05/08/17 20:28 - Πού βρίσκονται τα χειρόγραφα του Διονυσίου Σολωμού;

 

Πού βρίσκονται τα χειρόγραφα του Διονυσίου Σολωμού;

Τα αποσπάσματα, και όχι ολόκληρα ποιήματα, που έδινε ο Σολωμός, είχαν δημιουργήσει από νωρίς το πρόβλημα των κατάλοιπων του. Ήδη πριν πεθάνει, ένας από τους στενούς φίλους του έλεγε πως «μόλις δημοσιευθούν τα ανέκδοτα ποιήματα του, θα γνωρίση ο κόσμος ότι έχει και η Ελλάδα το Δάντη της». Το πρόβλημα το έθεσε σαφέστατα ο επιστήθιος φίλος και κυριότερος κριτικός του Σολωμού Ιάκωβος Πολυλάς στα Προλεγόμενα του (κεφ. XVIII), στην πρώτη έκδοση του σολωμικού έργου, δυο χρόνια μετά το θάνατο του ποιητή. Δημιουργήθηκε έτσι η πίστη, πως υπήρχαν ακεραιωμένα ποιήματα, από τα οποία ο Σολωμός έδινε μόνο αποσπάσματα, ή πως είχε αφήσει «πολύ περισσότερα και πολύ τελειότερα παρά τα ευρισκόμενα»

ΟΤΑΝ εδώ και χρόνια γράψαμε το πολύτομο έργο μας «Πού βρίσκονται τα αρχαία ελληνικά χειρόγραφα» (που βλέπουμε να κρατάει στα χέρια της η δημοφιλής και ανερχόμενη καλλιτέχνιδα Μάϊρα Ψιλοπούλου), δεν μπορούσαμε να φανταστούμε ότι θα υπήρχε ένα δημοσίευμα, όπως αυτό της εφημερίδας «Ελευθερία» της 3/4/1957, Σελίδα: 1, το οποίο σε μια μεγάλη έρευνα που έκανε ο Φάνης Μιχαλόπουλος, δημιουργούνται οι υπόνοιες ότι κλάπηκαν ή καταστράφηκαν πολλά άγνωστα και ανέκδοτα έργα του εθνικού μας ποιητή. Χειρόγραφα τα οποία βρέθηκαν στα χέρια όχι μονάχα γνωστών και φίλων, αλλά και μεγάλων ποιητών της εποχής εκείνης! Λόγοι δημοσιογραφικής δεοντολογίας δεν επιτρέπουν την αντιγραφή του δημοσιευθέντος κειμένου, παρά μονάχα η αναφορά της πηγής. Αναφέρουμε, όμως, ποιος ήταν ο Διονύσιος Σολωμός, που πολλοί τον γνωρίζουν μόνον από τον εθνικό μας ύμνο!

Ο Διονύσιος Σολωμός, λοιπόν, ήταν Έλληνας ποιητής (Ζάκυνθος 1798 - Κέρκυρα 1857). Σε ηλικία δέκα ετών, ένα χρόνο μετά το θάνατο του πατέρα του, τον έστειλε ο κηδεμόνας του στην Ιταλία, όπου έμεινε δέκα χρόνια, κατά τα οποία φοίτησε σε σχολεία διαφόρων πόλεων (Βενετία, Κρεμόνα, Παβία) και παρακολούθησε, πολύ άτακτα, νομικά. Τα δέκα αυτά χρόνια άσκησαν σημαντική επίδραση στο Σο ο ίδιος, επιστρέφοντας στη Ζάκυνθο, είπε πως είχε πατήσει βάρβαρος το έδαφος της Ιταλίας και το άφηνε πλουτισμένος με το άνθος της ιταλικής σοφίας, ενώ ο Παλαμάς θα πει αργότερα, πως το Σολωμό τον χρωστάμε στην ιταλική του παιδεία και εξίσου στην ελληνική Επανάσταση του 1821. Ήταν η εποχή που στην Ιταλία υπήρχε ακμαία πνευματική ζωή: μια πλειάδα ποιητών είχε δημιουργήσει λαμπρή παράδοση, που τη συνέχιζαν άλλοι αντάξιοί τους· κι ο Σολωμός συνδέθηκε προσωπικά με κορυφαίους εκπρόσωπους της ιταλικής ποίησης, όπως ο Μόντι, ο περίφημος μεταφραστής του Όμηρου, ο Μοντάνι. Η αγάπη του για την ελληνική δημοτική ποίηση, που τόσο αγάπησε, ήταν ίσως ένας από τους κύριους λόγους για τους οποίους δεν πραγματοποίησε την πρόθεσή του να ξαναγυρίσει στην Ιταλία.
