλαμά». Αυτό ήταν γεμάτο με μπρούτζινα κουμπιά που άστραφταν στον ήλιο, κοντό σα χλαίνη και φουντωτό. Το φορούσε δε όταν τον έστελνε ο Κατσιαβόγιαννης σε διάφορες αποστολές.
Οι δυο τους όμως είχαν αγάπη πολλή μέχρι θανάτου και όταν θα κάνανε επιθέσεις κατά των χωριών ο Κοντοβουνήσιος με την καραμπίνα του καθόταν στη άκρη του χωριού και όταν έβλεπε επικίνδυνα πράγματα (όπως αστυνομικά αποσπάσματα κ.λ.π.) άφηνε το όπλο το ... "να ξεράση φωτιά και πυρωμένο ατσάλι" για ν’ ακούσουν οι κλέφτες τη βοή και τον κρότο και να φύγουν αμέσως!..
Όταν πήγαιναν να λεηλατήσουν κάποιους (...)  τότε ο Κοντοβουνήσιος καθόταν στο Σταυρό του Βεσινίου και παρατηρούσε τα πάντα! Συνήθως ο Κατσιαβόγιαννης ζητούσε χρήματα και όπλα. (...) Όταν όμως με τη βία δεν έκανε τίποτα, έβαζε την αδελφή του Κατσιαβοβασίλω κι εκείνη τα έβγαζε πάντοτε πέρα! Αυτή πότε ντυνόταν άνδρας ή χρησιμοποιούσε διάφορα άλλα τεχνάσματα.
Η καραμπίνα λοιπόν του Κοντοβουνήσιου έκανε θαύματα. Λέγουν ότι έπαιρνε 14 δράμια μπαρούτι, ένα βόλι (: το περιβόητο «μονόβολο») ή και 2 βόλια τα οποία είχαν ουρά που δένανε αυτές με ένα σύρμα – ένα μέτρο! – και αν η ζυγαριά (= τα δύο βόλια μαζί) δεν κτυπούσε τον αντίπαλο το έπαιρνε το σύρμα και τον έκοβε σαν σπαθί!!