Τρία χρόνια μετά την επιστροφή του στη Ζάκυνθο (1818) έγραψε την Τρελλή μάνα και, πολύ πιθανώς, τα Δύο αδέλφια. «Είχε παύσει, γράφει ο Πολυλάς στα Προλεγόμενα του, να συγγράφη εις την ιταλική γλώσσα, εις την οποία, μόνον ως ξεφάντωση και για να κάμη χάρη των φίλων του, αυτοσχεδίαζε ακόμη με θαυμαστήν ετοιμότητα». Το 1823 σύνθεσε, μέσα σ’ έναν μήνα, τον Ύμνο εις την Ελευθερία, ο οποίος δεν περιέχει ούτε μια ιταλική λέξη, από αυτές που αφθονούσαν στην επτανησιακή διάλεκτο. Το πολύστροφο αυτό ποίημα (του οποίου οι πρώτοι στίχοι αποτέλεσαν το κείμενο του εθνικού ύμνου) προκάλεσε γενικό ενθουσιασμό στο μαχόμενο έθνος: το 1825 τυπώθηκε με τη φροντίδα του Σπυρίδωνα Τρικούπη (που ήταν φίλος του Σολωμού και τον ενθάρρυνε θερμά στο έργο της ποιητικής δημιουργίας) μέσα στο Μεσολόγγι, που είχε αρχίσει να το πολιορκεί ο Ιμπραήμ, και αντίτυπα του μοιράστηκαν σε ολόκληρη την επαναστατημένη χώρα: στους άπορους δωρεάν, στους εύπορους «έναντι εκατό παράδων», για τις ανάγκες του Αγώνα.
Το 1828 ο Σολωμός εγκαταθίσταται στην Κέρκυρα, όπου συνδέεται με το Νικόλαο Μάντζαρο, συνθέτη του εθνικού ύμνου και άλλων ποιημάτων του Σολωμού, και με τον Ιάκωβο Πολυλά, ο οποίος, με τη γνώση του της γερμανικής φιλοσοφίας και λογοτεχνίας, θα βοηθήσει με αφοσίωση το φίλο του, που δεν ήξερε γερμανικά, κυρίως μεταφράζοντάς του έργα του Χέγγελ και του Σίλερ, ο ιδεαλισμός των οποίων θα επηρεάσει την ποίηση του Σολωμού.
Μια δυσάρεστη οικογενειακή περιπέτεια, η οποία τον απασχολούσε από το 1833 και κράτησε πέντε χρόνια επέδρασε αισθητά στον ήδη εξαιρετικά ευαίσθητο χαρακτήρα του ποιητή: έγινε πιο ακοινώνητος, σχεδόν μονήρης· το γράψιμό του, που άλλωστε πάντα ήταν αραιό, έγινε πιο δύσκολο και πιο άτακτο. Οπωσδήποτε όμως στην περίοδο αυτή ανήκει και η κορυφαία, παρά την αποσπασματική μορφή της, επίδοση της ποίησής του, οι Ελεύθεροι Πολιορκημένοι. Στην περίοδο 1847-1851 επιστρέφει, κατά τη μαρτυρία του Πολυλά, στην ιταλική σύνθεση, ίσως επειδή δεν του ήταν πια εύκολη, εξαιτίας της ψυχικής κάμψης του, η αυξημένη προσπάθεια που του ήταν απαραίτητη προκειμένου να εκφράσει την έμπνευση του με την ελληνική γλώσσα. Η φήμη του πάντως είχε στερεωθεί πριν πεθάνει: μόλις έγινε γνωστός ο θάνατος του, η Βουλή των Ιονίων διέκοψε τη συνεδρίαση της και κήρυξε δημόσιο πένθος, τα θέατρα έκλεισαν και ο λαός της πόλης και των προάστιων έσπευσε σε πάνδημη κηδεία. Το 1865 έγινε ανακομιδή των οστών στου στη Ζάκυνθο.
Τα αποσπάσματα, και όχι ολόκληρα ποιήματα, που έδινε ο Σολωμός, είχαν δημιουργήσει από νωρίς το πρόβλημα των κατάλοιπων του. Ήδη πριν πεθάνει, ένας από τους στενούς φίλους του έλεγε πως «μόλις δημοσιευθούν τα ανέκδοτα ποιήματα του, θα γνωρίση ο κόσμος ότι έχει και η Ελλάδα το Δάντη της». Το πρόβλημα το έθεσε σαφέστατα ο επιστήθιος φίλος και κυριότερος κριτικός του Σολωμού Ιάκωβος Πολυλάς στα Προλεγόμενα του (κεφ. XVIII), στην πρώτη έκδοση του σολωμικού έργου, δυο χρόνια μετά το θάνατο του ποιητή. Δημιουργήθηκε έτσι η πίστη, πως υπήρχαν ακεραιωμένα ποιήματα, από τα οποία ο Σολωμός έδινε μόνο αποσπάσματα, ή πως είχε αφήσει «πολύ περισσότερα και πολύ τελειότερα παρά τα ευρισκόμενα». Το πρόβλημα κράτησε χρόνια, αλλά τελικά αποδείχτηκε πως ο Σολωμός δεν έχει αφήσει άλλο έργο. Η δημοσίευση άλλωστε των αυτόγραφων του από το Πανεπιστήμιο θεσσαλονίκης με επιμέλεια του καθηγητή Λίνου Πολίτη (1964) έκλεισε οριστικά το θέμα. Είτε γιατί κατεχόταν από το μεγάλο πάθος της τελειότητας είτε από δικές του αδυναμίες, ο Σολωμός δεν ολοκλήρωσε τα μακρόπνοα ποιήματα του: το Λάμπρο, τον Κρητικό, τους Ελεύθερους Πολιορκημένους, τον Πόρφυρα, το Νικηφόρο Βρυέννιο, από τα οποία άφησε μόνο αποσπάσματα. Έτσι υπάρχει μια πρώτη περίοδος του σολωμικού έργου με ακέραια ποιήματα και μια ύστερη με αποσπάσματα, αν και οι γραμματολόγοι διαιρούν σχολαστικότερα την ποιητική παραγωγή του Σολωμού σε τρεις περιόδους: στα ποιήματα της νεανικής εποχής (1818-1823)· στη δεκαετία, αρκετά δημιουργική, που ακολούθησε τον Ύμνο εις την Ελευθερία (1823), στην οποία ανήκουν το Επίγραμμα των Ψαρών, Η φαρμακωμένη, Εις μοναχήν, Ο Λάμπρος· στην περίοδο που εγκαινιάζεται με τον Κρητικό (1833), που είναι και η ουσιαστικότερη από την άποψη της καλλιτεχνικής προσφοράς.
Από τη φύση του ιδεαλιστής και ευαίσθητο άτομο, ο Σολωμός είδε την τέχνη ως το μέσο με το οποίο οι άνθρωποι απολυτρώνονται από τα πάθη, ως σύμμαχο του Λόγου στον αγώνα του να κυριάρχησα πάνω στις αισθήσεις και να τις θέσει κάτω από τον έλεγχό του. Για τον Σολωμό η τέχνη είναι ο πνευματικός χώρος, από τον οποίο ο άνθρωπος θεάται τον κόσμο του μυστήριου, όπου θριαμβεύει η ιδέα. Η ψυχική και πνευματική αυτή διάθεση και ροπή του ποιητή εκφράστηκε με τη μεγαλύτερη επιτυχία στο έργο του, το οποίο, και όταν ακόμα μιλά για τον «πειρασμό» της ζωής (που κάνει τους ηρωικούς Μεσολογγίτες των Ελεύθερων Πολιορκημένων, να κλονίζονται για μια στιγμή) είναι σχεδόν χωρίς υλικό βάρος και κρατά μονάχα το άρωμα και την πεμπτουσία μιας γλυκά όμορφης φύσης. Στη σολωμική ποίηση εξαίρεται η αγάπη του φωτός και της λευκότητας («κάθε λέξη στάζει φως ψυχικό και φυσικό» παρατηρεί ο Γιάννης