Κάποτε ο περίφημος ήρωας του Βεσινίου Χρηστάκος: (περί του οποίου θα μιλήσω στο επόμενο κεφάλαιο) θέλησε να τρομοκρατήση έναν απ’ τους κλέφτες του Κατσιαβόγιαννη. Πράγματι· σημαδεύει και το βλήμα σφύριξε στο μετάξι που κρατούσε κάτω από την μασχάλη του ο κλέφτης! Τότε ο Κατσιαβόγιαννης και ο Κοντοβουνήσιος σκέφθηκαν να πάνε την άλλη μέρα και να πάρουν το περίφημο καριοφύλι του Χρηστάκου. Μόλις όμως πλησίαζαν στο Βεσίνι ακούστηκε ο κρότος και φοβήθηκαν μην κτυπήση κανέναν. Γύρισαν πίσω και αποφάσισαν τότε να πάρουν το τουφέκι με πανουργία και δόλο:
Δύο χωροφύλακες την άλλη μέρα πήγαιναν προς το σπίτι του Χρηστάκου. Μόλις φθάσανε κτυπήσανε την πόρτα και αφού κάθισαν, έφαγαν κοτόπουλα που τους μαγείρεψε η γυναίκα του ιδιοκτήτη. Ο ιδιοκτήτης – Χρηστάκος έλειπε για κυνήγι. Οι χωροφύλακες όμως τον περίμεναν μέχρι που άκουσαν την πόρτα ν’ ανοίγη.
Πράγματι η πόρτα άνοιξε και ο Χρηστάκος έμπαινε στο σπίτι. Μόλις μπήκε, τους έρριξε μια ματιά περίεργη και αφού κρέμασε το όπλο του άκουσε τη φωνή τους.
- Έλα Χρηστάκο εσένα περιμένουμε…
Εκείνος τους κοίταξε με απορία:
- Χωροφύλακες είμαστε Χρηστάκο…
Τότε αυτός τους είπε:
- Σας βλέπω αλλά τα βλέμματά σας είναι άγρια…
Σίγουρος όμως ότι δεν επρόκειτο να του κάνουν τίποτα (διότι ήσαν δύο και οπωσδήποτε τους κατάφερνε) εκάθισε πλησίον τους και έτρωγε μαζί τους.
Σκοπός των χωροφυλάκων ήταν μόλις ξαναφανή το απόσπασμα και κτυπήση την πόρτα (διότι καταλάβαμε από την αρχή πως οι χωροφύλακες ήσαν κλέφτες του Κατσιαβόγιαννη) να προσέξουν τον Χρηστάκο μην πιαστή από το τουφέκι!
Πράγματι· κτύπησε η πόρτα και ο Χρηστάκος πήγε ν’ ανοίξη την πόρτα. Μόλις όμως είδε να μπαίνει ολόκληρο σώμα κλεφτών, αμέσως πήγε να γραπώση το καριοφύλι του. Δεν τον άφησαν όμως οι δύο χωροφύλακες και τον πιάσανε από τα μπράτσα! Τότε τον οδήγησαν στα πόδια του Κοντοβουνήσιου.
Ο Χρηστάκος μη έχοντας τι άλλο να κάνη, λέει:
- Προσκυνώ Κοντοβουνήσιε, του είπε.
- Και πού με γνωρίζεις ότι είμαι ο Κοντοβουνήσιος; Του είπε ο 2ος καπετάνιος.
- Απ’ την εντυμασία σου, του είπε, διότι φοράς ντουλαμά.
- Ναι Χρηστάκο! Μα ένα πράγμα θέλουμε από σένα…
- Τη γυναίκα μου και το τουφέκι μου να μη μου ζητήσετε και ό,τι άλλο θελετε είναι δικό σας!
- Το τουφέκι θέλουμε!…
Δεν πρόλαβε, ο Κοντοβουνήσιος, να τελειώση τη φράσι του και είδε τον Χρηστάκο να σωριάζεται αναίσθητος! Όταν τον συνέφερε του είπε:
- Έχεις τον λόγο της τιμής μου ότι αύριο το βράδυ θα είναι στα χέρια σου το τουφέκι..
Ήθελε ο Κοντοβουνήσιος να είναι εξασφαλισμένος όταν θα κτυπούσε το χωριό, θα το έκλεβε δηλαδή.
Πράγματι· το χωριό δεινοπάθησε εκείνη την ημέρα!.. Έκαψαν -λέει-με λάδι τον αδελφό του Χρηστάκου, τον Γιάννη (γι’ αυτό από τότε πήρε το όνομα «Καψόγιαννης» = Κάψιμο – Γιάννης), τον Λάμψια τον Βασιλικό και άλλους. Είχαν τουλάχιστον ένα καλό: δεν τους σκότωναν. (Εδώ ισχύει η παροιμία: "Να σε κάψω Γιάννη, να σ'αλείψω λάδι"!.. Τέλος πάντων!..).

Δεν μπορούμε να γνωρίζουμε από ποίο γεγονός, ο Κατσιαβόγιαννης και ο Κοντοβουνήσιος βρέθηκαν το πρωΐ στο Λεβίδι. Για να τηρήσουν όμως τον λόγο τους, έστειλαν το τουφέκι του Χρηστάκου με την αδελφή του Βασίλω! Δεν ξέρουμε πάλι τι συνέβη και στο δρόμο η Κατσιαβοβασίλω αναγκάσθηκε να το… πουλήση αντί 15 δρχ.! (είχε μεγάλη αξία το τουφέκι εκείνο!)
Το τουφέκι αυτό φημιζόταν σ’ όλα τα γύρω χωριά. Το έλεγαν: «Μεσσαλά μηλιόνι» δηλαδή «ωραίο τουφέκι». Το κοντάκι του ήταν εξ ολοκλήρου ασημένιο! Στο πίσω μέρος για να στηρίζεται καλά είχε φούρμα (= διχάλα).

Πέρασε αρκετός καιρός από τότε. Το παρελθόν είχε γεμίσει από διάφορες πράξεις (: καλές, παράνομες, εκδικητικές κ.λ.π.).
Κάποτε, λέγουν, ο Κατσιαβόγιαννης είχε έλθει σε προσβολή με κάποιον Πετιμεζαίο (δεν ξέρουμε αν ανήκε στο ένδοξο σόϊ των Καλαβρυτινών). Τότε για να τον εκδικηθή, ανέβηκε το βράδυ πάνω στη σκεπή στο χάνι (ίσως από τότε ονομάσθηκε: «Του Πετιμεζά το χάνι», Δεν ξέρουμε ακριβώς).
Πιάνει λοιπόν τη σκεπή, την ξεσκεπάζει σιγά-σιγά και καθώς ο Πετιμεζάς ήταν από κάτω πέφτει σαν ένα ουράνιο σώμα και τον καβαλικεύει απειλώντας τον να τον σκοτώση!
Από τότε γίνανε οι καλύτεροι φίλοι!
Ας σημειώσω κι εδώ ότι τότε γινόσανται πολλά τέτοια διότι ο Νόμος δεν είχε πολύ μακρύ το χέρι του!

Κάποτε λοιπόν οι Κατσιαβαίοι ενώ καθόσανται στο βουνό, για να μπούνε στο χωριό, έστειλαν την Κατσιαβοβασίλω να ξεψαχνίση αν δηλαδή υπήρχαν αποσπάσματα. Πράγματι· εκείνη φόρεσε κανονικά γυναικεία ρούχα και πήγε στο χωριό. Εκεί βλέπει κάτι παλληκάρια και τα ρώτησε:
- Γεια σας παλληκάρια μου. Πούθε πάτε;
- Γεια σου γιαγιά, της απήντησαν αλλά κάποιος τη γνώρισε και αμέσως την δέσανε χειροπόδαρα! Την οδήγησαν στο Ναύπλιο και δικάστηκε 5 χρόνια φυλακή.
Η απουσία της όμως από το λημέρι του αδελφού της ήταν πολύ αισθητή σε σημείο που ο ίδιος ο Κατσιαβόγιαννης έβγαλε το τραγούδι:

«Μούφαγε η λέρα τα σκουτιά
- μωρέ Κατσιαβόγιαννη –
και τα λουριά τη μέση.
Μ’ έφαγε κι ο συλλογισμός,
της αδελφής το ντέρτι,
πούναι στ’ Ανάπλι φυλακή
ετώρα πέντε χρόνους.
Δεν έχει μάννα κι αδελφή
να την παρηγορήση…»