Αποστολάκης), των λουλουδιών, των πουλιών, των αθώων προβάτων, της πολύαστρης νύχτας, που είναι γεμάτη μάγια και θαύματα και οράματα («φεγγαροντυμένη»). Κατ’ ακολουθία υπάρχει μια φυγή από την τύρβη της ζωής, από την «ανεμοζάλη του κόσμου», ενώ προσδοκάται η δεύτερη παρουσία και η ανάσταση των νεκρών, μέσα σε μια διάχυτη βαθιά πίστη και θρησκευτικότητα. Τέλος, στη λεπταίσθητη αυτή και σχεδόν ονειρώδη ποίηση λατρεύεται, όπως είναι επόμενο, ένας έρωτας ιδανικός, σχεδόν άσαρκος και άυλος. Μια άλλη πλευρά του Σολωμού είναι η φυσιολατρία του. Ήδη στο Διάλογό του υπάρχουν οι αποκαλυπτικές για την ψυχολογία του γραμμές: «Μου άρεσε πάντα η γαλήνη (της θάλασσας) που απλώνεται καθαρότατη· την θεωρούσα την εικόνα του ανθρώπου, που απομακραίνει από τις ανησυχίες του κόσμου». Παρά τη δήλωση αυτή, ο τόσο ρομαντικός και φυγόκοσμος και φίλος της γαλήνης ποιητής έταξε ως αποστολή του την προβολή, μέσω της ποίησής του, του αγώνα και της αγωνίας των άλλων και προπάντων του έθνους του. Στην ποίηση αναζητά ένα καταφύγιο από τη βαναυσότητα της ζωής, συγχρόνως όμως επιδιώκει τον ηθικό και εθνικό φρονηματισμό των Ελλήνων. Είναι χαρακτηριστικό το πάθος του για τη γλώσσα («μήγαρις έχω άλλο στο νου μου, πάρεξ ελευθερία και γλώσσα») και η μαχητικότητα με την οποία διατρανώνει τις απόψεις του (η ελευθερία «άρχισε να πατή τα κεφάλια τα τούρκικα»· η γλώσσα «θέλει πατήσει ογλήγορα τα σοφολο-γιωτατίστικα»· και μετά «αγκαλιασμένες και οι δύο θέλει προχωρήσουν εις το δρόμο της δόξας»· ο Σοφολογιώτατος και ο Τούρκος «είναι όμοιοι και οι δύο» εχθροί, της ελευθερίας ο πρώτος, της γλώσσας ο δεύτερος).
Η κριτική σοφία του Παλαμά είναι ίσως η αρμοδιότερη για να τοποθετήσει τον εθνικό ποιητή στη θέση που του αρμόζει: «Κάθε φορά που σημειώνεται στη σκέψη μας κάτι φωτεινό, κάθε που δοκιμάζεται γενναίο βήμα προς τα εμπρός, το φως έρχεται και το βήμα γίνεται με το σύνθημα «Σολωμός». Με τον Σολωμό ο Πολυλάς παρουσιάζεται σοφός εξηγητής και οδηγητής προς την αληθινή Τέχνη. Με τον Σολωμό ο Ροΐδης γκρεμίζει πρώτα τα φιλολογικά μας και ύστερα τα γλωσσικά μας είδωλα. Με τον Σολωμό. ο Ψυχάρης, συχνά πυκνά, σημαδεύει τα βαρύβροντα επαναστατικά βιβλία του και τα γλωσσικά του κηρύγματα (... Ώς την τελευταία ώρα σε περιοδικά, σ’ εφημερίδες και στα λιγοστά βιβλία τους, πρεσβύτεροι και νεότεροι, όσοι εργάζονται και αξίζουν, κάτου από τη σκέπη του Σ. ανταμώνονται και βρίσκουν κάποιο ταίριασμα, οι δυσκολοταίριαστοι. Και θα περάσουν τα χρόνια και οι καιροί, και η Μούσα θα χτίση στην Ελλάδα ναούς και λειτουργούς θάβρη αγνότερους, πιο άξιους, πιο ξακουστούς· κι ακόμα ο Σ. θα στέκεται στην κορφή...». (Βλέπε: Εγκυκλοπαίδεια «Δομή»).