… Ενώ, λοιπόν η Κατσιαβοβασίλω ήταν ακόμη φυλακή, βρέθηκαν κάποτε περικυκλωμένοι ο Κατσιαβόγιαννης, ο Κοντοβουνήσιος και τα παλληκάρια, από πάμπολλα αποσπάσματα στρατού κι αστυνομίας στο Μαίναλο του Λεβιδίου. Μη έχοντας τι άλλο να κάνου, αφού ήσαν περικυκλωμένοι, αποφάσισαν να ξεχυθούν όλοι μαζί στα Λεβιδέικα αμπέλια.
Πράγματι· σαν ορμητικοί χείμαρροι ξεχύθηκαν προς αυτά ενώ απέκρουαν τις επιθέσεις των αποσπασμάτων που τους έζωνε από τα νώτα!
Τραγική τύχη όμως τους περίμενε πιο κάτω. Ενώ σχεδόν είχαν γλυτώσει από τον κίνδυνο να χάσουν την ζωή τους, σαν νεκροί που ξαφνικά ανασταίνονται και πετάγονται όρθιοι από τη γη, ύψωσαν το κορμί τους πάρα πολλοί Λεβιδαίοι με διάφορα φονικά αντικείμενα (: τσεκούρια, μαχαίρια, ξυνάρια, όπλα, κλαδευτήρια κ.λ.π.) και άρχισαν να ρίχνουν στη γη όλα σχεδόν τα παλληκάρια του Κατσιαβόγιαννη και του Κοντοβουνήσιου! Κι αυτό έγινε διότι δεν βρήκαν καιρό να αμυνθούν επειδή από πίσω και από παντού βρέθηκαν πάλι κυκλωμένοι από τ’ αποσπάσματα!
Ήταν μοιραίο στη Βλαχέρνα προς το Λεβίδι, στο παλιό Μπεζενίκο όπου σώζεται ακόμη και σήμερα η Σπηλιά του Κατσιαβόγιαννη, να μην ξανακουσθή το τραγούδι των κλεφτών του Κατσιαβόγιαννη και του Κοντοβουνήσιου.
Λέγω έτσι διότι εκεί σκοτώθηκε ο Κοντοβουνήσιος, ο Κατσιαβοχρίστος και πολλά παλληκάρια. Σώθηκε ο Κατσιαβόγιαννης (που λέγουν ότι είχε Τίμιο Ξύλο) ο αδελφός του Αγγελής και λίγα παλληκάρια.
Ήταν όμως τέτοιος ο τρόμος των παλληκαριών που σώθηκαν ώστε ο Κατσιαβόγιαννης να φωνάξη στον Κατσιαβαγγελή:
- Αγγελή πάρε τα παλληκάρια που έμειναν και φύγε γρήγορα, όπου μπορέσης! Εγώ θ’ αμυνθώ και θα τους αποκρούσω μέχρι να σωθήτε!..
Η μοίρα είχε γράψη να μην ξανασυναντηθούσν τα δύο αδέλφια τα οποία νόμισαν ότι θα ξαναβρεθούν κοντά αλλά δυστυχώς δεν τους ήτανε γραφτό κάτι τέτοιο.

Ας δούμε τώρα τι έγιναν αυτοί που σώθηκαν:
►Ο Κατσιαβόγιαννης αντιστάθηκε ηρωϊκά παρά το γεγονός ότι τα βόλια πέφτανε βροχή γύρω του. Δύο φορές του πλήγωσαν τον δεξιό ώμο αλλά αυτός κρατούσε γερά. Σιγά-σιγά κατάφερε να τους ξεφύγη και να φύγη μακριά.
►Πριν συνεχίσω γι’ αυτόν ας δούμε τον Αγγελή: Αυτός μόλις έφυγε με τα παλληκάρια του, βρέθηκε την άλλη μέρα σε μια παραλία της Πελοποννήσου. (Δεν γνωρίζουμε ποια ήταν ακριβώς).
Εκεί μπήκε σ’ ένα καράβι με τους συντρόφους του και παρακάλεσε τον καπετάνιο του πλοίου να τους πάη στο απέναντι μέρος(;)
Στο δρόμο όμως λέει στους συντρόφους του.
- Παιδιά· αυτό το καράβι πρέπει να το πάρουμε εμείς.
Επειδή τα λόγια αυτά τα είπε στ’ αρβανίτικα και έτυχε ο καπετάνιος να είναι αρβανίτης, άκουσε μια φωνή πίσω του:
- Ωρέ παλληκάρια αν θέλετε ας κατεβούμε σ’ αυτό το νησί να ξεκουρασθούμε λίγο.
Πράγματι· κατέβηκαν όλοι και μόλις ο αρβανίτης τους είδε να πηγαίνουν ο ένας εδώ κι ο άλλος εκεί, κάνει νόημα στους δικούς του και τότε μπαίνουν κρυφά και γρήγορα στο καράβι βάζοντας πλώρη προς τ’ ανοιχτά.
Με τρόμο αντίκρυσε το πλεούμενο ο Κατσιαβαγγελής να φεύγη και κούνησε γρήγορα το χέρι του να γυρίση πίσω διότι… ξέχασαν να πάρουν κι αυτούς.
Όμως σαν κεραυνός έπεσε η απάντησι:
- Ωωωωρε Αγγελήηηη!… Σε 40 ημέρες θα ’ρθω να πάρω τ’ άρματά σουουου!…
Λυσσασμένος ο Κατσιαβαγγελής απαντά στη κοροϊδία που του έκανε:
- Κι εγώ σε 40 ημέρες θα σου πάρω το κεφάλιιιιιι!…
… Οι μέρες περνούσαν και στο ξερονήσι δεν εύρισκαν τίποτε για να φάνε. Ένας-ένας πέθαιναν από την πείνα και τότε, για να μην αφήνουν το στομάχι αδειανό, μόλις πέθαινε κάποιος,  τον έπιαναν και τον… έτρωγαν!!…
Ώσπου πέρασαν οι 40 ημέρες και το καράβι φάνηκε να ξανάρχεται! Άραξε σιγά-σιγά και ο αρβανίτης – καπετάνιος αργά-αργά τράβηξε προς τα πτώματα των παλληκαριών του Αγγελή! Κοιτάζει γύρω του βλέπει και το πτώμα του αρχηγού και αφού πηγαίνει επάνω του κάγχασε δυνατά.
- Χα, χα, χάαα! Δεν σούπα Αγγελή ότι σε 40 ημέρες θα σου πάρω τ’ άρματα; Χα, χα, χάαα!
Το γέλιο του όμως κόπηκε στη μέση και τα ματιά του «γουρλώσανε» από τον τρόμο όταν είδε το πτώμα να… παίρνη ζωή και να τινάζεται ψηλά με τη σπάθα ψηλά λέγοντάς του:
- Η σειρά μου να γελάσω αρβανίτη μου! Δεν σούπα κι εγώ ότι σε 40 ημέρες θα σου πάρω το κεφάλι; Χα, χα, χα, χα, χα, χάααα!! Και με κίνηση περιστροφική το κεφάλι του αρβανίτη τινάχτηκε δέκα μέτρα μακριά κυλισμένο στο ίδιο του το αίμα!
Τότε ο Αγγελής σηκώθηκε, μπήκε στο πλοίο και κι αφού το έκανε να ξεκινήση (δεν γνωρίζουμε πώς έγινε αυτό;) ανοίχτηκε προς το πέλαγος. Τρομερή φουρτούνα όμως έκανε το καράβι με τον μοναδικό επιβάτη του να συμπεριφέρεται όπως ακριβώς ένα καρυδότσουφλο στα κύματα.
Ο ατυχής Αγγελής δεν γνώριζε να το κυβερνήση και το πλοίο πήγαινε πότε εδώ και πότε εκεί… Ώσπου κάποτε βρήκαν μερικά συντρίμμια του καραβιού και το πτώμα του Αγγελή ριγμένο στα σκιαχτερά βράχια μιας ακρογιαλιάς για να βγη η παροιμία που και σήμερα ακόμη λέγεται από πολλά χείλη.
«Χάθηκε σαν τον Αγγελή στο πέλα(γ)ος!».
Αυτό ήταν το τέλος του Αγγελή του αδελφού του Κατσιαβόγιαννη!

Το Βεσίνι από μία άλλη άποψη. Κάπως έτσι θα το αντίκρισε η Κατσιαβοβασίλω, αδελφή του Κατσιαβόγιαννη, μόλις επέστρεψε από την φυλακή για να πεθάνει στον τόπο που γεννήθηκε...

Ας δούμε όμως τι έγινε ο Κατσιαβόγιαννης  και μετά η αδελφή του Βασίλω:

Ο Κατσιαβόγιαννης, αφού γλίτωσε από τα αποσπάσματα και τους Λεβιδιώτες αποφάσισε για να ζήση να γίνη ...καλόγερος!
Πράγματι· άφησε γένια και μαλλιά και έζησε πολλά χρόνια στο Μοναστήρι της Μπουρδαμόσκαλας Πηνείας μέχρι που τα μαλλιά του γίνανε σα βαμβάκι!
Ώσπου ένα θλιμμένο σούρουπο, σ’ ένα δείλι που ο ήλιος άφησε τις τελευταίες ακτίνες του να κοκκινίζουν τις κορφές του Άϊ-Λια, ο Κατσιαβόγιαννης γύρισε στο Βεσίνι όπως ακριβώς ήταν: καλόγερος!
Πήγε προς το σπίτι του (: εκεί όπου έχει κτίσει σήμερα ο Γεώργιος Σπυρόπουλος ή Πλατσιάρας το καλύβι για τα πρόβατα, στα δυτικά· σώζονται τα θεμέλιά του και λίγο από τον τοίχο του), το γύρισε απ’ όλες τις μεριές δύο φορές μέχρι που πλησίασε κοντά του μία γυναίκα. Αυτή βλέποντας τον καλόγερο τρόμαξε, αλλά από περιέργεια την έκανε να νικήση τον δισταγμό της και να πάη κοντά του. Ο καλόγερος τότε την ρώτησε:
- Τίνος είσαι;
- Του Κωννσταντίνου του Βάρδα, αποκρίθηκε.
- Ποιος άλλος ζη απ’ τους Βαρδαίους;
- Ο Χρήστος, απήντησεν εκείνη.
- Έχουνε παιδιά και πώς τα λένε; συνέχισε.
- Ο Κώστας έχει τον Χρίστο, τον Γιάννη…
Δεν πρόλαβε να τελειώση τη κουβέντα της και τα δάκρυα κύλησαν ασταμάτητα από τα μάτια του καλόγερου.
Εκείνη τον κοίταξε συγκινημένη:
- Ο Χρίστος έχει τον Γιάννη, τον Αναστάση, τον Θεοδωράκη, τη  Γιωργούλα (γιαγιά του γράφοντος)…
Έμεινε όμως στη θέσι της βλέποντας τον καλόγερο να κλαίη απαρηγόρητα και να φεύγη χαιρετίζοντάς την μέσα στους λυγμούς του.
Μόλις γύρισε ο Χρίστος, από το χωράφι, έμαθε τι συνέβη και φώναξε δυνατά με συγκίνησι:
- Ο παππούλης μου ο Κατσιαβόγιαννης ήταν, ο παππούλης μου!..
Ήθελε να πη «ο θείος μου» διότι ήταν αδελφός της μάνας του αλλά σαν καλόγερος που ήταν τον φώναζε έτσι. Αμέσως τότε σαν λαγός χύθηκε κάτω προς τις κατηφόρες της Αγίας Τριάδος ψάχνοντας για τον παππούλη του. Ο καλόγερος όμως είχε γίνη άφαντος!..
Παρά το γεγονός ότι ο Χρήστος έψαξε μέχρι τα Τριπόταμα ο παππούλης δεν βρέθηκε!….Μετά από πολλά χρόνια έμαθαν πως κάποιος καλόγερος – Κατσιαβόγιαννης πέθανε στη Μονή Αγίου Σωτήρος στη Μπουρδαμόσκαλα (: Μπουρντάμι) Πηνείας.
Μέσα στη Μονή δε υπήρχαν τα όπλα του (καριοφύλι και σπαθί) τα οποία τα πήρανε οι Ιταλοί στα ’42!..
Αυτό ήταν και το τέλος του Κατσιαβόγιαννη του αδελφού της Κατσιαβοβασίλως:

Αυτή (η Κατσιαβοβασίλω δηλαδή) μόλις βγήκε από τη φυλακή ήρθε στο Βεσίνι. Δεν βρήκε τ’ αδέλφια της και βάλθηκε να ψάχνη για τα λεφτά που είχαν κρύψει τ’ αδέλφια της! Μάταιος όμως ο κόπος της διότι ποιος ξέρει ποιος τσοπάνης τα εύρισκε και τάπαιρνε. Έμεινε στο Βεσίνι  μέχρι τέλους της ζωής της και πέθανε πανέρημη και φτωχή χωρίς να παντρευτή!…
Το χωριό μας όμως, όσο εκδικητικοί και σκληροί κι αν είναι μερικοί άνθρωποι , αυτούς τους ανθρώπους τους σέβεται διότι είναι η μοίρα των νεκρών να συγχωρούνται μετά θάνατον. Μάλιστα εκτός του Κατσιαβόγιαννη βγάλανε και στον Κοντοβουνήσιο το εξής τραγούδι:

«Σαν ήθελες να παντρευτώ
- βρε Κοντοβουνήσιε –
δώσ’ τα τα ξένα πρόβατα
δώσ’ τα τα ξένα γίδια.
- Τα πρόβατα τα πούλησα,
τάκανα δεκαενιάρια, (= λεφτά),
Τα γίδια τάχω στο μαντρί.
Κι όποιος γνωρίζει ας παίρνη!..»

 Το 1919 λίγο μετά την περιβόητη γρίπη του ’18, η γιαγιά μου Τσιοτσιο-γιωργούλα με τον παππούλη μου, τον «Μητσιαρά», τον παπα-Βασίλη και τον Λεωνίδα Παναγόπουλο, είχαν πάει στην Πάτρα για διάφορες δουλειές. Ξάφνου βλέπουν ένα γεροντάκι με το μπαστούνι να τους πλησιάζει και να τους ρωτά με φωνή που έτρεμε:
- Από πού είστε, παιδιά μου;
- Από το Βεσίνι μπάρμπα, του απάντησαν οι δικοί μας.
Τα μάτια του γέρου κοκκίνισαν από τα κλάμα. Όταν εκείνοι τον ρώτησαν γιατί κλαίει τους είπε:
- Αμ! κι εγώ απ’ το Βεσίνι είμαι σχεδόν!..
Κι άρχισε να λέει την ιστορία του!.. Ο γέρος αυτός, ονόματι Λουρίδας, ήταν ένας από τους κλέφτες του Κατσιαβόγιαννη!!
Με λίγα λόγια τους είπε πού και πού είχαν κρύψει χρήματα και όπλα.
Μάλιστα στις «Τρανές Πέτρες», είπε ότι είχαν κρύψει τουλάχιστον 40  καριοφύλια!..

Είπαμε:Για τον ηρωϊσμό του Κατσιαβόγιαννη, τις μεγάλες αρετές και τα όσα έκανε εις βάρος του (όποιου) εχθρού, θα επανέλθουμε!...

ΑΠΑΡΑΙΤΗΤΗ ΔΙΕΥΚΡΙΝΗΣΗ: Όπως γράψαμε ευθύς εξ αρχής, τα όσα αναγράφουμε είναι από θρύλους και παραδόσεις χωρικών, όπως του γερο-Γιάννη Πανουτσακόπουλου (Καρυδόγιαννη), που βλέπουμε στην δεύτερη εικόνα, του Αναστασίου Βάρδα (Βαρδαναστάση) και άλλων. Πιο εμπεριστατωμένη, όμως, και πιο εξειδικευμένη ιστορική (επιστημονική, θα λέγαμε) αναφορά για τον Κατσιαβόγιαννη κάνει ο εξαίρετος και σπουδαίος ιστορικός ερευνητής, Κων/νος Κυριακόπουλος, μέσα στο βιβλίο του «Νάσια Καλαβρύτων», το οποίο και συνιστούμε ανεπιφύλακτα.